Αυγούστου 03, 2020

Ποίηση

Δε σε κάλεσα – μόνη σου
Πλησίασες.
Κάθε βράδυ – η μυρωδιά της μέντας,
Το στενό κι οδοντωτό φεγγάρι,
Η ηρεμία και το σκοτάδι.

Η Σελήνη ανέβαινε από μακριά,
Σαν ήρθες.
Με ύφασμα ανάλαφρο, χωρίς σανδάλια,
Ενώ στους ώμους έτρεμαν
Δυο φτερούγες.

Στο χορτάρι, μόλις που διακρίνεται
Ένα ανάλαφρο ίχνος.
Η φρέσκια μυρωδιά της αγριομέντας,
Το άψυχο, γαλαζωπό
Της νύχτας φως.

Και ζω δίπλα σ’ εσένα
Σαν σ’ όνειρο.
Και ζω κάτω από το φτωχό βλέμμα
Της μακριάς νύχτας,
Θαρρείς και το φεγγάρι εκεί, πάνω απ’ τον κήπο,
Κοιτάζει κατάματα
Τη σιωπή.

7 Δεκεμβρίου 1908

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης 

Я не звал тебя - сама ты
Подошла.
Каждый вечер - запах мяты,
Месяц узкий и щербатый,
Тишь и мгла.

Словно месяц встал из далей,
Ты пришла
В ткани легкой, без сандалий,
За плечами трепетали
Два крыла.

На траве, едва примятой,
Легкий след.
Свежий запах дикой мяты,
Неживой, голубоватый
Ночи свет.

И живу с тобою рядом,
Как во сне.
И живу под бледным взглядом
Долгой ночи,
Словно месяц там, над садом,
Смотрит в очи
Тишине.

7 декабря 1908. . .

Ο Αλεξάντρ Μπλοκ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1880, σε οικογένεια διανοουμένων. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας και ο παππούς του πρύτανης στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Μετά το διαζύγιο των γονιών του έζησε στο Σαχμάτοβο, κοντά σε αριστοκράτες συγγενείς.

Επηρεάζεται απ’ τον μυστικισμό του Σολοβιόφ και τις ιδέες του για τη μεσσιανική αποστολή της Ρωσίας στον κόσμο, για να εξελιχθεί στον πιο σπουδαίο ποιητή του ρωσικού συμβολισμού.

Ο συμβολισμός εκφράζει ιδέες και συναισθήματα. Όχι όμως με την άμεση περιγραφή, ούτε προσδιορίζοντάς τα με φανερές παρομοιώσεις ή συγκεκριμένες εικόνες, αλλά με την υποβολή αυτών των ιδεών και συναισθημάτων, την ανασύνταξη στο νου του αναγνώστη, που χρησιμοποιεί σύμβολα τα οποία δεν επεξηγούνται (βλ. Charles Chadwick, Συμβολισμός, Σειρά: Η γλώσσα της κριτικής, εκδ. Ερμής).

Σε άλλες εκδοχές του συμβολισμού, ο ποιητής εξυψώνεται στη θέση του προφήτη ή καλύτερα ενός οραματιστή, όπως λέει ο Ρεμπώ, που είναι προικισμένος με την ικανότητα να βλέπει, πίσω και πέρα απ’ τα αντικείμενα του πραγματικού κόσμου, τις ουσίες που κρύβονται στον ιδεατό κόσμο.

Κατά τον Μπωντλαίρ, «τα πάντα, μορφή, κίνηση, αριθμός, χρώμα, άρωμα, στον πνευματικό όσο και στον φυσικό κόσμο, είναι μεστά σημασίας, αμοιβαία, αντίστροφα, αντίστοιχα».

Τα ποιήματα του Μπλοκ, από την πρώτη κιόλας περίοδο, είναι άψογα στην ιδεαλιστική εικονοποιία, τη μουσικότητα, το ρυθμό. Αγαπά τη μουσική κι αυτό χαρακτηρίζει όχι μόνο τους στίχους αλλά όλη την ύπαρξή του. Συχνά μιλά με μουσικούς όρους για σημαντικά γεγονότα ή αφουγκράζεται σαν μουσική πράγματα από το μέλλον.

Αργότερα δεν διστάζει να εισαγάγει νεωτεριστικούς ρυθμούς, ακανόνιστους, λαϊκή γλώσσα, αργκό του περιθωρίου (όπως στους Δώδεκα) αλλά και να χρησιμοποιήσει λαϊκά τραγούδια, μπαλάντες, στιχάκια του πεζοδρομίου.

Ένας πρώτος κύκλος είναι τα «Ποιήματα για τη θαυμάσια Δέσποινα» (μτφρ στα ελληνικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης), που είναι αφιερωμένα στη γυναίκα του Λιουμπόφ Μεντελέγιεβα. Ο Μπλοκ βασανίζεται από τη διάσταση ανάμεσα στην πλατωνική θεώρηση της ομορφιάς και τη σκληρή πραγματικότητα στα εξαθλιωμένα προάστια των ρωσικών μεγαλουπόλεων. Πολύ αντιπροσωπευτικό ποίημα γι' αυτό το αίσθημα είναι «Η αναπάντεχη χαρά», που αναφέρει ο Νίκος Καζαντζάκης. Ανήσυχος κι ευαίσθητος, ο Μπλοκ αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Τα χρώματα είναι βασικό συστατικό της ποίησής του γιατί αποτελούν υπαινικτικές, μυστικιστικές νύξεις πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία. Η πρώτη περίοδος κυριαρχείται από το λευκό, την αθωότητα, τη νιότη, τον έρωτα. Η δεύτερη από το μπλε, την αδυναμία εκπλήρωσης των ιδανικών, την απουσία σκοπού. Η τρίτη, η προεπαναστατική, από το κόκκινο της φωτιάς, της επανάστασης, του αίματος.

Ο Αλεξάντρ Μπλοκ, που πέθανε πρόωρα, μόλις το 1921, είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του Αργυρού Αιώνα της ρωσικής λογοτεχνίας (πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.) με τα ποικιλόμορφα ρεύματα (συμβολιστές, παρακμιακοί, ακμεϊστές, φουτουριστές). Η Άννα Αχμάτοβα νεκρολογεί τον αγαπημένο της Αλέξανδρο, τον «ήλιο της ρωσικής ποίησης», όπως αποκαλούσαν και τον Πούσκιν, και τον θεωρεί το ανάστημα εκείνο με το οποίο πρέπει να συγκριθεί κάθε ποιητής για να δει τι αξίζει.

Ποίηση

Σπασμένη

Σ’ όση ζωή μου έχει μείνει στη ζωή
δεν θα βρεθεί μία στιγμή να σε ξεχάσω.
Είναι στο μπόι σου ελάχιστη η Γη
και δεν μπορώ από το βλέμμα να σε χάσω.

Όσο κορμί μου είχε μείνει για κορμί
ράγιζε δίπλα σου, προτού να το κοιτάξεις
κι έτσι σπασμένη, καθώς ήμουν, προτομή
μέσα στα χέρια σου με πήρες να με φτιάξεις.

Σήμερα, τίποτα δεν φέρνει ο καιρός
κι είναι το αύριο θολό και λιγοστεύει.
Τώρα, ο τόπος παραμένει σιωπηρός
και η απόσταση τα σώματα νηστεύει.

Μπορεί ο χρόνος να θαμπώνει τα συμβάντα
μα ό,τι υπήρξε μια φορά, υπήρξε πάντα.

έμμετρη απόδοση Μάνος Ορφανουδάκης

Ποίηση

Αξίζεις μια αγάπη που να σε αγαπά ξεχτένιστη,

με τα πάντα και τις αιτίες που σε σηκώνουν βιαστικά,
με τα πάντα και τα δαιμόνια που δε σε αφήνουν να κοιμηθείς.
Αξίζεις μια αγάπη που να σε κάνει να νιώθεις σίγουρη,
που να μπορεί να καταναλώσει όλο τον κόσμο αν περπατάει χέρι με χέρι με σένα,
που να νιώθει πως οι αγκαλιές σου πάνε τέλεια με το δέρμα της.

Αξίζεις μια αγάπη που να θέλει να χορεύει μαζί σου,
που να επισκέπτεται τον παράδεισο κάθε φορά που κοιτάει τα μάτια σου,
και που δεν βαριέται ποτέ να διαβάζει τις εκφράσεις σου.

Αξίζεις μια αγάπη που να σε ακούει όταν τραγουδάς,
που να σε στηρίζει στα ρεζιλίκια σου,
που να σέβεται ότι είσαι ελεύθερη,
που να σε συνοδεύει στο πέταγμά σου,
που να μην την τρομάζει η πτώση.

Αξίζεις μια αγάπη που να πάρει τα ψέματα,
που να σου φέρει τον ενθουσιασμό,
τον καφέ
και την ποίηση.

Ποίηση

To κάλεσμα του εραστή είναι ένα ερωτικό ποίημα του Xαλίλ Γκιμπράν. Ο «άνθρωπος από τον Λίβανο», όπως είναι γνωστός στο ευρύ κοινό ο Χαλίλ Γκιμπράν, υπήρξε ποιητής, φιλόσοφος και καλλιτέχνης. Στο έργο του » Ο Προφήτης» γράφει για την αγάπη και τον έρωτα.


Που είσαι αγαπημένη;
Μήπως σ’ εκείνο το μικρό παράδεισο,
να ποτίζεις τα λουλούδια που σε κοιτάνε
όπως τα βρέφη το στήθος της μάνας;

Ή μήπως στο δωμάτιό σου,
όπου ο βωμός της αρετής στήθηκε προς τιμή σου
και που σ’ αυτόν προσφέρεις θυσία
την ψυχή και την καρδιά μου;

Ή ανάμεσα στα βιβλία,
γυρεύοντας ανθρώπινη γνώση
ενώ είσαι γεμάτη ουράνια σοφία;

Ω συντρόφισσα της ψυχής μου, που είσαι;
Προσεύχεσαι στο ναό; Ή καλείς τη Φύση στο λιβάδι,
λιμάνι των ονείρων σου;

Είσαι στις καλύβες των φτωχών,
παρηγορώντας τους πονεμένους με τη γλύκα της ψυχής σου
και γεμίζοντας τα χέρια τους με τη γενναιοδωρία σου;

Είσαι το πνεύμα του Θεού παντού. Είσαι δυνατότερη απ’ τους αιώνες.
Θυμάσαι τη μέρα που συναντηθήκαμε,
όταν μας τύλιγε το φωτοστέφανο του πνεύματός σου;
Και πλανούνταν γύρω μας οι άγγελοι του Έρωτα δοξολογώντας τις πράξεις της ψυχής;

Θυμάσαι τα μονοπάτια και τα δάση που περπατούσαμε μ’ ενωμένα τα χέρια,
σφιχταγκαλιασμένοι σα να κρυβόμαστε μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς;
Θυμάσαι την ώρα που σ’ αποχαιρέτησα και το αγνό φιλί σου πάνω στα χείλη μου;

Εκείνο το φιλί που με δίδαξε ότι η ένωση χειλιών ερωτευμένων
φανερώνει ουράνια μυστικά ανέκφραστα απ’ τη γλώσσα.
Ήταν η εισαγωγή σ’ ένα μακρόσυρτο στεναγμό
σαν την ανάσα του Παντοδύναμου που έκανε άνθρωπο το χώμα.

Εκείνος ο στεναγμός μ’ οδήγησε στον πνευματικό κόσμο
δείχνοντάς μου τη δόξα της ψυχής μου.
Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.

Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου
κι έλεγες: «Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα
για γήινους σκοπούς και χώρια να ζουν ο κόσμος τ’ αναγκάζει.

Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.
Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε εκπρόσωπό της.

Υπάκουσέ την,
γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της την κούπα της γλύκας της ζωής.

Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά,
η αγάπη σου θα ’ναι η παρηγοριά μου.
Κι η θύμησή σου Αιώνιος Γάμος.»

Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ;
Είσαι ξύπνια μέσα στη σιωπή της νύχτας;
Ας σου φέρνει ο καθάριος άνεμος
τους χτύπους της καρδιάς μου κι όλη μου την αγάπη.

Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.

Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου
που καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.

Που είσαι αγαπημένη;
Ακούς το κλάμα μου πέρα απ’ τον ωκεανό;
Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;

Υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα
για να σου φέρει την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου;
Υπάρχει μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;
Που είσαι, όμορφο αστέρι μου;

Το σκοτάδι της ζωής μ’ έριξε στην αγκαλιά του.
Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα ’ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο!
Θα με στηρίξει!

Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!
Και πόσο μικρός εγώ!

Ποιητής, φιλόσοφος καὶ καλλιτέχνης, γεννήθηκε στὸ Λίβανο, μιὰ γῆ ποὺ γέννησε πολλοὺς προφῆτες. Τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀραβόφωνων λαῶν, ποὺ γνωρίζουν τὰ κείμενά του, τὸν θεωροῦν διάνοια τῆς ἐποχῆς του. Ἡ φήμη του καὶ ἡ ἐπίδρασή του, ὅμως, ἁπλώθηκαν πέρα ἀπὸ τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολή. Ἡ ποίησή του μεταφράστηκε σὲ περισσότερες ἀπὸ εἴκοσι γλῶσσες. Τὰ σχέδια καὶ οἱ πίνακές του ἐκτέθηκαν σὲ πολλὲς πρωτεύουσες τοῦ κόσμου. Ὁ Αὔγουστος Ροντέν, ὁ δάσκαλός του, τὰ συνέκρινε μὲ ἐκεῖνα τοῦ Γουίλιαμ Μπλέικ. Ἐγκαταστάθηκε στὶς ΗΠΑ, ὅπου τὰ τελευταῖα εἴκοσι χρόνια τῆς ζωῆς του ἄρχισε νὰ γράφει στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα. Στὴν ποίησή του, ἡ φλόγα τῆς νιότης, συνδυασμένη μὲ τὴ σοφία τῆς ὡριμότητας, διαπερνᾷ τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας καὶ ὁραματίζεται ἕνα νέο κόσμο ὀμορφιᾶς καὶ δικαιοσύνης. Ὁ Προφήτης (τὸ πιὸ γνωστό του ἔργο) καὶ τὰ ἄλλα ἔργα του, ποὺ ἐκδόθηκαν μαζὶ μὲ τὰ μυστικιστικά του σχέδια, ἀγαπήθηκαν ἀπὸ ἀναρίθμητους ἀναγνῶστες, ποὺ βρίσκουν μέσα τοὺς μιὰ ἔκφραση τῶν βαθύτερων συλλήψεων τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ του.

Ἔργα: «Τὰ σπασμένα φτερά», «Σκέψεις καὶ διαλογισμοί», «Ὁ προφήτης», «Ἄμμος καὶ ἀφρός», «Ὁ κῆπος τοῦ προφήτη», «Τὰ μυστικὰ τῆς καρδιᾶς, Δάκρυ καὶ χαμόγελο»,Οἱ νύμφες τῆς κοιλάδας», «Ὁ θάνατος τοῦ προφήτη», «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ Λίβανο», «Ὁ Ἰησοῦς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου», «Ἡ φύση τῆς καρδιᾶς», «Ἀνάμεσα στὴ νύχτα καὶ τὴν αὐγή», «Πεζὰ ποιήματα», «Ἡ πομπή», «Οἱ γήινοι θεοί», «Ἡ σοφία τοῦ Τζιμπράν», «Ὁ τρελός», «Ὁ πρόδρομος», «Ἡ φωνὴ τοῦ δασκάλου», «Ἡ λιτανεία», «Ὁ περιπλανώμενος», «Καθρέφτες τῆς ψυχῆς», «Ἀνυπόταχτες ψυχές».

Ποίηση

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,

ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».

Μενέλαος Λουντέμης

Ποίηση

-1-
Άν έπρεπε να πω
τώρα μιλώ για σένα
του καλοκαιριού.
-2-
Ο ήλιος πέφτει
στα χρυσαφένια μαλλιά
και δύουν μ΄αυτόν
-3-
Άν έπρεπε να πω
κοιτώ το δειλινό σου
με χρώματα
-4-
Αίσθηση ζωής
αναζητάς το αθώο
στα φωτισμένα
-5-
Αμμουδιά χρυσή
φωτιά στις πέτρες
περιστρέφεσαι
-6-
Άν έπρεπε να πω
φωτίζεις τις νύκτες μου 
στέγες του μυαλού
-7-
Ιούλης μπήκε
επιθυμίες, στροφές
τη σάρκα σου θα πιω
-8-
Όνειρα σοφά
αφήσαμε άθικτα
ιππόκαμπος μπλε
-9-
Μη μετράς χρόνους
άναβε μόνο κεριά
σαν άστρα ψηλά
-10-
Κοντοστέκεσαι
αύρα θαλασσινή μου
σκοτεινή σπηλιά
-11-
Άν έπρεπε να πω
φωνή της πανσελήνου
ήχος Ιούλη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.

Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή.

Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

 Συλλογή "Καλοκαιρινές Διαδρομές"

 Γράφει Η Μίκα Καππάτου 

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Φωτιές του Αϊ Γιάννη

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε ή μέρα και δεν άρχισε ή άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα 'χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στή ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια,
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ πού γνώρισες τη χάρη τις πέτρας πάνω στο θα-
λασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε ή γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ' αστέρια.

(Λονδίνο, Ιούλιος 1932)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δ΄

Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής∙
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή –

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.


Με τους στίχους αυτούς ο Σεφέρης κλείνει το Θερινό Ηλιοστάσι, το τελευταίο από τα Τρία Κρυφά Ποιήματα, αφήνοντας ένα μήνυμα αναγέννησης και επαναδημιουργίας της ζωής.
Αναλυτικότερα:
Ο Σεφέρης αισθάνεται ότι η ζωή του, και η ζωή εν γένει, έχει φτάσει σ’ ένα σημείο όπου μόνο ο θάνατος θα μπορέσει να την επαναφέρει στην πρωταρχική της ιδανική μορφή. Θα πρέπει όλα να καούν ώστε να μπορέσουν να γεννηθούν εκ νέου εξαγνισμένα και έτοιμα να δομηθούν σε νέες ουσιαστικές βάσεις. Η κοινωνία που έχει φτάσει πια στην παρακμή, οι σχέσεις των ανθρώπων, οι παρωχημένοι πολιτικοί τρόποι, όλα πρέπει να καούν.
Το λιωμένο μολύβι του κλήδονα αναφέρεται σ’ ένα παλιό έθιμο της γιορτής του Αγίου Ιωάννη του Κλήδονα, κατά το οποίο οι ανύπαντρες γυναίκες έριχναν λιωμένο μολύβι σε δοχεία με νερό και από τις μορφές που σχηματίζονταν, καθώς το μολύβι ψύχονταν, επιχειρούσαν να μαντέψουν τι τους επιφύλασσε το μέλλον. Η αναφορά επομένως στο λιωμένο μολύβι του κλήδονα αναφέρεται στις ελπίδες που έχουν οι άνθρωποι για το μέλλον τους.
Οι ελπίδες αυτές, μαζί με το λαμπύρισμα της καλοκαιρινής θάλασσας που συμβολίζει την ομορφιά της ζωής, συνθέτουν αυτό που μας δίνεται από τον ποιητή ως η γύμνια ολόκληρης της ζωής. Ελπίδες και όμορφες εικόνες δεν αρκούν για να δώσουν στέρεη υπόσταση στη ζωή μας, καθώς οι ελπίδες μπορούν εύκολα να διαψευστούν και η ομορφιά της καλοκαιρινής θάλασσας δεν είναι παρά μια πρόσκαιρη κατάσταση μιας και σύντομα θα επανέλθει ο χειμώνας και η θάλασσα θα δείξει τη βίαιη φύση της.
Κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής, της τόσο ρευστής ανθρώπινης ζωής, γυρεύει να καεί. Η κίνηση και το σταμάτημα, το πλάγιασμα του σώματος αλλά και το απότομο τίναγμα, το χάδι και το φιλί, κάθε μία από αυτές τις καθημερινές μας κινήσεις που τόσο τυχαία κατευθύνονται και ανατρέπονται, γυρεύουν να καούν.
Ο ποιητής αντιμέτωπος με τη ρευστότητα της ζωής, με τη γύμνια της ζωής μας, που τόσο εύκολα παρασύρεται από φρούδες ελπίδες, από πρόσκαιρες εικόνες ομορφιάς και που τόσο εύκολα μπορεί να οδηγηθεί σε μια μοιραία ανατροπή, ζητά να δοθούν όλα στη φωτιά και να φτάσουν έτσι στο τέλος τους.
Όπως το πεύκο κυριευμένο από τη ζέστη του καλοκαιριού οδηγείται στη λύτρωση της αυτανάφλεξης, έτσι και η ανθρώπινη ζωή θα πρέπει να ζητήσει τη λύτρωσή της στο θάνατο. Όπως το δέντρο που έχει παραδοθεί στη ζέστη και την ανομβρία επιχειρεί να γλιτώσει από το μαρτύριο και γεννά μόνο του τη φλόγα που θα το κάψει, έτσι και οι άνθρωποι με την τόσο ανυπόστατη ζωή, θα πρέπει να αναζητήσουν τη δική τους φλόγα που θα τους γλιτώσει από το μαρτύριό τους.
Ο ποιητής πλησιάζοντας προς το τέλος της ζωής του, δίνεται εκ νέου στα συναισθήματα απαισιοδοξίας που τόσο είχαν ταλαιπωρήσει τα νεανικά του χρόνια, με τη διαφορά ότι πλέον αποζητά την αναγέννηση και την αναδημιουργία μέσω της συνέχειας που μπορεί να δοθεί από τα παιδιά, από τη νέα γενιά. Τα παιδιά θα πάρουν τις στάχτες από ό,τι έχει υπάρξει μέχρι τώρα και θα μπορέσουν να χτίσουν μια νέα πραγματικότητα, χωρίς τα μειονεκτήματα και τις ελλείψεις της μέχρι τώρα ζωής, όπως τουλάχιστον την έχει γνωρίσει ο ποιητής.
Η δύναμη αναδημιουργίας του Φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του δίνει στον ποιητή την ελπίδα πως οι νέοι, τα παιδιά, θα μπορέσουν από τις στάχτες της παλιότερης ζωής να φτιάξουν μια νέα, καλύτερη ύπαρξη. Άλλωστε ό,τι πέρασε πέρασε. Ο ποιητής δε θεωρεί ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να παραμένουν δέσμιοι του παρελθόντος, καθώς μια τέτοια αντιμετώπιση μόνο ανασταλτικά θα μπορούσε να λειτουργήσει στο όραμα του ποιητή για μια επαναδημιουργία της ζωής.
Ό,τι πέρασε πέρασε και πρέπει να καεί, το παρελθόν θα πρέπει να γίνει θυσία προς όφελος ενός ιδανικού μέλλοντος, αλλά δεν αρκεί μόνο αυτό, ακόμη και το παρόν, ακόμη και το τώρα της ζωής θα πρέπει να γίνει παρανάλωμα για να μπορέσει πραγματικά η ζωή να αναδημιουργηθεί εκ του μηδενός.
Ακόμη και ό,τι δεν έχει περάσει ακόμη, ακόμη και ό,τι δεν είναι έτοιμο να θεωρηθεί ως παρελθόν θα πρέπει να καεί, αυτό το μεσημέρι που ο ήλιος έχει καρφωθεί στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου. Ο ποιητής επαναφέρει στο κλείσιμο του ποιήματος την ανάγκη να δοθούν όλα στη φωτιά αμέσως, καθώς η καθυστέρηση του τέλους δεν έχει σε τίποτα να ωφελήσει τους ανθρώπους.
Αυτό το μεσημέρι θα πρέπει να γίνει η αρχή του τέλους, αυτό το μεσημέρι που ο ήλιος έχει καρφωθεί στην καρδιά ενός ρόδου εκατόφυλλου.

Ο ποιητής επιλέγει το εκατόφυλλο ρόδο και όχι το τριαντάφυλλο, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι το εκατόφυλλο υπήρξε δημιούργημα των ανθρώπων, μέσω διασταυρώσεων, και όχι δημιούργημα της φύσης. Ο άνθρωπος είναι ικανός για τη δημιουργία νέας ιδιαίτερης ζωής, αλλά είναι ικανός και για την αναδημιουργία της ζωής αν αφήσει να δοθούν όλα στη φωτιά.https://latistor.blogspot.com/

Ποίηση

Είσαι ο ουρανός ο απέραντος

Eίσαι ο ουρανός ο απέραντος κι είσαι κι η μικρή φωλιά 
Η ακτίνα Σου έρχεται απάνω σε τούτη τη γη, τη δική μου,
με αγκαλιά ορθάνοιχτη, όλη την ημέρα, για να φέρει σα γυρίσει
πίσω στα πόδια Σου σύννεφα
γινωμένα από τα δάκρυά μου,
από τους στεναγμούς μου κι από τα τραγούδια μου 
Πάντα στη ζωή μου Σε αναζήτησα με τα τραγούδια μου.
Ήταν αυτά που μ’ οδήγησαν από πόρτα σε πόρτα και μ’ αυτά ένιωσα
ολόγυρά μου, ψάχνοντας κι αγγίζοντας τον κόσμο μου.

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ (1861 - 1941) Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ πηγή: Βικιπαίδεια
Ινδός ποιητής και μυθιστοριογράφος που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1913. Έκανε πολλά ταξίδια και επισκέφθηκε ανάμεσα σε άλλες χώρες και την Ελλάδα. Έγραψε ποιήματα για τη φύση, την αγάπη και την παιδική αθωότητα. Παράλληλα ασχολήθηκε με πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Μερικά από τα βιβλία του είναι: Εκατό ποιήματα του Καμπίρ, Πυγολαμπίδες, Η θρησκεία του ανθρώπου.

 

Ποίηση

Γιώργος Σεφέρης «Θερινό Ηλιοστάσι»

( σελ. 277-306, Τα Ποιήματα, Ίκαρος 1976)

Α΄

Ο μεγαλύτερος ήλιος από τη μια μεριά
κι από την άλλη το νέο φεγγάρι
απόμακρα στη μνήμη σαν εκείνα τα στήθη.
Ανάμεσό τους χάσμα της αστερωμένης νύχτας
κατακλυσμός της ζωής.
Τ’ άλογα στ’ αλώνια
καλπάζουν και ιδρώνουν
πάνω σε σκόρπια κορμιά.
Όλα πηγαίνουν εκεί
και τούτη η γυναίκα
που την είδες όμορφη, μια στιγμή
λυγίζει και δεν αντέχει πια γονάτισε.
Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες
και γίνουνται άστρα.

Παραμονή της μακρύτερης μέρας.

Β΄

Όλοι βλέπουν οράματα
κανείς ωστόσο δεν τ’ ομολογεί∙
πηγαίνουν και θαρρούν πως είναι μόνοι.
Το μεγάλο τριαντάφυλλο
ήτανε πάντα εδώ
στο πλευρό σου βαθιά μέσα στον ύπνο
δικό σου και άγνωστο.
Αλλά μονάχα τώρα που τα χείλια σου τ’ άγγιξαν
στ’ απώτατα φύλλα
ένιωσες το πυκνό βάρος του χορευτή
να πέφτει στο ποτάμι του καιρού –
το φοβερό παφλασμό.

Μη σπαταλάς την πνοή που σου χάρισε
τούτη η ανάσα.

Ποίηση

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις

 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή