Τυχαίνει καμιά φορά, ο χειμώνας, κακιωμένος λες με την ανθρώπινη ανεπάρκεια, να συμμαχεί μ’ ένα σκληρό φθινόπωρο και να δουλεύουν από κοινού. Στο σκοτεινιασμένο, ομιχλώδη αέρα στροβιλίζονται τότε βροχή και χιόνι ταυτόχρονα. Ο άνεμος, υγρός, κρύος, διαπεραστικός, με ανεξάντλητη κακία χτυπάει στα παράθυρα και στις στέγες. Ουρλιάζει στις καπνοδόχους και κλαίει στους εξαερισμούς. Στη σκοτεινή, σαν καπνιά, ατμόσφαιρα κρέμεται η θλίψη… Η φύση είναι αναστατωμένη… Υγρασία, κρύο και φρίκη…

Τέτοιος ακριβώς ήταν ο καιρός τη νύχτα των Χριστουγέννων του 1882, τότε που δε συγκαταλεγόμουν ακόμα στην κοινωνία των φυλακισμένων, αλλά υπηρετούσα ως εκτιμητής στο ενεχυροδανειστήριο του εν αποστρατεία λοχαγού Τουπάγεφ.

Η ώρα ήταν δώδεκα. Η αποθήκη, στην οποία κατόπιν απαιτήσεως του αφεντικού είχα το νυχτερινό μου κατάλυμα, και παρίστανα το τσομπανόσκυλο, φωτιζόταν αμυδρά από το γαλάζιο φως ενός καντηλιού. Ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο δωμάτιο, φίσκα στα μπαούλα, τα ζεμπίλια, τα ράφια… Στους γκρίζους ξύλινους τοίχους, από τις χαραμάδες των οποίων ξεπρόβαλλαν βρόμικα στουπιά, κρέμονταν παλτά από γούνες λαγών, γάντζοι, όπλα, πίνακες, φωτιστικά, μια κιθάρα… Εγώ, υποχρεωμένος να φυλάω τις νύχτες όλα αυτά τα αγαθά, ξάπλωνα πάνω σε ένα μεγάλο κόκκινο μπαούλο πίσω από την προθήκη με τα πολύτιμα αντικείμενα και συλλογισμένος κοιτούσα το φως του καντηλιού…

Για κάποιο λόγο, ένιωθα φόβο. Τα πράγματα που φυλάσσονται σε ενεχυροδανειστήρια είναι τρομαχτικά… Τη νύχτα, στο αμυδρό φως του καντηλιού μοιάζουν ζωντανά… Τώρα μάλιστα, που έξω από το παράθυρο κλαψούριζε η βροχή, και στο τζάκι και πάνω από τη στέγη λυπητερά αλυκτούσε ο αέρας, μου φαινόταν πως άκουγα τους λυπητερούς τους ήχους. Πριν καταλήξουν εδώ, έπρεπε να περάσουν από τα χέρια του εκτιμητή, δηλαδή από τα δικά μου, γι’ αυτό και ήξερα τα πάντα για το καθένα από αυτά… Ήξερα, για παράδειγμα, ότι με τα λεφτά που δόθηκαν γι’ αυτή την κιθάρα, αγοράστηκαν φάρμακα για το βήχα της φθίσης… Ότι με το πιστόλι εκείνο αυτοκτόνησε ένας αλκοολικός. Η γυναίκα του έκρυψε το πιστόλι από την αστυνομία, το ενεχυρίασε σε μας και αγόρασε το φέρετρο. Το βραχιόλι που με κοιτάζει από την προθήκη, το έφερε ο ίδιος άνθρωπος που το είχε κλέψει… Δυο κεντητά μεσοφόρια, με το νούμερο 178, υποθηκεύτηκαν από μια κοπέλα, που χρειαζόταν ένα ρούβλι για την είσοδο στο Salon, όπου είχε αποφασίσει να δουλέψει προσφέροντας τον εαυτό της… Εν ολίγοις, σε καθένα από τα αντικείμενα διάβαζα την αδιέξοδη θλίψη, την αρρώστια, το έγκλημα, την ακολασία επί χρήμασι…

Τη νύχτα των Χριστουγέννων τα αντικείμενα αυτά είχαν γίνει ιδιαιτέρως εύγλωττα.

«Άσε μας να φύγουμε!…» μου φαινόταν πως κλαψούριζαν, μαζί με τον αέρα. «Άφησέ μας!»

Όμως, δεν ήταν μόνο τα πράγματα που ξυπνούσαν μέσα μου το φόβο. Κάθε φορά που πρόβαλλα το κεφάλι μου πίσω από την προθήκη και έριχνα μια δειλή ματιά στο σκοτεινό, αχνισμένο παράθυρο μου φαινόταν ότι από το δρόμο κοιτούσαν την αποθήκη ανθρώπινα πρόσωπα.

«Τι ανοησία!» παραμιλούσα. «Τι βλακώδεις ευαισθησίες!»

Το θέμα είναι ότι τον άνθρωπο που η φύση τον προίκισε με νεύρα εκτιμητή, τη νύχτα των Χριστουγέννων τον έτυπτε η συνείδησή του — ένα συμβάν απίστευτο και εξωπραγματικό στ’
αλήθεια. Η συνείδηση στα ενεχυροδανειστήρια υπάρχει μόνο σε υποθηκευμένη μορφή. Εδώ γίνεται αποδεκτή ως προϊόν αγοράς και πώλησης, άλλες ιδιότητες δεν της αναγνωρίζονται… Παράξενο, από πού μπόρεσε να μου προκύψει εμένα; Στριφογύριζα από το ένα πλευρό στο άλλο, πάνω στο σκληρό σεντούκι, και μισοκλείνοντας τα μάτια μπροστά στο τρεμουλιαστό φως του καντηλιού προσπαθούσα, με όλες μου τις δυνάμεις, να καταπνίξω μέσα μου το καινούργιο, ανεπίτρεπτο συναίσθημα. Οι προσπάθειες όμως ήταν μάταιες…

Βεβαίως, εν μέρει ευθυνόταν γι’ αυτό η σωματική και ψυχική εξάντληση μετά την κουραστική ολοήμερη δουλειά. Τις παραμονές των Χριστουγέννων πλήθη φτωχών ανθρώπων τρέχουν στο
ενεχυροδανειστήριο. Σε μια μεγάλη γιορτή, και επιπλέον με τόσο κακό καιρό, η φτώχεια δεν είναι απλώς ένα μειονέκτημα, είναι τρομερή δυστυχία! Κάτι τέτοιες ώρες, ο φτωχός ζητάει από το ενεχυροδανειστήριο ένα κομμάτι παστό κρέας, αλλά στη θέση του παίρνει ένα ξεροκόμματο… Την παραμονή των Χριστουγέννων είχαμε τόσο κόσμο, που τα τρία τέταρτα των υποθηκευμένων, ελλείψει χώρου, αναγκαστήκαμε να τα πάμε στην αποθήκη. Από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ, χωρίς ούτε λεπτό διάλειμμα, διαπραγματευόμουν με τους εξαθλιωμένους αυτούς το τελευταίο ρούβλι, το τελευταίο καπίκι, έβλεπα τα δάκρυα, άκουγα τα μάταια παρακάλια… Στο τέλος της ημέρας μόλις που κρατιόμουν όρθιος. Είχαν αποκάμει η ψυχή και τα πόδια μου. Δεν είναι περίεργο που δεν μπορούσα να κοιμηθώ τώρα, που στριφογύριζα από πλευρό σε πλευρό και ένιωθα απαίσια…

Κάποιος χτύπησε δειλά την πόρτα… Κατόπιν άκουσα τη φωνή του αφεντικού μου:

«Κοιμόσαστε, Πιοτρ Ντεμιάνιτς;»

«Όχι ακόμα. Τι συμβαίνει;»

«Να, ξέρετε, σκέφτομαι, μήπως ανοίγαμε αύριο, νωρίς νωρίς; Η γιορτή είναι μεγάλη, και ο καιρός απαίσιος. Η φτωχολογιά θα ορμήσει όπως οι μύγες στο μέλι. Γι’ αυτό λοιπόν μην πάτε αύριο στη λειτουργία, να κάτσετε στο ταμείο… Καληνύχτα σας!»

«Νιώθω τόσο άθλια», κατέληξα μόλις έφυγε το αφεντικό, «επειδή τρεμοπαίζει το καντήλι… Πρέπει να το σβήσω…»

Σηκώθηκα και πήγα στη γωνία όπου κρεμόταν το καντήλι. Η γαλάζια φλόγα ψυχορραγούσε αναβοσβήνοντας. Κάθε λαμπύρισμά της φώτιζε φευγαλέα την εικόνα, τους τοίχους, τα σακούλια, το σκοτεινό παράθυρο… Και στο παράθυρο δυο χλομά πρόσωπα, κολλημένα στα τζάμια, κοιτούσαν μέσα.

«Δεν είναι κανείς εκεί…» συλλογίστηκα… «Απλώς το φαντάζομαι».

Μόλις έσβησα το καντήλι και τράβηξα ψηλαφητά για το κρεβάτι μου, συνέβη ένα μικροσυμβάν που η επίδρασή του στη μετέπειτα διάθεσή μου δεν ήταν μικρή… Πάνω από το κεφάλι μου, ξάφνου, ακούστηκε ένας δυνατός, μανιασμένα τσιριχτός ήχος, που διήρκεσε όχι περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο. Κάτι ταρακουνήθηκε, και σαν να με διαπέρασε τρομαχτικός πόνος, ούρλιαξα δυνατά.

Είχε σπάσει η πέμπτη χορδή της κιθάρας, κι εγώ, πανικόβλητος, σκοντάφτοντας στα σεντούκια και τα σακούλια, έτρεξα στο κρεβάτι… Έχωσα το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι και αναπνέοντας με δυσκολία, κοκαλωμένος από το φόβο, άρχισα να αφουγκράζομαι.

«Άφησέ μας να φύγουμε!» έκλαιγε ο άνεμος μαζί με τα αντικείμενα. «Χάριν της γιορτής, άφησέ μας! Είσαι κι εσύ φτωχός, πρέπει να καταλάβεις! Ένιωσες κι εσύ την πείνα και το κρύο! Ελευθέρωσέ μας!»

Ναι, ήμουν κι εγώ φτωχός και ήξερα τι θα πει κρύο και πείνα. Η φτώχεια με έσπρωξε να πάρω αυτή την καταραμένη θέση του εκτιμητή, η φτώχεια με έκανε για ένα κομμάτι ψωμί να περιφρονώ τον πόνο και τα δάκρυα. Αν δεν ήταν η φτώχεια, θα είχα άραγε το θάρρος να εκτιμώ σε χρήμα αυτό που αξίζουν η υγεία, η ζεστασιά, οι γιορτινές χαρές; Γιατί με κατακρίνει ο άνεμος, γιατί με κατατρώει η συνείδησή μου;

Όμως, όσο κι αν χτυπούσε η καρδιά μου, όσο κι αν με ροκάνιζαν ο φόβος και οι τύψεις συνειδήσεως, η κούραση υπερίσχυσε. Αποκοιμήθηκα. Ο ύπνος ήταν ελαφρύς… Άκουσα και πάλι το αφεντικό να χτυπάει την πόρτα, τις καμπάνες για τον όρθρο… Άκουσα το βουητό του ανέμου και τη βροχή που έπεφτε στη στέγη. Τα μάτια μου έμεναν κλειστά, αλλά έβλεπα τα πράγματα, την προθήκη, το σκοτεινό παράθυρο, την εικόνα. Τα αντικείμενα στριμώχνονταν γύρω μου, και, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια τους, μου ζητούσαν να τα αφήσω να γυρίσουν σπίτια τους. Στην κιθάρα, τρίζοντας διαπεραστικά, έσπαγαν η μια μετά την άλλη οι χορδές, έσπαγαν χωρίς τελειωμό… Από το παράθυρο κοιτούσαν φτωχοί, γριές, πόρνες, περιμένοντας πότε θα ανοίξει το μαγαζί για να τους επιστρέψω τα πράγματά τους.

Μέσα στον ύπνο μου άκουσα κάτι να γριτσανίζει, κάτι σαν ποντίκι. Γριτσάνιζε για πολύ και μονότονα. Στριφογύρισα και κουλουριάστηκα, γιατί ένιωσα δυνατό κρύο και υγρασία. Τραβώντας πάνω μου την κουβέρτα, άκουσα θρόισμα και ανθρώπινο ψίθυρο.

«Τι άσχημο όνειρο!» σκεφτόμουνα. «Απαίσιο! Να ξυπνούσα καλύτερα!»

Κάτι γυάλινο έπεσε και έσπασε. Πίσω από την προθήκη τρεμόπαιξε μια λάμψη και στο ταβάνι απλώθηκε ένα φως.

«Μη χτυπάς!» ακούστηκε ένας ψίθυρος. «Θα ξυπνήσεις αυτό τον Ηρώδη… Βγάλε τις μπότες σου!»

Κάποιος πλησίασε την προθήκη, με κοίταξε και άγγιξε την κλειδαριά. Ήταν ένας γενειοφόρος γέρος, με χλομό, ισχνό πρόσωπο, σκισμένο στρατιωτικό αμπέχονο και στιβάνια. Τον πλησίασε ένας ψηλός αδύνατος νεαρός με υπερβολικά μακριά χέρια, ριχτή πουκαμίσα και κοντό, σκισμένο μπουφάν. Κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους και βάλθηκαν να παλεύουν με την προθήκη.

«Μας ληστεύουν», άστραψε η σκέψη στο μυαλό μου.

Αν και κοιμόμουν, Θυμήθηκα πως κάτω από το μαξιλάρι μου βρισκόταν πάντα ένα πιστόλι. Το βρήκα και το έσφιξα στο χέρι μου. Στην προθήκη βρόντηξε το τζάμι.

«Σιγότερα, θα τον ξυπνήσεις. Και τότε θα χρειαστεί να τον καθαρίσουμε».

Στη συνέχεια θυμάμαι ότι φώναξα με μια βαθιά, άγρια κραυγή, και φοβισμένος από την ίδια μου τη φωνή πετάχτηκα πάνω. Ο γέρος και ο νεαρός απλώνοντας τα χέρια όρμησαν προς το μέρος μου, αλλά βλέποντας το πιστόλι πισωπάτησαν. Θυμάμαι πως ένα λεπτό αργότερα στέκονταν μπροστά μου κατάχλομοι, και ανοιγοκλείνοντας κλαψιάρικα τα μάτια με ικέτευαν να τους αφήσω να φύγουν. Από το σπασμένο παράθυρο ορμούσε με δύναμη ο άνεμος και έπαιζε με τη φλόγα του κεριού που είχαν ανάψει οι κλέφτες.

«Ευγενέστατε», είπε κάποιος από το παράθυρο με κλαψιάρικη φωνή. «Ευεργέτη μας! Λυπήσου
μας!»

Κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα ένα γερασμένο γυναικείο πρόσωπο, χλομό, κάτισχνο, μουσκεμένο από τη βροχή.

«Μην τους πειράξεις! Άφησέ τους να φύγουν!» έκλαιγε και με κοιτούσε ικετευτικά. «Η φτώχεια
φταίει για όλα!»

«Η φτώχεια!» με διαβεβαίωσε κι ο γέρος.

«Η φτώχεια!» τραγούδησε κι ο άνεμος.

Μου σφίχτηκε από τον πόνο η ψυχή και, για να ξυπνήσω, τσίμπησα τον εαυτό μου… Όμως, αντί να ξυπνήσω, στάθηκα μπροστά στην προθήκη, άρχισα να βγάζω πράγματα και να τα χώνω πυρετωδώς στις τσέπες του γέρου και του νεαρού.

«Πάρτε τα, και γρήγορα!» είπα λαχανιασμένα. «Αύριο είναι γιορτή κι εσείς είστε φτωχοί! Πάρτε
τα!»

Αφού παραγέμισα τις τσέπες τους, τύλιξα τα υπόλοιπα πολύτιμα αντικείμενα σε ένα πανί, του
έκανα ένα κόμπο και τα πέταξα στη γριά. Έδωσα από το παράθυρο στη γριά μια γούνα, ένα ζεμπίλι με ένα μαύρο ζευγάρι μαύρα κεντητά μεσοφόρια και την κιθάρα. Υπάρχουν κάτι παράξενα όνειρα! Μετά, θυμάμαι ότι έτριξε η πόρτα. Ακριβώς σαν να ξεφύτρωσαν από τη γη, εμφανίστηκαν μπροστά μου το αφεντικό, οι φύλακες και οι αστυνόμοι. Το αφεντικό στάθηκε δίπλα μου, εγώ έκανα ότι δεν το βλέπω, και συνέχισα να δένω τα ζεμπίλια.

«Τι κάνεις εκεί, παλιάνθρωπε;»

«Αύριο είναι γιορτή», απαντάω εγώ, «πρέπει να φάνε κι αυτοί».

Στο σημείο αυτό η κουρτίνα πέφτει, μετά ξανασηκώνεται, και βλέπω τότε μια καινούργια διακόσμηση. Δεν είμαι πια στο ενεχυροδανειστήριο, αλλά σε ένα άλλο μέρος. Δίπλα μου περνάει
ένας φύλακας, μου αφήνει για τη νύχτα μια κούπα νερό και μουρμουρίζει: «Για φαντάσου! Για φαντάσου, τι κατέβασε το μυαλό του, παραμονές γιορτών!»

Όταν ξύπνησα, είχε πια φέξει. Η βροχή δε χτυπούσε στο παράθυρο, κι ο άνεμος δε βούιζε. Στον τοίχο έπαιζε χαρούμενα ένας γιορτινός ήλιος. Ο πρώτος που μου ευχήθηκε για τη γιορτή ήταν ο
αστυνόμος.

«Και καλώς ήρθες…» πρόσθεσε.

Ένα μήνα αργότερα με δίκασαν. Για ποιο λόγο; Εγώ διαβεβαίωνα τους δικαστές ότι εκείνο ήταν ένα όνειρο, ότι δεν είναι δίκαιο να δικάσεις έναν άνθρωπο για τον εφιάλτη του. Κρίνετε και μόνοι σας, πώς θα μπορούσα να δώσω τα ξένα πράγματα σε παλιανθρώπους και κλέφτες; Και πού ξανακούστηκε να δίνεις κάτι χωρίς να απαιτείς αντίτιμο; Το δικαστήριο όμως εξέλαβε το όνειρο για πραγματικότητα και με καταδίκασε. Τώρα είμαι στη φυλακή. Μήπως θα μπορούσατε, ευγενέστατε, να πείτε κάτι σε κανέναν για μένα; Μα τον Θεό, δε φταίω.

https://dromospoihshs.home.blog/