“Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,

τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ’ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.”

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926)

Μετάφραση Κωστής Παλαμάς (1859-1943)

Ο Αυστρογερμανός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke) γεννήθηκε σαν σήμερα στις 4 δεκεμβρίου του 1875 στην Πράγα, από πατέρα πρώην στρατιωτικό και μητέρα μια κοσμική γυναίκα, από πλούσια οικογένεια βιομηχάνων, κόρη αυτοκρατορικού συμβούλου. Ως παιδί και έφηβος δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένος. Η παιδεία του ήταν ανοργάνωτη και αποσπασματική. Αρχικά ακολούθησε στρατιωτική εκπαίδευση, όμως αδυνατούσε να προσαρμοστεί και τελικά λόγω εύθραυστης κράσης την εγκατέλειψε. Πέρασε στην Εμπορική Σχολή του Λίντς, άλλα μετά από έναν χρόνο επέστρεψε στην Πράγα και συγκεντρώθηκε στις σπουδές του. Το 1895 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου και μελέτησε λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης, φιλοσοφία και για ένα εξάμηνο νομικά. Συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο και στο Βερολίνο. Ταξίδεψε ακατάπαυστα σε όλη την Ευρώπη.

Καρπός των επισκέψεων του στη Ρωσία, που αποτέλεσαν ορόσημο στη ζωή του, είναι το “Ωρολόγιον” (1905). Το 1901 παντρεύτηκε τη γλύπτρια Κλάρα Βέστχοφ και την ίδια χρονιά γεννήθηκε η κόρη τους. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, το γεωγραφικό και καλλιτεχνικό του επίκεντρο για δώδεκα περίπου χρόνια, όπου συνδέθηκε στενά με τον Ροντέν και εξέληξε ένα νέο ύφος ακραίας γλωσσικής και λυρικής εκλέπτυνσης, το όποιο αντανακλάται στα “Νέα Ποιήματα” (1907- 1908) και τις “Αναμνήσεις τον Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε” (1910). Βίωσε δημιουργική κρίση και βαθύτατη κατάθλιψη έως το 1922, όπου εν μέσω δημιουργικού παροξυσμού ολοκλήρωσε τις “Ελεγείες του Ντουίνο” (1923), που συνέλαβε σε μια στιγμή διαύγειας το 1912 στην Ιταλία, ενώ συνέθεσε σε διάστημα λίγων μόλις ημερών τα “Σονέτα στον Ορφέα” (1923), εμπνευσμένα από τον θάνατο ενός νεαρού κοριτσιού. Τα δύο αυτά έργα θεωρήθηκαν τα ποιητικά του αριστουργήματα και του χάρισαν διεθνή φήμη. Ο Ρίλκε έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Μυζό, κοντά στη λίμνη της Γενεύης, στην κοιλάδα του Ροδανού, και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1926 στο σανατόριο του Βαλμόν στην Ελβετία από λευχαιμία.

Σύμφωνα με τον θρύλο ο Ρίλκε ασθένησε όταν αγκυλώθηκε από το αγκάθι ενός ρόδου καθώς φρόντιζε τον κήπο του. Στην επιτάφιο πλάκα χάραξαν τους στίχους που είχε συνθέσει ο ίδιος:

Ρόδο, ω καθαρή αντινομία, απόλαυση

Του κανενός ο ύπνος

να ‘σαι κάτω από τόσα Βλέφαρα.”