του Γεράσιμου Μ.Λυμπεράτου

Όλα,
είχαν πάρει το χρώμα
της σπάνιας υποδοχής.
Άνθρωποι, σπίτια, δρόμοι
κι ήρθαν τα Χριστούγεννα.
Η ψυχή μειλίχια
βγαίνει απ τα κάγκελά της
ν αγγίξει θέλει
την αγιότητα των στιγμών.
Να πλυθεί
στο περίσσιο φως τ αστεριού
π οδήγησε τους μάγους στη σπηλιά.
Επί γης Ειρήνη να ψάλλει…
Επί γης Ειρήνη και λίγο ψωμί.
Τι κρίμα!
Η παρουσία της αέναη, ευαίσθητη,
σκοντάφτει σε ψεύτικες φωταψίες,
σ αστέρια χωρίς λάμψη
που υποκριτικά
κουβαλούν πάνω τους
την τραυματισμένη ελπίδα
ενός καλλίτερου κόσμου,
ελπίδα που κάθε στιγμή
την σκοτώνουν οι πόλεμοι , τα ναυάγια,
το γκρίζο της ζωής ,
που πρεσβεύει πόνο και θάνατο.
Μέσα απ αόριστα χαμόγελα,
κυρύγματα ρουτίνας,
κι ευχές χωρίς νόημα,
η Ψυχή
Θα επιστρέψει στην φυλακή της
και τίποτε το σημαντικό
Δεν θα έχει να πει «στις αγωνίες
και τα βάσανα των ανθρώπων.
Χριστούγεννα και πάλι
οι Ουρανοί «αγάλονται»
μα η ψυχή πονάει, πονάει!