ΜΥΓΔΑΛΙΑ
Κι ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω
πῶς μπορεῖ νὰ πεθάνει μία γυναῖκα
ποὺ ἀγαπιέται.

Ἔχει στὸν κῆπο μου μιὰ μυγδαλιὰ φυτρώσει
κι εἶν᾿ ἔτσι τρυφερὴ ποὺ μόλις ἀνασαίνει·
μὰ ἡ κάθε μέρα, ἡ κάθε αὐγὴ τηνε μαραίνει
καὶ τὴ χαρὰ τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει.

Κι ἀλοίμονό μου! ἐγὼ τῆς ἔχω ἀγάπη τόση...
Κάθε πρωὶ κοντά της πάω καὶ γονατίζω
καὶ μὲ νεράκι καὶ μὲ δάκρυα τὴν ποτίζω
τὴ μυγδαλιὰ πού ῾χει στὸν κῆπο μου φυτρώσει.

Ἄχ, τῆς ζωούλας της τὸ ψέμα θὰ τελειώσει·
ὅσα δὲν ἔχουν πέσει, θὰ τῆς πέσουν φύλλα
καὶ τὰ κλαράκια της θὲ ν᾿ ἀπομείνουν ξύλα.
Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει

Κι ὅμως ἐγὼ ὁ φτωχὸς τῆς εἶχ᾿ ἀγάπη τόση.