“Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,

ίσως γιατί έπρεπε να δακρύσει,

ίσως γιατί οι συφορές έρχονται.

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι

απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.

Δε βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη

στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη

κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,

στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει

το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη.

Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες

και κρύβονται στα μάτια της, τη βρέχει

μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια

και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει

καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.”

(Κώστας Καρυωτάκης, Άπαντα, εκδ. Πέλλα).