Νοεμβρίου 20, 2018

Ποίηση

Άκου τι όμορφα που τραγουδάει η βροχή, 
τι όμορφα που τραγουδάει η καρδιά μας .
Τ΄όνειρο δε μουσκεύει στη βροχή " 🌷

Γ. Ρίτσος

Ποίηση

Νικηφόρος Βρεττάκος

Σου στήνω μία καλύβα, στοὺς αιώνες των αιώνων, 

ένα κήπο νὰ περπατάς, ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι, 

μιὰ πλούσια πράσινη φραγὴ να μη σε βρίσκει ο άνεμος

ποὺ βασανίζει τοὺς γυμνοὺς στοὺς αιώνες των αιώνων!

Σου στήνω τ᾿ όραμά σου πάνω σ᾿ όλους τοὺς λόφους,

νὰ σου φυσάει τὸ φόρεμα η δύση με δυὸ τριαντάφυλλα,

νὰ γέρνει ὁ ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει,

νὰ κατεβαίνουν τὰ πουλιὰ νὰ πίνουνε στὶς φούχτες σου

των παιδικών ματιών μου τὸ νερὸ στοὺς αιώνες των αιώνων!

Ποίηση

"...Ληρ:
Φύσηξε, αγέρα, σκάσ’ τ’ ασκιά σου ! Λύσσα ! Φύσα !
Νεροποντές και καταρράχτες, σεις, χυθείτε,
ως να ποτίσετε πυργιά κι ανεμοδείχτες !
Σεις, φλόγες θειάφινες και σαν τη σκέψη γλήγορες
προδρόμοι του δρυκόπου αστραποπέλεκου,
τ’ άσπρα μαλλιά μου καψαλιάστε !
Και συ, που σύμπαντα ταράζεις, κεραυνέ,
χτύπα της γης τον στρόγγυλο όγκο, κάν’ τον πλάκα !
Της φύσης σύντριψε τις μήτρες, λυώσε μονομιάς
όλους τούς σπόρους πού γεννούν αχάριστους ανθρώπους.

Χύσου, βροχή ! Η βροχή, ο αγέρας, η βροντή,
η αστραπή δεν είναι κόρες μου. Μαζί σας,
στοιχειά μου, δεν τα βάζω για την ασπλαχνιά σας.
Σε σας δε μοίρασα βασίλειο, δε σας είπα
παιδιά μου, εσείς δε μου χρωστάτε υποταγή.
Λοιπόν, ας πάψει το φριχτό σας γλέντι· εδώ
σκλάβος σας στέκω, ένας φτωχός σακατεμένος,
ανήμπορος και καταφρονεμένος γέρος. .."

Βασιλιάς Ληρ, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Μετάφραση: Βασίλης Ρώτας

https://promahi-nea.blogspot.com

Ποίηση

η νύχτα μόλις πριν από τα δάση

"… έτρεξα, έτρεξα, έτρεξα για να μη βρεθώ στρίβοντας τούτη τη φορά τη γωνία, μπροστά σ’ένα δρόμο άδειο από σένα, να μη βρω και τούτη τη φορά μόνο βροχή, βροχή, βροχή, για να ξαναβρώ τούτη τη φορά εσένα στη στροφή της γωνίας, και να τολμήσω να φωνάξω : φίλε! και να τολμήσω να σε πιάσω από το μπράτσο: φίλε! και να τολμήσω να σε πλησιάσω: δωσ’ μου φωτιά φίλε, δεν κοστίζει τίποτε φίλε, κωλοβροχή, κωλοαέρας, κωλοδιασταύρωση, δεν είναι καλό ούτε για σένα, ούτε για μένα, να κυκλοφορούμε εδώ απόψε, δεν έχω όμως τσιγάρο, δεν ήταν τόσο για να καπνίσω που σου ‘λεγα: φωτιά φίλε, όσο για να σου πω φίλε: κωλοσυνοικία, κωλοσυνήθεια να τριγυρνάς κατά δω (τρόπος κι αυτός να κολλάς στους ανθρώπους!), γυρνάς τότε κι εσύ, με τα ρούχα βρεγμένα κινδυνεύοντας ν’ αρπάξεις κάθε λογής αρρώστια, κι ούτε που σου ζητάω τσιγάρο πια φίλε, δεν καπνίζω άλλωστε, τίποτε δεν θα σου κοστίσει που σε σταμάτησαν, ούτε φωτιά, ούτε τσιγάρο φίλε, ούτε λεφτά (για να φύγεις ύστερα!

δεν κάνω ούτε για εκατό φράγκα απόψε), και εξάλλου έχω να σε κεράσω εγώ έναν καφέ, στον κερνάω φίλε, προκειμένου να επιστρέψω σ’ εκείνα τα περίεργα φώτα, και για να μη σου κοστίσει τίποτε γι αυτό ακριβώς σου κόλλησα – μπορεί να έχω έναν δικό μου τρόπο να πλησιάζω τους ανθρώπους, τελικά όμως δεν τους κοστίζει τίποτε (δεν μιλάω για δωμάτιο φίλε, δωμάτιο για μια νύχτα, διότι και οι πιο εντάξει τύποι κατεβάζουν τα μούτρα, ναι, για να φύγεις ύστερα! δεν θα μιλήσουμε για δωμάτιο φίλε), έχω όμως μια ιδέα να σου πω 

-έλα, μην καθόμαστε εδώ, σίγουρα θ’ αρρωστήσουμε

– απένταρος, άνεργος δεν βοηθάει και πολύ τα πράγματα (δεν είναι αυτό που ζητάω, δεν είναι αυτό πραγματικά), είναι που κατ’ αρχάς έχω αυτήν την ιδέα, που πρέπει να σ’ την πω, σ’ εσένα κι εμένα που τριγυρνάμε σ’ αυτή την παράξενη πόλη, δίχως φράγκο στην τσέπη (έναν καφέ πάντως στον κερνάω σύντροφε, έχω να σ’ τον κεράσω, δεν τα στρίβω τώρα), διότι εκ πρώτης όψεως δεν είναι τα λεφτά ούτε για σένα, ούτε για μένα που μας καρφώνουν χάμω!

έχω λοιπόν αυτή την ιδέα φίλε, για όσους σαν κι εσένα κι εμένα δεν έχουν λεφτά, ούτε δουλειά, και ούτε που ψάχνω πια στ’ αλήθεια – στη δουλειά εμείς οι άλλοι, έξω, δίχως μία στην τσέπη δεν βαραίνουμε πολύ, στο παραμικρό φύσημα του ανέμου θ’ απογειωνόμασταν, δε θα μπορούσαν να μας κρατήσουν πάνω στις σκαλωσιές παρά δεμένους: ένα γερό φύσημα του ανέμου και θ’ απογειωνόμασταν, ανάλαφροι

– όσο για το μεροκάματο, εγώ σ’εργοστάσιο ποτέ! δύσκολο να στο εξηγήσω, …"

B.-M. Koltes
"Η Νύχτα μόλις πριν από τα Δάση"
Μετάφραση: Μάγια Λυμπεροπούλου
Εκδόσεις ΑΓΡΑ

 

Το έργο του Κολτες εστιάζει όχι μόνο σε όσους είναι απόκληροι, άστεγοι και μοναχικοί αλλά και σε όσους αισθάνονται έτσι, θα το συνόψιζα δε στη φράση "ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΞΕΝΟΙ" που αναφέρεται στο εν λόγω ανάγνωσμα. Ιδού μερικά βιoγραφικά στοιχεία για το συγγραφέα από τη Βικιπαιδεία:

Ο Bernard Marie Koltes, γεννημένος σε μια μεσο-αστική οικογένεια στο Μετζ το 1948, ανακαλύπτει για πρώτη φορά τη μαγεία του θεάτρου στα 20 χρόνια του, συγκλονισμένος από την ερμηνεία της ηθοποιού Μαρίας Καζαρέ στη Μήδεια. Από τη στιγμή εκείνη ξεκινά να ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή θεατρικών έργων, εκδίδοντας τον μακρύ μονόλογο "Η νύχτα πριν από τα δάση", που ανέβηκε στο φεστιβάλ Αβινιόν το 1977. Το θέατρο του Κολτές είναι μία συνεχόμενη αναζήτηση με θέμα την επικοινωνία των ανθρώπων και βρίσκεται σε αντίθεση με τη γενιά της οποίας δημιούργημα είναι το θέατρο του παραλόγου.

Τα έργα του Κολτές είναι από τα πλέον γνωστά και ο ίδιος βρίσκεται ανάμεσα στους πιο δημοφιλείς θεατρικούς συγγραφείς του κόσμου, έχοντας δει όλα τα δημιουργήματά του να ανεβαίνουν επί σκηνής. Τα ταξίδια του στην Αφρική, και η μάχη της Αφρικανικής κουλτούρας με αυτήν της Ευρώπης, τον εμπνέουν και γράφει το έργο "Μάχη νέγρου με σκύλους", ενώ μετά από ένα ταξίδι στην Αμερική γράφει τη "Δυτική αποβάθρα", που καταπιάνεται με την ιστορία δύο αδερφιών σε μια ξένη κουλτούρα. Ο ψυχοπαθής δολοφόνος Ρομπέρτο Σούκο είναι η έμπνευση για το τελευταίο του έργο "Ρομπέρτο Ζούκο". Πέθανε το 1989 στο Παρίσι από AIDS.

Ποίηση

Δεν μπορώ να επαναλάβω το τραγούδι σου,

Κύριε,

το αφουγκράζομαι μόνο με βουβό θαυμασμό.
Η λάμψη της μουσικής σου φωτίζει τον κόσμο.
Η ζωοδόχος πνοή της μουσικής σου γεμίζει τους ουρανούς.
Το άγιο κύμα της μουσικής σου

διαπερνά θραύοντας τους πέτρινους φράχτες

και συνεχίζει ορμητικά τον δρόμο του.
Η καρδιά μου ποθεί να ενωθεί με το τραγούδι σου,

όμως μάταια αγωνίζεται να βρει φωνή.
Θα ήθελα ν’ ακουστώ,

μα τα λόγια μου δεν γίνονται τραγούδι

κι’ αναφωνώ αποθαρρημένος,

ω Κύριε,

έχεις αιχμαλωτίσει την καρδιά μου

στα απέραντα δίχτυα του τραγουδιού σου.

Rabindranath Tagore [1861 - 1941]
Ινδός ποιητής, συγγραφέας και φιλόσοφος
Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, 1910

Ποίηση

Γράφει η Μίκα Καππάτου

Μια φορά και ένα καιρό, ήσουν εσύ και εγώ
Ζούσαμε ήρεμα στο σπίτι το μικρούλι πάνω στο λόφο...Άλλοτε μας άρεσε και άλλοτε θέλαμε να φύγουμε γιατί πιστεύαμε οτι τα όνειρα μας θαβόταν στις πλαγές του βουνού, του κοντινού ουρανού
Ήρεμα..
Η αγάπη μας ήταν δύναμη για τη δύσκολη ζωή της εποχής..Ζωή χαρούμενη, κοινή και όμορφη..
Μα Ξάφνου έγινες θάνατος,  ο θάνατος του ονείρου μου..

Μια φορά και ένα καιρό δεν ήταν κανείς..... ούτε εσύ, ούτε εγώ
Χαθήκαμε...χορός ενός παράξενου θανάτου
Ορκίστηκες στο φως του ήλιου, της καρδιάς και της ψυχής
Μα ο τροχός της προδοσίας λύγισε στη κάμαρη και το ποτάμι του πόνου και της θλίψης πλημμύρισε το σπιτικό....
Χάθηκαν όλα πάνω στη κορυφή του λόφου με γκρίζα σύννεφα - σταγόνες - δάκρυα της μοίρας..

Ήταν μια φορά κι ένα καιρό εσύ και εγώ
Ήταν μια φορά κι ένα καιρό εγώ και εσύ
Ποτέ δεν γίναμε εμείς, ταξίδι και αθωότητα, ξεφάντωμα ζωή
Ξοδεύτηκε η αγάπη, μέλι και μνήμη σε ρυθμό γρήγορο και πεθαίνωντας......  μοίρασα θαραλλέα τις ασημένιες αγκαλιές, το λιγοστό
εδώ εθάφτηκαν μετάξια της ψυχής σε μια γη που τρέμει

 

Μίκα Καππάτου
ForWoman.gr

Ποίηση

Γράφει η Μίκα Καππάτου

Είναι αυτό το ΜΟΝΑΔΙΚΟ που λες, Μον - άδικο
Νοσταλγικοί έρωτες που ταλαιπωρούνται στο μισοσκόταδο της ψυχής
Λένε αντίο όπως πέρισυ..
Μα αυτή η γεύση του φιλιού σου
κλέβει κάτι από τον αγέρα της θάλασσας..

Περαστικοί άνθρωποι φυλακισμένοι
στους δρόμους της μοναξιάς..
Επικίνδυνα, ατέλειωτα ταξίδια
στη φουρτούνα της προδοσίας

Με κυκλώνει το βλέμμα σου
Μα σε δικαιολογώ που ΄χει μια θλίψη,
Σημαδεύει τη ζωή - φοβάμαι, ζωή μου
ΜΟΝΑΔΙΚΟ, ΜΟΝ - άδικο
απαρηγόρητα σε χαιρετώ
στου φθινοπώρου την αυγή

Στέκομαι πλάι σου
με χτυπά το κύμα της καρδιάς σου
Πληγή του έρωτα εχτές
άνθος της φυλακής
που φύτρωσε στη πόρτα της διαδρομής

Πες μου μια καληνύχτα
τουλάχιστον αυτή , γράψε τους χτύπους της καρδιάς στη πέτρα να μην χαθούν, να μην παλιώσουν
κι΄ύστερα φύγε, φύγε στο όνειρο της ερημιάς
απαρηγόρητα σε χαιρετώ και πονώ....

(Απόσπασμα)

Μίκα Καππάτου

ForWoman.gr

Ποίηση

Δίπλα η άμορφη απεραντοσύνη του σύμπαντος.
Πως θα σκεφτόμουν,
πώς θα 'παιρνα έστω και μιαν ανάσα,
πώς θα μιλούσα,
αν απο μόνος μου δεν μπορούσα
να ριχτώ σ'αυτό το απέραντο σύμπαν;
Ζαρώνω στη σκέψη του θεού,
στη σκέψη της φύσης
και των θαυμάτων της,
στη σκέψη του Χώρου
και του χρόνου
και του θανάτου,
μα εγώ γυρίζω και σε φωνάζω,
Θεέ μου
αληθινό μου Είναι,
Εσύ ζευγαρώνεις με το Χρόνο
χαμογελάς χαρούμενα στο Θάνατο
γεμίζεις και πλημμυρίζεις
την απεραντοσύνη του Χώρου.

Γουόλτ Γουίτμαν
ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ (1819-1892)

Ποίηση

Σα να 'τανε φτιαγμένος για το κέφι σου ο κόσμος ζήσε,
λες και τον χουνε ξομπλιάσει για την αφεντιά σου μόνο.
Μα μην το λησμονάς πώς δεν εισ' άλλο από μια χούφτα χιόνι
στην αμμουδιά στρωμένο μια δύο μέρες, που θα λιώσει.
.
Σύννεφο τις κακοκεφιάς να μην αφήνεις να σε σκιάζει
κι ας μη χαθούν οι μέρες σου σ' αναίτιας λύπης την ομίχλη.
Μην απαρνιέσαι το λιβάδι, το φιλί, το ερωτικό τραγούδι
μέχρι με τον πηλό να ζυμωθεί, μια μέρα, ο πηλός σου..Έσφιξ' αχόρταγα τα χείλια μου ρωτώντας το ποτήρι
μη θα μπορούσα τάχα να γυρέψω τ' άγουρά μου χρόνια.
Και κείνο μουρμουρίζει σφίγγοντας τα χείλια στα δικά μου:
«Πιες άλλη μια γουλιά. Δέν έχει γυρισμό αυτός ο δρόμος».
.Αυτός ο θόλος, π' όλοι ζούμε κάτωθέ του ζαλισμένοι,
είναι του Αλλάχ το μαγικό το θέατρο σκιών, ας πούμε.
Λυχνάρι του ο ήλιος και πλατύ λευκό πανί του ο κόσμος
κι αμέτρητες φιγούρες πίσω του σκοτεινές, που παραδέρνουν.
. Τη μέρα την αυριανή, φωνή καμιά δε σου την τάζει.
Γι' αυτό φεγγάρι μου θνητό με την ψυχή σου γλέντα,
αδειάζοντας στη φωτοφεγγαριά.
Μπορεί ένα μεσονύχτι

επιλεγμένα Ρουμπαγιάτ

Ποίηση

Γράφει Μίκα Καππάτου

Μ΄αρέσει η ιδέα σου...
Ναι, πριν μας προλάβει τούτη δω η εποχή, πριν έλθει το φθινόπωρο να θυμηθείς να κοιμηθούμε ένα βράδυ στην θάλασσα, στην αμμουδιά - θυμάσαι; Όπως τότε που ήμασταν παιδιά λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία....
Θυμήσου να πάρουμε τη κιθάρα και όπως κοιτάμε τον ουρανό να σιγοτραγουδάμε, παρέα με τα όνειρα, το αγαπημένο μας τραγούδι
Λίγο πριν φθινοπωριάσει....
Μη με ρωτάς γιατί;;; Δεν υπάρχει γιατί στις μικρές στιγμές της ζωής....
Το γλυκό αεράκι να μας χτυπά απαλά, να χαιδεύει το δέρμα, τα μάτια, το πρόσωπο, το σώμα, τη ψυχή...
Μη με ρωτάς γιατί, θα μείνουμε στη στιγμή να απολαύσουμε τα άστρα, τον ουρανό, το σύμπαν λίγο πριν το φθινόπωρο
Να θυμηθείς να απολαύσουμε το φως μες στο σκοτάδι της θάλασσας...

Θυμάσαι; Όπως τότε που ήμασταν παιδιά
Όχι, μη το πεις σε κανέναν, και αν καποια στιγμή πυκνώσουν τα σύννεφα και ρίξει βροχή θα μπούμε στη θάλασσα να προστατευτούμε και ας βρέχεται το πρόσωπο, να μας μεθύσει η δυνατή μπόρα..
Τότε ξέρεις;;

Να θυμηθείς να ανοίξεις την αγκαλιά σου σαν πουλί που πετά βαρετά και συνηθισμένα στον ουρανό της νύχτας, να κουρνιάσω, να ζεσταθώ, να γίνει το βάλσαμο μου...
Ναι, πριν μας προλάβει το φθινόπωρο να θυμηθείς να κοιμηθούμε ένα βράδυ στην αμμουδιά.

Aπόσπασμα - Φθινοπωρινά

Μίκα Καππάτου
ForWoman.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή