Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα,
Με υπομονή, με αντοχή
κι όλη τη γλύκα της γης πάνω της.
Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό
μέσα στο σπίτι και όλα τα πρόφταινε
ανέκοπα κι αθόρυβα,
σαν να 'χαν τα χέρια της
μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη
που κυβερνούσε με καλοσύνη
την καθημερινή ανάγκη.
''Μπορεί και να 'ναι η νεράιδα''
συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την,
''η νεράιδα που λεν τα παραμύθια''
και κινούσε στο παιδικό μου μυαλό
η φαντασία να δουλεύει.
Μια νύχτα ο πατέρας μου,
περνώντας από τον ποταμό,
την είδε να χορεύει στο φεγγάρι,
χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο,
κι από τότε την έφερε στο σπίτι
και την έκανε γυναίκα του.
Κι όλη μέρα πάει κι έρχεται
η μάνα μέσα στο σπίτι
και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο,
να το ρίξει στα μαλλιά της,
να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται,
να ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες,
να ξεσκεπάζει τα πιθάρια,
να σκύβει κάτω από το κρεββάτι,
κι έτρεμα μην τύχει και βρει
το κεφαλομάντηλό της και γίνει άφαντη.
Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια
και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου.
Οι ώρες που περνούσα
με τη μητέρα μου, ήταν γεμάτες μυστήριο.
Πότε μου διηγόταν για τον πατέρα της,
για το χωριό που γεννήθηκε
και πότε εγώ της στορούσα
τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει
και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου.
Δε μ' έφταναν τα μαρτύριά τους,
έβαζα κι από δικού μου,
ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου
τα κλάματα, τη λυπόμουν,
κάθιζα στα γόνατά της,
της χάιδευα τα μαλλιά,
και την παρηγορούσα:
''Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα,
μη στενοχωριέσαι, σεργιανίζουν
κάτω από ανθισμένα δέντρα,
κουβεντιάζουν με τους αγγέλους
και ξέχασαν τα βάσανά τους.
Και κάθε Κυριακή
βάζουν χρυσά ρούχα και πάνε
να κάμουν βίζιτα στο Θεό.''
Η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της
και με κοίταζε σα να μου 'λεγε:
''Αλήθεια λες;'' και χαμογελούσε...

Αναφορά στον Γκρέκο- Νίκος Καζαντζάκης