Φορές, δεν σ’ αγαπώ

χωρίζω το σώμα από τη ράχη

κι υψώνω χέρι κατά μπρος

να φτάσω τον κορμό μιας μάγισσας

κουφοξυλιάς λιγνής και ανέραστης

που ‘ναι κρυμμένη στον ακάλυπτο.

Φορές, που ανοίγω το κλουβί στα δυο

σηκώνω τα μαλλιά ψηλά να κάνουνε αέρα

τα μπλε, τα πράσινα, τα τυμπανοκρουστά

να ισιώσουνε οι μπούκλες μου και να στρωθούν

στους ώμους όπως τα χέρια σου που είχες το συνήθειο

να τα ακουμπάς σ’ ολόκληρο μου τον λαιμό

αγγίζοντας και λίγο από τα χείλη.

Φορές, με ψηλαφώ ανέπαφα

ορίζοντας τα σύνορα του χάρτη ανάμεσα στο

στήθος και το στήθος ως τους παχείς γλουτούς

της ομορφιάς.

Φορές, φωνάζω στον αόριστο να σ’ ακουμπήσει ευλαβικά

να θυμηθώ πως ήταν που κρυφά μοιρολογούσαμε

τον λυπημένο φίλο

την γυμνούλα μυγδαλιά

το άδειο μας πακέτο απ’ τα τσιγάρα

να βγω στο πεζοδρόμιο με το φουστάνι ανοιχτό

να κάνω πως γυρνάς από τον πόλεμο

ίδιος και απαράλλαχτος να μου ζητάς να υποκύψω

να βάλω νερό μες τη φωτιά

και έπειτα να σου δοθώ μουγκά

όταν το ηλιόσπερμα σπάσει την πόρτα μας στα δυο

και ξεχυθεί αυθάδικα στην σκοτεινή μου ήβη.

Αγγελίνα Ρωμανού 

http://www.poiein.gr/