Κική Δημουλά, «Η απαρηγορία (Μεγάλη εβδομάδα)»

Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα/ διορατικά μυρίζουν

όταν κάτι δεν πάει καλά/ κάτι απογοητεύει πάλι.

Η μεγάλη εβδομάδα,/ όπως στάζει κερί και τάμα

στη θρησκόληπτη ανάμνηση, στην άθεη απουσία.

Η Κυριακή του Νυμφίου,/ όπως αναστατώνει,

βασίζεις δε βασίζεις το Μεγάλο/ στις αφίξεις.

Οι διάφοροι Νυμφίοι,/ που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται,

κάποια διήμερη εκδρομή,/ κάποια ευκολότερη θρησκεία/ που την ασπάζονται.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεσθημανή

σε κάθε βήμα,/ όπως κατασταλάζεις για το έθιμο

έχουν δεν έχουν ανθίσει οι απορίες.

Οι πατέρες μας, γέροι στο σπίτι,/περιμένουν αυγά και τσουρέκι.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεσθημανή,

τα περιστύλια της υπομονής,

τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις/ τον ετήσιο Ιούδα,

που αργεί να ‘ρθει/ από το ράφτη, απ’ τον κουρέα.

Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις

για να δεχτεί να σε προδίνει ανεξήγητα.

Της καμπάνας η μεγάλη εξάντληση/ κι η απαρηγορία,

ο νηστικός της ήχος/ όπως λιποθυμάει

στα εαρινά αρμόνια/ των καθολικών απογευμάτων.

Οι αργίες,/ οι αργοπορίες,/ οι αγριότητες,

όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας.

Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε/ κι έφτιαξε τη ζωή του.

Η Μυροφόρος έλλειψις,/ που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει.

Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων/ τη Μεγάλη Εβδομάδα

και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια.

Η Αγία Επανάληψη/ η θαυματουργή,/ η αχειροποίητος,

όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα,/ θαμμένη/

σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας,

σε κάποιο πρόγονό μας μέλλον./ Όπως την πιστεύω.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)