…. Σ’ αναζητάω
σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ’ ένα σπίτι που ’πιασε φωτιά.
Κι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για να ’χουν όλοι κοιμηθεί
στο σπίτι…
να λιχνίζει κι ο κίνδυνος την ψυχή μας και να μένει ότι
πιο άγιο και καθαρό.
Νύχτες υψωμένες ως το άπειρο, κι ακόμα ψηλότερα, ως
τον εαυτό μας,
ωριμάζοντας το απίθανο και το οριστικό.

Ήρεμος και απόμακρος, σα μια πράξη που έγινε
και την ακολουθεί η σιωπή.
Αν η καλοσύνη είναι το χέρι του Θεού πάνω απ’ τον κόσμο,
η δικαιοσύνη είναι το πρόσωπο του μεγάλου ανθρώπινου πλήθους
μέσα μας.
Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος,
σ’ ανασηκώνει πάνω απ’ τον εαυτό σου.
Και τότε καταλαβαίνεις
τους πόνους του απείρου
όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο.
Και τους πόνους της γης
για να γεννήσει ένα στάχυ.
Ή τους πόνους ολόκληρης
της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε
ένα τραγούδι.

Και μέσα στη φωνή μας τρέμαν όλοι οι αιώνιοι χωρισμοί.
…μη μας στερήσεις ποτέ, ώ άγια, γλυκιά ζωή
την αγάπη μας για σένα!
Μα τα χέρια τους είναι τυφλά,
σακατεμένα απ’ το βάρος όλων αυτών
που δεν έδωσαν.
Άνθρωποι μικρόψυχοι μέσα στις αρετές τους, κι άλλοι
εξαγνισμένοι απ’ τις πελώριες αμαρτίες τους.
Κι ο κάθε πόνος μας είναι μια μυστική, πικρή επιστροφή
στην άγια ταπεινότητα των απλών πραγμάτων.

Δικές μας απαιτήσεις απ’ τους άλλους,
ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα
και τη δική μας υστεροβουλία.
Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν
ήρθε η ώρα, δώσαν τη θέση τους
σε μια δειλή σιωπή…
Πού να πας τότε; Πού θα κρυφτείς! Τι την έκανες
την ανεπανάληπτη ζωή σου;
Γιατί στο βάθος, μας βασανίζει ανελέητα η απόγνωση
να ’χουμε κάτι ολότελα δικό μας…
Κι ο εγωισμός,
είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος
να υπάρξεις. ….

Τάσος Λειβαδίτης
- από τις "ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΤΑ ΑΛΟΓΙΣΙΑ ΜΑΤΙΑ"