Μαΐου 27, 2020

Ποίηση

Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ
καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
πάλι τὸ καλοκαίρι
χαμογελοῦσε.

Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς*
στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες
πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ
πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες
ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ
τί θά ῾τανε καλύτερο
νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ
ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ
νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ
ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα
κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν
ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε
καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα.

Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς
οἱ γέροντες ἀστόχησαν
κι ὅλα τὰ παραδώσανε
ἀγγόνια καὶ δισέγγονα
καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ
καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα
καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός
τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ
καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα
καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα
κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ
ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ
ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός
μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων
κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ
κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση
μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη
καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε
ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς
καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε
καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε.

Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε
φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ
σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ
μέσα σε φλόγες κίτρινες
καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα
ἀνοίγοντας παράθυρα
στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν
χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους.
Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ
τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο
πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ
νὰ πάει στὰ ἐπουράνια
ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος
ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός,
ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα
τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα
στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο
ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ
τὸν ἱδρωμένο τράχηλο
τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε
χτυπώντας ἀνωφέλευτα.

Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ
ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση
ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

16 Μαρτ. ῾39

ροδαμός και αροδαμός, νέος βλαστός με μεγάλη ανάπτυξη
Πηγή: http://crete.mmx.gr

*****************
Με το ποίημα αυτό του Σεφέρη έχουμε άμεση εμπλοκή του ποιητή με τον επερχόμενο πόλεμο. Εδώ μάλιστα στο ποίημα αυτό δεσπόζουν τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας, η παράδοση και η κατάληψή της από τον Χίτλερ το Μάρτη του 1939.
Η ημερομηνία 16 Μαρτίου του ‘39 συνδέει άμεσα την υποδομή του ποιήματος με το συγκεκριμένο γεγονός της τεμαχισμένης Τσεχοσλοβακίας. Στο ποίημα δεσπόζουν οι άσπροι γέροντες, που αδύναμοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους, θα παραδώσουν την πατρίδα αμαχητί στον εχθρό.
Ξεκινώντας από τη στάση των πολιτών της Τσεχοσλοβακίας και επικρίνοντάς τους, ο ποιητής διακηρύσσει σε ολόκληρη την οικουμένη ότι το χρέος των πολιτών δεν είναι η παράδοση, αλλά ο αγώνας και η θυσία. Οπωσδήποτε το ποίημα είναι πολιτικό και μας δίνει την αντίσταση του ποιητή μπροστά στη φασιστική τυραννία και ακόμα την αηδία για την παθητικότητα και ανικανότητα των γερόντων της πολιτικής.
Γράφοντας στο Ημερολόγιό του για την κατάσταση της Ευρώπης, λίγες μέρες πριν (4 Μάρτη του ‘39) επισημαίνει πως η Ευρώπη περνά την εποχή των Κυκλώπων. Ηρωικό δηλαδή στάδιο και επιστροφή στην άλογη βία και τη διάλυση κάθε πολιτικής οργάνωσης. Ακόμα την ίδια εποχή θα γράψει:

“Μια δύναμη του κακού βρήκε τον τρόπο να εξευτελίζει, να στραπατσάρει, να εκμηδενίζει ένα ολόκληρο κόσμο, βγάζοντας στην επιφάνεια την ιδιοτέλεια, τη δειλία, τη μικροπρέπεια, την ποταπότητα, που πάει να πιστέψει κανείς πως είναι οι βασικές ιδιότητες των ανθρώπων που κυβερνούν αυτό τον κόσμο. Η δύναμη αυτή του κακού έχει την όψη ενός τέλεια μηχανοποιημένου κτήνους, όλως διόλου ανεύθυνου, γιατί ο άνθρωπος και η ανθρωπιά δεν παίζει κανένα ρόλο στο σύστημά της. Βουλιάζεις εκεί μέσα χωρίς κανένα κλωνάρι για να κρατηθείς” (Μερ. Γ σελ. 113 Δευτέρα 10-4-1939).

Λόγοι σοφοί, αλλά και προφητικοί για την επερχόμενη θύελλα και την εκμηδένιση κάθε ανθρώπινης αξίας από τα ναζιστικά στρατεύματα.

Ποίηση

Οι «Μέρες Επιταφίου» ήταν μια παραγγελία του Μάνου Χατζιδάκι για να έγραφε εκείνος μουσική πάνω στους στίχους του Νίκου Γκάτσου και να παρουσίαζε, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, ένα έργο κατάλληλο για τη Μεγάλη Εβδομάδα (1990).

Κάτι που, τελικά, δεν πραγματοποιήθηκε.

Μεγάλη Δευτέρα

Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.

Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.

Μεγάλη Τρίτη

Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίον για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτ’ ο καιρός που ειν΄ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.

Μεγάλη Τετάρτη

Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι.

Μεγάλη Πέμπτη

Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρέμεται σήμερα σε ξύλο
ίλεως Κύριε γενού!
Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!

Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τ‘ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.

Μεγάλη Παρασκευή

Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό
κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τ’ ακουμπώ
φίλε δακρυοπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.

Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε.
των αρίστων άριστε.

Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε.
των μεγίστων μέγιστε.

Μέγα Σάββατον

Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.

Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.

Μες στων καιρών την ανημποριά
διώξε το γρέγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
με του θριάμβου σου την κραυγή.

 

Ποίηση

Κάτω από τις ράγες του τραίνου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών

Όταν όλα περάσουν, πάντα σε περιμένω.

Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.

Κάτω από το καθετί που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν
Σε περιμένω

Μανώλης Αναγνωστάκης

Ποίηση

“Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,

ίσως γιατί έπρεπε να δακρύσει,

ίσως γιατί οι συφορές έρχονται.

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι

απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.

Δε βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη

στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη

κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,

στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει

το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη.

Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες

και κρύβονται στα μάτια της, τη βρέχει

μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια

και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει

καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.”

(Κώστας Καρυωτάκης, Άπαντα, εκδ. Πέλλα).

Ποίηση

Mια πασχαλιά τυλίγει ένα παλιό κτίριο στη Μαυρομιχάλη, και παρακεί τα χελιδόνια χτίσαν φωλιές και τραγουδούν, τιτιβίζουν από νωρίς το πρωί....
Μόνο αυτά ακούγονται, περίεργο απόλυτη ησυχία, ίσως η ησυχία του Κυριακάτικου πρωινού...

Μυρωδιές, μυρωδιά πασχαλιάς με αναμνήσεις ένα σωρό...Πασχαλιά, Πάσχα, άνοιξη, διακοπές...Ελευθερία....Ζωή...

Σκέφτομαι όλα αυτά που άλλαξαν γρήγορα, βίαια, αναγκαστικά, ανατρεπτικά.
Τον Μάρτη τον χάσαμε, δεν πήραμε χαμπάρι πως, και ο Απρίλης;; Πως θα κυλήσει άραγε;
Μια αγωνία στις ψυχές μας, μια ανησυχία από όλους..

Όλα ξάπλωσαν κάτω, έφυγε η δύναμη κάποιων, πολλών η φωνή και η ισχύς....

Τώρα, όλοι είμαστε ίδιοι ξαφνικά...Πως είναι δυνατόν;;

Στη άκρη όλα τα άλλα...Προέχει η ζωή μας!!!
Όλοι το ίδιο συναίσθημα, κλεισμένοι σπίτι το απέραντο οχυρό μας παρέα με το φόβο και τους "άγνωστους δικούς μας"
Πως να διαχειριστούμε όλο αυτό που συμβαίνει...Ευελιξία λένε οι ειδικοί, ψυχραιμία..
Και η άνοιξη;;;
Που είναι;;
Πρέπει να είμαστε διαθέσιμοι αλλά λιγότερο απαιτητικοί και τελειοποιητικοί....
Πρέπει να είμαστε ήρεμοι!
Και η άνοιξη;
Ψηλά πίσω από τα σύννεφα του φόβου εκεί πάντα υπάρχει ο ήλιος, το φως της ζωής, της άνοιξης, της Πασχαλιάς
Εκεί λοιπόν στο φως, θα χτίσουμε την νέα πραγματικότητα μεταμορφώνοντας το φόβο σε πίστη, αφοσίωση και ευγνωμοσύνη φωτίζοντας ξανά τα βλέμματά μας!
Και η άνοιξη;;
Θα ' ρθει!
Πίστη και αφοσίωση στον εαυτό μας, μάθετε το και στους άλλους, έστω διαδικτυακά!
Στο νέο που έρχεται, γεννιέται προκειμένου να προχωρήσουμε τη ζωή μας!
Να ενώσουμε τις γέφυρες μας απ΄την αρχή με νέες εμπειρίες με λιτότητα, πειθαρχία, αντοχή, απλή ζωή...
Ας αφήσουμε τα προηγούμενα, τα παλιά να φύγουν να χαθούν στα σύννεφα του φόβου, στην ομίχλη να τα ξεχάσουμε να συγχωρέσουμε!
Και η άνοιξη;;
Έρχεται, ήλθε, κρατώντας τη σκέψη, τη πίστη, τη διάθεση ενεργή και τη καρδιά μας ανοιχτή!
Η άνοιξη είναι εδώ τρυπώνει παντού αρκεί να το θέλουμε, διαλύει το κακό και χαμογελά παρέα με τις πασχαλιές της Μαυρομιχάλη, τα χελιδόνια, τα αρώματα, τη ΖΩΗ !!

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου.

Τι μπορώ να πω για τον Παρθενώνα...
Ο ναός σαν πλοίο, δονείται, τεντώνεται,
πλέει αν και ακίνητος, διασχίζοντας τους αιώνες.

Κατεβήκαμε με το αυτοκίνητο στη θάλασσα.

Πόσο όμορφα είναι
τα ανέγγιχτα χείλη της θάλασσας
όταν αγγίζουν μιαν άγρια παραλία.

Πίσω μας λόφοι και πράσινες πεδιάδες.
Στο βάθος η Ελευσίνα.
Ο ουρανός απόλυτα λείος.

Γευματίσαμε στο Σούνιο.

Οι κολώνες
άσπρες σαν κιμωλία, ψηλές σαν φάροι.

Γυρίσαμε,
εννοείται περνώντας φουντωτά δέντρα,
κόκκινα τετραγωνισμένα χωράφια,

αφήνοντας πίσω μας τσιγγάνικα τσαντίρια,
σαν ινδιάνικα καλύβια από κλαδιά φτέρης.

Σήμερα
- τι όμορφα ήταν σήμερα -

στη μικρή βυζαντινή εκκλησία,
στους πρόποδες του Υμηττού.

Το θρόισμα των κυπαρισσιών.

Κάμαρες χτισμένες ψηλά σαν χελιδονοφωλιές,
με κομμάτια σκαλισμένο μάρμαρο στις παραστάδες.

Η μικρή αυλή.

Το άρωμα των λουλουδιών.
Ένα ματσάκι άγριες ανεμώνες και ορχιδέες.

Η ζωή μοιάζει τόσο ελεύθερη,
γεμάτη απ' όλα τα καλά.

Γιατί δε μπορούμε να ζούμε για πάντα έτσι;
αναρωτήθηκα.

Να γίνουμε εραστές της ζωής
και να τρώμε μόνο ψωμί, γιαούρτι, αυγά,
ας πούμε στην Κρήτη.

Το Λονδίνο δε φτάνει, ούτε το Σάσσεξ.

Θες να ξαναγυρίσεις
σ' αυτούς τους φιλικούς ανθρώπους,
απλώς και μόνο για να μιλήσεις.

Η ώρα είναι δέκα παρά πέντε.
Και που βρίσκομαι και γράφω με πένα και μελάνι;

Στους Δελφούς, κάτω από μιαν ελιά,
σε γη στεγνή, στρωμένη με άσπρες μαργαρίτες.

Ακούγονται κουδούνια κατσικιών.

Ένας γέρος ξεπέζεψε από το μουλάρι του
και μια ακρίδα μόλις έκατσε πάνω στην ελιά.

Σήκωσα το κεφάλι μου
και είδα τα βουνά σαν λάμες μαχαιριών.

Και ένιωσα σαν ένα μαχαίρι
να έξυσε ένα αμβλύ όργανο που υπήρχε μέσα μου,

γιατί δε μπορούσα να βρω κανένα ψεγάδι

σε αυτή τη λυγερή, αθλητική ομορφιά,
τη βουτηγμένη στο χρώμα,

χωρίς να 'ναι ψυχρή, χωρίς ίχνος χυδαιότητας,
αλλά πανάρχαια από ανθρώπινη ζωή.

Κόρινθος, Ναύπλιο, Μυκήνες,
Μυστράς, Τριπολιτσά, κι από εκεί,
πίσω στην Αθήνα.

Κοντεύει δώδεκα
αλλά η Αθήνα δε φαίνεται να νυστάζει.
Αύριο τέτοια ώρα θα φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη.

Είμαι στην Ελλάδα.

Είμαι ήρεμη,
φιλική προς όλα,
χαλαρή.

Είμαι ευτυχισμένη.

Βιρτζίνια Γουλφ

Αποσπάσματα από το βιβλίο της:

''Ελλάδα και Μάης μαζί''

Ποίηση

Λες έχω αμπέλια και χωράφια και σπίτια και γης. Κουράδες έχεις. Κανένας άνθρωπος δεν έχει γη. Η γης έχει εμάς και σπάει κέφι μαζί μας, άσε που την ενοχλάμε κάθε λίγο σαν κοτόψειρες.

Δύναμη; Μπούρδες. Ίδρωσες να κάνεις μια πολυκατοικία 46 διαμερίσματα και πλακώνει ένας σεισμός και στην κάνει λιάδα. Πήρες παρασήματα και χειροκροτήματα και ζήτω και έρχεται αδερφάκι μου ένα τόσο δα μικρόβιο από συνάχι και σε κάνει μια πτωματάρα χωρίς να το καταλάβεις.

Έβαλες παρά στην μπάντα και διέταξες κόσμο κάντε έτσι ρε μερμήγκια ασήμαντα, και σε πιάνει ένα κόψιμο και είσαι ρεζίλης στην λεκάνη του καμπινέ. Κάνεις το δυνατό κι έτσι και πιάσει μια παγωνιά τρέμεις σαν παλιόσκυλο και από την άλλη μεριά, μια μολόχα, ένα χορταράκι ασήμαντο, κάθεται όλη νύχτα και τρώει τους αέρηδες και το χιονιά και το πρωί είναι φρέσκο και δεν τούγινε τίποτα.

Πούν’ η δύναμή σου ρε φιόγκο κάτου από τούτο εδώ το Σύμπαν που μας πλακώνει με το βάρος του; Πούναι τα μεγαλεία σου και το τουπέ σου;

Μια ανάποδη να πάρουνε τα πράματα, στα λεφτά, στα πολιτικά, στην υγεία, στα όλα που την βασίζεις, πας, ξεγράφτηκες και μήτε που θέλουνε να σε θυμούνται οι άλλοι.

Πέθανες και περάσανε πενήντα χρόνια και μήτε κανένας ξέρει αν υπήρξες και αν έκανες και σε φοβηθήκανε και σε λογαριάσανε.

Νίκος Τσιφόρος -Τα Παιδιά της Πιάτσας

Ποίηση

«Τι κρίμα για σένα, αν πιστεύεις ότι υπάρχει μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί στατιστικά. Πραγματικά σε λυπάμαι αν διευθύνει τη ζωή σου μόνο αυτό που μπορεί να μετρηθεί, γιατί εμένα με κεντρίζει το απροσμέτρητο. Με κεντρίζουν τα όνειρα, όχι μόνο αυτό που είναι μπροστά μου. Δε δίνω δεκάρα γι’ αυτό που βρίσκεται μπροστά μου. Αυτό το βλέπω. Αν θες να περάσεις τη ζωή σου μετρώντας το, είναι δικαίωμά σου, εμένα όμως με ενδιαφέρει αυτό που βρίσκεται πιο έξω. Υπάρχουν τόσα που δε βλέπουμε, δεν πιάνουμε, δε νιώθουμε, δεν καταλαβαίνουμε.

Υποθέτουμε πως η πραγματικότητα είναι αυτό το κουτί που μας βάλανε μέσα, κι όμως σας βεβαιώνω πως δεν είναι έτσι. Ανοίξτε την πόρτα κάποτε και κοιτάξτε τι υπάρχει έξω. Το όνειρο του σήμερα θα είναι η πραγματικότητα του αύριο. Κι όμως έχουμε ξεχάσει να ονειρευόμαστε».

«Κατ’ αρχήν πιστεύω ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αγαπάει είναι ότι αγαπάει τον εαυτό του. […] Δε μιλάω για το χάιδεμα του εγώ μας.

Μιλάω για τον άνθρωπο που συνειδητοποιεί, ότι δεν μπορείς να δώσεις παρά αυτό που έχεις και γι’ αυτό καλά θα κάνεις να προσπαθήσεις όσο μπορείς ν’ αποχτήσεις κάτι. Θέλεις να είσαι ο πιο μορφωμένος, ο πιο λαμπερός, ο πιο ενδιαφέρων, ο πιο πολυτάλαντος, ο πιο δημιουργικός άνθρωπος του κόσμου, γιατί έτσι θα μπορέσεις να τα δώσεις όλα αυτά. Ο μοναδικός λόγος που έχεις κάτι είναι για να το δίνεις».«Θεωρούμε το «εγώ» μας σαν κάτι ουσιαστικό, τον εαυτό που κατασκευάσαμε. Θα σας πω όμως μια αλήθεια, δεν τον κατασκευάσατεεσείς αυτό τον εαυτό. Άλλοι τον έφτιαξαν. Οι άλλοι σας είπαν ποιος πρέπει να είστε και ποιος όχι, πώς πρέπει να κινείστε, να μυρίζετε και να κάνετε τα περισσότερα πράγματα που κάνετε. 

Βγες από τον εαυτό σου και άφησέ τον εκεί. 

Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπουν μέσα σου τα νέα μηνύματα. Ο εαυτός κατασκευάζει τεράστια τείχη γύρω του για «αυτο»προστασία. Αυτά τα τείχη τα ονομάζει πραγματικότητα. Ο,τιδήποτε δεν ταιριάζει μ’ αυτό που ο περιτειχισμένος εαυτός θεωρεί πραγματικό, δεν αφήνεται να περάσει από το τείχος∙ έτσι, όταν πια φτάνει μέσα η νέα αντίληψη, έχει γίνει αυτό που ήθελε από την αρχή.

Έτσι οι περισσότεροι από μας περνάμε τη ζωή μας βλέποντας μόνον ό,τι θέλουμε να δούμε, ακούγοντας μόνον ό,τι θέλουμε να ακούσουμε, μυρίζοντας ό,τι θέλουμε να μυρίσουμε, ενώ όλα τα υπόλοιπα παραμένουν απολύτως αόρατα. Όλα τα πράγματα βρίσκονται εδώ.

Για να δούμε, το μόνο που χρειάζεται είναι να τα αφήσουμε να μπουν, να τα αγγίξουμε, να τα γευτούμε, να τα δαγκώσουμε, να τα αγκαλιάσουμε (το πιο ευχάριστο), να τα ζήσουμε όπως είναι –όχι όπως είμαστε εμείς».

«Το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος, αλλά η απάθεια».
«Αν είχα να διαλέξω ανάμεσα στον πόνο και στο τίποτα, θα διάλεγα τον πόνο».
«Υπάρχουμε εμείς, ο εαυτός μας και πάνω σ’ αυτό τον εαυτό συσσωρεύουμε χιλιάδες και χιλιάδες πράγματα που μπορεί να μην είναι ο εαυτός μας, μα που να ανήκουν μάλλον στην οικογένειά μας, την κουλτούρα μας, τους φίλους και ούτω καθεξής.

Τα παίρνουμε μαζί μας και τότε αυτά γίνονται εμείς και είμαστε ικανοί να πεθάνουμε για να υπερασπίσουμε αυτό το «εμείς» και καταφεύγουμε στην απάθεια για να αποφύγουμε τις προκλήσεις του νέου εαυτού.
Δημιουργούμε επίσης μοντέλα τελειότητας. Περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να κάνουμε τον έξω κόσμο να ταιριάσει μ’ αυτό που νομίζουμε εμείς σαν τέλειο».

«Είμαστε ήδη τέλειοι. Ο κόσμος είναι ήδη τέλειος. Προσπαθούμε να επέμβουμε σ’ αυτή την τελειότητα κι από κει πηγάζουν όλα τα προβλήματά μας. Τι θαυμάσιο που θα ήταν, αν μπορούσαμε να δεχτούμε το γεγονός ότι είμαστε ο τέλειος εαυτός μας.  Μόνο εσύ μπορείς να ξέρεις ποιος είναι ο τέλειος εαυτός σου. Είσαι όμως ο τέλειος εαυτός σου και είναι ο μοναδικός τέλειος εαυτός σου που θα περάσει έτσι στην ιστορία του κόσμου! Ίσως οι άλλοι να προσπαθήσουν να τον κάνουν ατελή ».

http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com/

Ποίηση

Mόνο ένα παγωμένο αγέρι

ξαγρυπνά στους δρόμους
προσμένοντας καρτερικά τον ήλιο
Ως και τα ελεγεία ξεχάσαμε που τραγουδούσαν τα τσακάλια

Θηρασία
Tόση σιωπή ολόγυρα γιατί;
Eγώ πεθαίνω ή η Eλλάδα αυτοκτονεί;

Tο πρωί ψηλάφισε
τις πλάτες του κόσμου
και πες μου πως δεν κάηκαν
όλων τα φτερά
Στην τσέπη του κάθε εργάτη
που νυσταγμένος μπαίνει στη φάμπρικα
πρέπει να καιει μια φωτίτσα
Mη μου το αρνηθείς
Mην πεις πως έσβησαν όλες οι ελπίδες

Kαι μείνε σε παρακαλώ ξάγρυπνη
για λίγο ακόμα
με τον όμορφο παλμό στα στήθια σου
που μεταγγίζει κουράγιο στο κορμί μου

Πάω να φτιάξω άλλον ένα καφέ
Mείνε λίγο ξάγρυπνη ακόμα
Kρατώντας τούτη τη γραμμή ανοιχτή
Tη γραμμή που χτίζει κάστρα
γύρω απ’ τα όνειρά μου
Tη γραμμή που ρίχνει σωσίβια
κάθε που ναυαγώ στο φόβο

Θηρασία
Kράτα τη γραμμή ανοιχτή
Θηρασία
Bάρκα που ψάχνει έλεος
στα απάνεμα βράχια σου η ζωή μου
Θηρασία
Δάκρυα και δηλητήρια
παραμορφώνουν το πρόσωπό μου
στο σκοτάδι
Θηρασία
Aσπρα γλαροπούλια
στο γαλάζιο σου ορίζοντα
Kράτα τη γραμμή ανοιχτή!

Tο αίμα θα ξαναγίνει κρασί στην Kανά
Θ’ ακούσουμε ξανά παιδιάστικα γέλια
Θα πούμε ξανά τραγούδια στη θάλασσα
Θα πιούμε ξανά από ανοιξιάτικο ρυάκι
Θα κάνουμε ξανά έρωτα στα χωράφια

Kράτα μόνο τη γραμμή ανοιχτή

Δημήτρης Βάρος

Γεννήθηκε στη Χίο το 1949. Σπούδασε δημοσιογραφία στο Λονδίνο και διετέλεσε διευθυντής σύνταξης και διευθυντής στις εφημερίδες Χιακός Λαός (τοπική), Ακρόπολη, Έθνος, Πρώτη, Έθνος της Κυριακής, Τύπος της Κυριακής (πανελλαδικές) και σε οικονομικά, πολιτικά και τεχνικά περιοδικά όπως Ελληνική Ναυτιλιακή, Χρόνος, Κεφάλαιο κ.ά.

Δημιούργησε πολλά περιοδικά όπως το Logistics & Management, το Car & Truck, το Ecotec, το TV Έθνος, το New Gen, to Relax κ.α.

Ο Δημήτρης Βάρος και ο Αλέκος Φιλιππόπουλος υπήρξαν οι πρωτεργάτες της εφημερίδας "ταμπλόιτ" στην Ελλάδα, επανεκδίδοντας το Έθνος το 1981 σε αυτή τη μορφή. Ήταν επίσης η πρώτη έγχρωμη εφημερίδα και η πρώτη που η στοιχειοθεσία της γίνονταν με ψηφιακό τρόπο. Σύντομα κατέκτησε την πρώτη κυκλοφορία στην Ελλάδα με συνέπεια όλες οι άλλες να ακολουθήσουν το δικό της στυλ σε εμφάνιση αλλά και στυλ γραφής.

Το 1986 ανέλαβε ως διευθυντής το "Εθνος της Κυριακής", αλλάζοντας με αυτό την νοοτροπία που υπήρχε μέχρι τότε, δηλαδή τα κυριακάτικα φύλλα να είναι απλώς η έβδομη και πιό παραμελημένη έκδοση της εβδομάδας. Καθιέρωσε τα ένθετα (με πρώτο το "Τάϊμ Άουτ") και εν συνεχεία τα συνοδευτικά περιοδικά (με πρώτο το "TV Έθνος") ανοίγοντας έτσι μια νέα αγορά, την αγορά των πολυσυλλεκτικών κυριακάτικων εφημερίδων που από την δεκαετία του 1990 δεσπόζουν κυκλοφοριακά στην Ελλάδα.

Εξέδωσε τα βιβλία Φρύνη, Θηρασία, Ανδρομέδα, Ω ξειν (ποιήματα), We are Geeks, (ευθυμογραφήματα) Painting with a camera (φωτογραφίες) κ.α.

Ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποίησε ποιήματά του, που υπάρχουν στους δίσκους «Ηλεκτρικός Θησέας» και «Τολμηρή Επικοινωνία». Τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει οι Παύλος Σιδηρόπουλος, Μαρία Φωτίου, Νέοι Επιβάτες, Βασιλική Λαβίνα και Vox.

http://www.poiein.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή