Οκτωβρίου 22, 2020

Ποίηση

Και το δέντρο μοναχό του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ' ακριβό του τ' όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις που ν' απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου
την απεραντοσύνη.

Οδυσσέας Ελύτης

Ποίηση

Τώρα πες μου, τι κάνουμε;;
χωρίσαμε;
Τι κατάλαβες, πες μου
Τέσσερα χρόνια μαζί και παντού.
Με χάδια και φιλιά!
Ε; Τι κατάλαβες; Κεραυνοί κι΄αστραπές στη καρδιά.
Μείναμε μόνοι μας να μετράμε τις μέρες που ζήσαμε μαζί, τα χρόνια τις χαρές.
Όνειρα που χωρίσανε μα ήταν λίγες στιγμές. 
Και τώρα Τι κατάλαβες ;
Γύρνα πίσω με το ακορτεόν να παίξεις ξανά το τραγούδι της πρώτης φοράς
Σ΄αγαπώ πίστη μου, τρέχει το δάκρυ μου καυτό
κάποια βράδια, όλα τα βράδια σε θέλω, τι λές; θα 'ρθείς;

Νύχτες κυλούν με σκέψεις άβολες, θολές.
Περιπλανιέμαι άσκοπα στους ατέλειωτους δρόμους, στα σβησμένα συναισθήματά μου ολομόναχη και ζαλισμένη από τη γεύση σου. Η καρδιά χτυπά και ο έρωτας διψά!

 

Γράφει η Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

Αρχίζω με το ''σ' αγαπώ'' και με αυτό σκοπεύω να τελειώσω.

Που λες περάσαμε πολλά.
Πολλές φορές αυτή η φλόγα της καρδιάς
λύγισε απ'την ορμή των γεγονότων
που έφερναν οι άγνωστοι καινούργιοι καιροί με τα άγνωστα
καινούργια αντικείμενα, συνθήματα, αισθήματα, πρόσωπα.
Που λες γυρίζω πια από σπίτι σε σπίτι
λίγο καπνό απ' τα περασμένα να πάρω
να φυλάξω μα όλος έχει κουρνιάσει μόνιμα
και νοτίζει το μοναχικό μου πια μαξιλάρι.
Το σκληρό έτσι όπως έχει γίνει
αφού δεν αγγίζει πια στο δικό σου.
Αγρυπνώ ζαλισμένος απ'τις ενθυμήσεις.
Είμαι μια σιωπηλή θάλασσα στο στενό δωμάτιο
που είναι ο κόσμος μου τώρα.
Χτες το σώμα μου ένιωσα λες και ήτανε ακτή που πάνω της
ξεβράζονταν αρμυροφαγωμένοι ναυαγοί
που ναυαγούσαν για τις αμαρτίες μου.
Δεν προσμένω πια.
Τίποτε.
Ούτε καν μια χρήσιμη βασανιστική τιμωρία.
Την αγάπη την έλεγα θάνατο.
Και τώρα φοβάμαι μην κουραστώ να σ'αγαπώ στις αποστάσεις.
Αυτές που ορίζαν πάντα οι λησμονημένες μέρες του έρωτα μας.
Τότε που έρωτας φωνάζαμε, κι ήταν.
Τότε που την αγάπη ονομάζαμε.
Και τώρα που αφανίζει και κατατρώει που ροκανίζει αργά η
απόσταση τον κρίκο με τα διπλά παπλώματα και με τα δύο
μαξιλάρια -την ένωση.
Και τώρα που λησμονούνται τα ενωμένα κορμιά τα φλογισμένα
μονοπάτια και οι ατέλειωτες βόλτες των σφιχτοδεμένων χεριών
μας -τώρα που η ελευθερία έχει βαφτεί με ένα αδιευκρίνιστο
ορφανό χρώμα
-Αγάπη μου- στο γράφω πάλι-
τα δικά μας λόγια είναι και έτσι ήταν
-πάντα κρυφά-
και μας κοβόταν η ανάσα όταν τα ακούγαμε στα φανερά
και έτρεχε αίμα στο κάθε πρωινό ξύπνημα απ'την καρδιά
γιατί το πικρό μας στόμα έσταζε μια αράδα σκοτεινή
που έκρυβε πάντα μέσα της το σ'αγαπώ.
...σ'αγαπώ...
κι όταν χτυπάει μεσάνυχτα
κι όταν ακούγεται ο τελευταίος ασπασμός μιας πόρτας πίσω μας
κι όταν πρέπει να υπομείνουμε πολύ
κι όταν χρειάζεται τα δικά μας παράθυρα να ανοίγουμε
κι όταν καθόλου δεν ξεκουράζεται αυτό το ''σ'αγαπώ''
ολοένα,
διαρκώς,
ανάμεσα στους δαίμονες και στα θαύματα
συνέχεια...

...Σ' ΑΓΑΠΩ

Ας κρατηθεί ενός λεπτού σιγή για τις μοναξιές που σιγοζούνε
ένα τέτοιο βράδυ δίπλα σου.
Ας κρατηθεί ένα λεπτό αφάγωτο και άπιωτο για τα κενά σπίτια,
για τον κενό χρόνο, τις κενές αγκαλιές, τα κενά πιάτα, το κενό ποτήρι, το κενό μυαλό, τις κενές ψυχές.

Η ζωή του σε λίγες γραμμές
Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη στις 3 Φεβρουαρίου του 1967. Η μουσική υπήρχε στη ζωή του από πολύ μικρή ηλικία. Ξεκίνησε, παίζοντας ακουστική κιθάρα, και πολύ σύντομα άρχισε να γράφει τα δικά του τραγούδια.
Το 1984 ιδρύει το συγκρότημα «Crazy Patatoel» και το 1990 το συγκρότημα «Πατατούφ». Και τα δύο μένουν στην αφάνεια, αλλά με την προσθήκη νέων μελών, μετονομάζει τους «Πατατούφ» σε «ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ» και καταφέρνει να γνωρίσει επιτυχία.

Εκτός από τη μουσική, αγαπούσε πολύ το θέατρο, γεγονός που τον ώθησε να γράψει μουσική για τα θεατρικά έργα «Δεσποινίς Τζούλια», «Σ’ αγαπώ και μου λείπεις» και «Δον Ζουάν» για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου. Τραγούδια του, επιπλέον, έχουν συμπεριληφθεί και σε πολλές ταινίες μικρού μήκους.

Επιμελήθηκε, επίσης, το βιβλίο «Ο Γύρος της μέρας σε 80 κόσμους», το οποίο συνοδευόταν από CD. Το βιβλίο ήταν διανθισμένο με δικά του σχέδια, τα οποία παρουσίαζε και σε κάθε ζωντανή του εμφάνιση, προσπαθώντας να εικονοποιήσει τους στίχους του.

Το 2009 παρουσίασε το μουσικό project «ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΥΜΝΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ», το οποίο στήθηκε πάνω σε μελοποιήσεις αγαπημένων ποιημάτων, καθώς και σε ανέκδοτα τραγούδια των ΔΙΑΦΑΝΩΝ ΚΡΙΝΩΝ.

Το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής, «Αρχίζω με το σ’ αγαπώ».
Το 2015 εκδόθηκε η συλλεκτική ποιητική έκδοση (1500 αντίτυπα) «ΑΡΧΙΖΩ ΜΕ ΤΟ Σ’ ΑΓΑΠΩ». Η συλλογή περιείχε ποιήματα και σκίτσα του ίδιου του Θάνου Ανεστόπουλου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της γραφής του, το παρακάτω ποίημα:

«Βιογραφία»

ΜΑΛΛΟΝ
ΜΟΝΗ ΝΑ ΕΙΝΑΙ
ΜΟΥ ΖΗΤΑΕΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ

ΚΙ ΕΓΩ
ΖΗΤΑΩ ΕΝΑ
ΚΟΣΜΟ
Π Λ Α Τ Υ
ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΑΛΗΤΗ ΛΕΞΗ
ΜΙΑ ΣΟΝΑΤΑ ΑΠΑΛΗ
ΜΙΑ ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΕΥΤΥΧΙΑ
ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ ΗΔΟΝΗ
ΕΝΑ ΚΛΑΔΙ ΑΠ’ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
ΚΙ ΕΝΑ ΟΥΡΑΝΙΟ ΠΟΥΛΙ.

Τα ασυμβίβαστα «ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ»
Καλοκαίρι του 1991 συναντιόνται ο Θάνος Ανεστόπουλος και ο Τάσος Μαχάς στο μπαλκόνι του Θάνου. Αιτία, η αναζήτηση νέων μουσικών δρόμων, η ανάγκη της δημιουργίας, η λαχτάρα να δημιουργήσουν μία καινούργια μουσική «μπάντα». Στις αρχές του χειμώνα βρίσκουν το όνομα «ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ» και μαζί με τα νέα μέλη ξεκινάνε την κοινή τους μουσική πορεία.

Ο Θάνος Ανεστόπουλος (φωνή, ακουστική κιθάρα, φυσαρμόνικα, πιάνο, όργανο), ο Νίκος Μπαρδής (κιθάρες, τρομπέτα, κρουστά, συνθετητές, μεταλλόφωνο), ο Κυριάκος Τσουκαλάς (κιθάρες, πλήκτρα, κρουστά, γεννήτρια ήχων), ο Παντελής Ροδοστόγλου (ηλεκτρικό μπάσο), ο Τάσος Μαχάς (τύμπανα, κρουστά) και ο Παναγιώτης Μπερλής (φωνή, πλήκρα, σύνθεση/ενορχήστρωση, 1995/2000).

Ο πρώτος τους δίσκος κυκλοφόρησε το 1994 από τη δισκογραφική εταιρεία Wipe Out. Ήταν ένα single με τον τίτλο «Λιώνοντας μόνος/Κάτω απ’ το ηφαίστειο». Επόμενος σταθμός, ο δίσκος «Έγινε η απώλεια συνήθεια μας» το 1996, και το 1998 ο δίσκος «Κάτι σαράβαλες καρδιές». Την ίδια χρονιά πραγματοποιούν την πρώτη ζωντανή εμφάνιση τους στο club «ΡΟΔΟΝ». Έχουν ήδη συμμετάσχει το 1997 στη συναυλία «Rock of Gods» και το 1999 ανοίγουν τη συναυλία του συγκροτήματος «Tindersticks».

Το 2000 αποχωρεί από το συγκρότημα ο Παναγιώτης Μπερλής και αποφασίζουν να διακόψουν τη συνεργασία τους με τη δισκογραφική «Wipe Out» και να ιδρύσουν τη δική τους, «This is my Voice Records», και κυκλοφορούν το single «Είναι που όλα ήρθαν αργά». Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφορεί ο δίσκος τους «Ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές» και προς το τέλος του 2000 διασκευάζουν το τραγούδι «Θάνατος» του Παύλου Σιδηρόπουλου, συμμετέχοντας στο δίσκο – συλλογή της ΕΜΙ «Στον Π – Αφιέρωμα στον Παύλο Σιδηρόπουλο».

Η επιτυχία συνεχίζεται για το συγκρότημα και το 2001 κυκλοφορεί, ως ένθετο στο περιοδικό Fractal Press, ο δίσκος τους «Καινούργιος τόπος/Κάτω απ’ το ηφαίστειο».

Στα μέσα του 2003 -και πάλι από την εταιρεία τους- κυκλοφορεί ο δίσκος «Ότι απέμεινε απ’ την ευτυχία».

Την 1η Ιουνίου του 2009 το συγκρότημα μέσα από την επίσημη ιστοσελίδα του ανακοινώνει τη διάλυση του. Ο ίδιος ο Θάνος Ανεστόπουλος, μέσα από ανακοίνωση του, θα εκφράσει την πίκρα και την οργή του για τη συμπεριφορά των υπόλοιπων τεσσάρων μελών της μπάντας, που τον ανάγκασε να διαλύσει, αυτό που είχε δημιουργήσει με αγάπη.

Χαρακτηριστικά σε κάποιο σημείο ανέφερε:

«[..] Θα συνεχίσω να διαγράφω τη δική μου πορεία μέσα από τον κήπο που σπείραμε κάποτε πέντε νέοι, αγνοί άνθρωποι. Ξέρω ότι πάντα υπήρξε ένας δύσκολος μα συνάμα και όμορφος σε κίνητρα και συγκομιδή δρόμος. Τώρα θα είναι πιο μοναχικός. Αυτά είναι τα τελευταία μου λόγια για ένα κεφάλαιο της ζωής μου που για μένα έκλεισε για πάντα.
Δε δύναμαι να σας συμβουλέψω για τίποτα, παρά μόνο να ευχηθώ, οι μουσικές που φτιάξαμε και οι στίχοι που γράψαμε να συνεχίσουν να σας εμπνέουν.
Παντοτινά φίλος σας.
Θα τα πούμε στη σκηνή, από την οποία δεν κατέβηκα ποτέ [..]».

Η άνιση μάχη με τον καρκίνο
Στις 5 Μαΐου του 2015 ο Θάνος Ανεστόπουλος -με μία ανάρτηση στο fb- ανακοινώνει την αρρώστια του.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:

Θέλω να το μοιραστώ μαζί σας, η συγκάλυψη της ασθένειάς μου περισσότερο κακό μου κάνει ψυχολογικά, παρά καλό.

Μέσα από την ανάρτηση αυτή, προσπαθεί να μεταδώσει στον κόσμο το πραγματικό νόημα της ζωής.

«Είμαι σε μια δύσκολη μάχη, μα νιώθω δυνατός και μαχητής και ελπίζω να βγω νικητής από αυτήν. Θέλω να σας στείλω όλη τη θετική μου ενέργεια. Ζήστε την κάθε σας μέρα με αλήθεια, έρωτα, αγώνα και δημιουργία. Ζήστε την κάθε ημέρα σας, σαν να ήταν η τελευταία σας. Γιατί, συχνά, στην καθημερινότητα μας μεγεθύνουμε μικρά προβλήματα, παραμερίζοντας και ξεχνώντας, τι σπουδαίο και μεγάλο δώρο είναι η ζωή που μας δόθηκε.
Με αγάπη,
Θάνος Ανεστόπουλος».

Τον ίδιο μήνα, και συγκεκριμένα στις 26 Μαΐου, μια καινούργια ανάρτηση έρχεται να δηλώσει τη δίψα του για ζωή και τη δύναμη που έκρυβε μέσα του για να το παλέψει μέχρι τέλους.

[..] «Είμαι μια θνητή ύπαρξη.
Και δεν έχει ανάγκη η ψυχή μου, πια, να αφήνεται να δένεται στους φόβους της λογικής,
παρά σε μια παλίρροια θετικών σκέψεων και σε μια διαρκή κίνηση στο σύμπαν της δημιουργίας και του θετικισμού.
Η ψυχή μου θέλω να μην ακουμπάει στις γωνίες του φόβου, αλλά σε ό,τι λαχτάρα και σε ό,τι αγαπά.
Μου είναι αδύνατο, πια, να ακουμπάει σε περαστικά πράγματα.
Και ένα από αυτά, πλέον, είναι και η διάγνωση.
Η ψυχή διαλέγει τη ζωή.
Και εγώ διαλέγω να ζήσω.
Κόντρα στις διαγνώσεις».

Με την ανακοίνωση της ασθένειας του, αποφασίζει να έρθει σε επαφή με τα «Διάφανα Κρίνα», ζητώντας να διοργανωθεί μία συναυλία συμπαράστασης. Η μόνη του επιθυμία είναι το συγκρότημα να εμφανιστεί με την αρχική του μορφή, κι έτσι έρχεται σε επαφή με τον Παναγιώτη Μπερλή. Οι πρόβες ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2015.

Η συναυλία πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 2015 με τη συμμετοχή του Αλκίνοου Ιωαννίδη, του Γιάννη Αγγελάκα και του συγκροτήματος «The Last Drive». Η συναυλία ονομάστηκε «Η Αγάπη πάλι θα Καλεί!» και η ανταπόκριση του κόσμου ήταν τεράστια. Ο ίδιος ο Θάνος Ανεστόπουλος ανέβηκε στη σκηνή και ο κόσμος τον αποθέωσε

| Θάνος Ανεστόπουλος | 3 Φεβρουαρίου 1967 - 3 Σεπτεμβρίου 2016 |

Ποίηση

Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τα ’ζησα
κοντά στ’ ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
και βλέπω τα ονείρατα κι ακούω τα μιλήματα
των πρώτω μου χρόνω κοντά στ’ ακρογιάλι,

στενάζεις, καρδιά μου, το ίδιο αναστένασμα:
Να ζούσα και πάλι
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Μια μένα είν’ η μοίρα μου, μια μένα είν’ η χάρη μου,
δε γνώρισα κι άλλη:
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
και σαν ωκιανός ανοιχτή και μεγάλη.

Και νά! μέσ’ στον ύπνο μου την έφερε τ’ όνειρο
κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
τη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.

Κ’ εμέ, τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκραινε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι!

Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη,
που δε μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι;

Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ αξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν’ άσβυστη και μέσ’ στον παράδεισο
των πρώτω μας χρόνω κοντά στ’ ακρογιάλι.

[πηγή: Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τ. Ε΄, Μπίρης, Αθήνα χ.χ., σ. 197-198]

Ποίηση

Χρυσῆ ἀράχνη μυστικὰ τὸν ἔρωτά μου ὑφαίνει
κ' εἶν' ἡ ἀγάπη μου κρυφὴ κ' ἐντροπαλὰ κρυμμένη.
Κ' ἡ πειὸ λεπτὴ ἀναπνοὴ ὅπου 'ςτὸν κόσμο ἐστάθη
ἄν τὴν φυσήσῃ μιὰ στιγμὴ ἐσχίστηκε κ' ἐχάθη.

Μόνον ἐκείνη π' ἀγαπῶ 'ςτὸ πλάϊ μου διαβαίνει
καὶ σἄν νὰ βλέπῃ κἄτι τι μὰ δὲν καταλαβαίνει,
γιατὶ ποτὲ δὲν ἔμαθε κι' οὔτε ποτὲ θὰ μάθῃ
πῶς κρύβω τὴν εἰκόνα της μέσ' 'ςτῆς καρδιᾶς τὰ βάθη.

Κι' ὅταν σιμά μου ἔρχεται καὶ χίλια λόγια ἀρχίζει,
τὴν ὥρα ποὺ ἡ ἀγάπη μου 'μπροστά της ξεχειλίζει
καὶ θέλει μ' ἕνα δάκρυο 'ςτὰ μάτια νὰ φανῇ,
Φεύγω προτοῦ τὸ δάκρυ μου 'ςτὰ βλέφαρά μου φθάσῃ,
γιατὶ ἐκείνη ἅμα τὸ 'δῇ 'μπορεῖ καὶ νὰ γελάσῃ,
κ' ἔτσι διπλὸς ὁ πόνος μου, διπλὸς θὲ νὰ γενῇ.

Ιωάννης Πολέμης, Χειμωνανθοί

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής. Ανήκε στην ίδια ποιητική γενιά με τον Κωστή Παλαμά και τον Γεώργιο Δροσίνη, τη «γενιά του 1880». Από τους υπερμάχους της δημοτικισμού, έγραψε κυρίως λυρικά και δραματικά ποιήματα, που διακρίνονται για τη γλυκύτητα του ύφους και της έκφρασης.
Ο Ιωάννης Πολέμης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών χωρίς να πάρει πτυχίο. Το 1880, με υποτροφία του Δήμου Αθηναίων, παρακολούθησε επί διετία μαθήματα αισθητικής και ιστορίας της τέχνης στο Παρίσι.
Από νεαρής ηλικίας άρχισε να τροφοδοτεί με στίχους του ημερολόγια, λευκώματα και περιοδικά της εποχής του. Το 1880 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Aι Μούσαι» το πεζογράφημά του «Ρέα Κυβέλη», γραμμένο στην καθαρεύουσα, αλλά την ίδια εποχή γνωρίζεται με τους πρωτοπόρους τού δημοτικισμού και δίνει συνεργασίες του - ποιήματα και πεζά - στο περιοδικό «Ραμπαγάς». Κείμενά του δημοσιεύονται, επίσης, στα περιοδικά «Ασμοδαίος», «Άστυ», «Εστία», «Ποικίλη Στοά» κ.α. Μαζί με τον Κωστή Παλαμά, τον Γεώργιο Δροσίνη και τον Νίκο Καμπά, συγκροτεί την τετράδα των δημοτικιστών ποιητών, που στάθηκε αντιμέτωπη προς τους τότε μεσουρανούντες καθαρευουσιάνους ρομαντικούς ποιητές και άλλαξε τον ρου της ελληνικής ποίησης.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ποιήματα» κυκλοφόρησε το 1883, ένα χρόνο μετά την επάνοδό του από το Παρίσι, και ακολούθησαν οι συλλογές: «Χειμώνανθοι» (1888), «Ερείπια» (1890), «Αλάβαστρα» (1900), «Το παλιό βιολί» (1909), που σημείωσε εκδοτική και καλλιτεχνική επιτυχία, «Σπασμένα μάρμαρα» (1917), «Ειρηνικά» (1918), «Κειμήλια» (1920), «Εξωτικά» (1921) και «Εσπερινός« (1922). Έγραψε, επίσης, διδακτικού περιεχομένου παιδικά ποιήματα με τον τίτλο «Πρώτα βήματα», πολλά από τα οποία είναι γνωστά μέσα από τα σχολικά αναγνωστικά, καθώς και το επικολυρικό ποίημα «Καστελλάνος» (1909). Το 1910 εξέδωσε μία από τις πρώτες ανθολογίες ποίησης, με τίτλο «Λύρα, Ανθολογία της Νεώτερης Ελληνικής Ποιήσεως».
Για την ποίησή του κέρδισε το 1888 από κοινού με τον Κωστή Παλαμά το Α' βραβείο στον «Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό» και το 1918 του απονεμήθηκε το «Αριστείο Γραμμάτων», ενώ για το θεατρικό του έργο τιμήθηκε με βραβεία του «Αβερώφειου Διαγωνισμού».
Παράλληλα με τη λογοτεχνική του ενασχόληση, εργάστηκε, για τα προς το ζην, ως υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας, υπογραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών. Το 1909 ίδρυσε την Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων και υπήρξε ο πρώτος πρόεδρός της.
Ο Ιωάννης Πολέμης πέθανε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 1924, ύστερα από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία 62 ετών.

Ποίηση

Απόψε τ’ άστρα
το ‘να με τ’ άλλο μοιάζει
να ψιθυρίζουν.

Μόνη στο σπίτι
κι αυτή θα βλέπει τώρα
την πανσέληνο. 

Περπατήσαμε
μέσα στα χρυσάνθεμα
πίνοντας σάκε.

Σαν αποπιούμε
θα κάτσουμε να δούμε
την πανσέληνο.

Έτσι ειν’ ο κόσμος:
τ’ ολόγιομο φεγγάρι
κι αυτό εκλείπει.

Έλα κοντά μου,
μαζί με μένα παίξε
σπουργίτι ορφανό.

 

Ο ποιητής και βουδιστής ιερέας Kobayashi Issa, ένας από τους τέσσερις κορυφαίους του ιαπωνικού χαϊκού, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου του 1763, στο χωριό Kashiwabara –σήμερα τμήμα της πόλης Shinano-machi, της κεντρικής Ιαπωνίας– και έχασε τη μητέρα του σε ηλικία τριών ετών· ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε, γεγονός που τον έκανε παιδί μοναχικό και αλλοπρόσαλλο. Δε γνωρίζουμε πού και πώς έμαθε γράμματα. Ούτε πώς έγινε ιερέας. Από τα δεκατέσσερα μέχρι τα τριάντα οχτώ του χρόνια περιηγήθηκε την Ιαπωνία. Παντρεύτηκε δύο φορές και έχασε τρία παιδιά και την πρώτη του σύζυγο. Έγραψε περί τα 20.000 χαϊκού. Η ποίησή του είναι σταθερά προσηλωμένη στην ανθρώπινη τραγωδία. Η ανθρώπινη ύπαρξη σχετίζεται με τη φύση ειρωνικά. Το μέγεθος του ανθρώπινου παραλογισμού φαίνεται από τη σύγκριση των πράξεών του με τις φυσικές διαδικασίες.

Ο Κομπαγιάσι Ίσα πέθανε στις 19 Νοεμβρίου 1827, στο σπίτι όπου γεννήθηκε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τα χαϊκού είναι είδος ποίησης που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιαπωνία το δέκατο έκτο αιώνα και υιοθετήθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του εικοστού. Από εκεί πέρασαν τον Ατλαντικό και έφτασαν να γίνουν πολύ δημοφιλή σε όλο το Δυτικό κόσμο. Στην αυθεντική στιχουργική μορφή τους, τα χαϊκού είναι μικρά ποιήματα από 17 συλλαβές σε ένα ενιαίο στίχο. Τα χαϊκού συμπυκνώνουν ευφυΐα και σοφία, που εκφράζονται με λυρική, ή άλλοτε, χιουμοριστική διάθεση, ενώ συχνά υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης. Στα χαϊκού σημαντική θέση έχουν η φύση, οι εποχές και τα χρώματα, η ομορφιά των λέξεων και των αντιθέσεων, ενώ το νόημα κάποιες φορές αποκτά δευτερεύουσα σημασία.

Ευρωπαϊκή εκδοχή τους συνήθως υποδιαιρούνται σε 3 στίχους από 5, 7 και 5 συλλαβές, στους οποίους η ομοιοκαταληξία αποφεύγεται. Στις πιο σύγχρονες απόπειρες δημιουργίας χαϊκού, είναι συχνές οι μικρές αποκλίσεις από τον αυστηρό αυτό στιχουργικό κανόνα. Στην Ευρώπη πρωτοεμφανίζεται στις αρχές του 20ού αι. Επηρεάζονται ή και γράφουν χαϊκού από τον Έζρα Πάουντ μέχρι τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ και τον Χ. Λ. Μπόρχες. Ο Ε. Πάουντ έλεγε πως το χαϊκού είναι ένα ποίημα εικόνων.

Το χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή. Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή. Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Ποίηση

Φωνή απ’ την θάλασσα
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.
5
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
10
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.
Φέρνει μηνύματα εις τες ψυχές δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νιάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καημό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
15
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκό ανασασμό.
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
20
Και σαν κοιτάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της που ’ναι κοντά και τόσο μακρινός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
25
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν είσαι νέος, μες στες φλέβες σου θα τρέξει
της θάλασσας ο πόθος· θα σε πει μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξει
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

30
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.
Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
35
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαιν για τες γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,
40
σε βράχους και σε πέτρες κοφτερές τούς σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κι εκείνοι τρέχουνε σαν να ’σαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
45
από την αγωνία των την υστερνή.
Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
50
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κι ευσπλαχνικό.
Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα πάει
θυμίαμα να κάψει και να πει ευχή.
55
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.
[1893, 1898*]

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ /[ΑΠΟΚΗΡΥΓΜΕΝΑ, 1886–1898] /Φωνή απ’ την θάλασσα

Ποίηση

Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

(1962)

Ν. Χριατιανόπουλος

Ποίηση

 Ένα ερωτικό γράμμα, Ντίνο Μπουτζάτι

Ο Ενρίκο Ρόκο, 31 ετών, διευθυντής σε μια εμπορική επιχείρηση, ερωτευμένος, κλείνεται στο γραφείο του. Τη σκεφτόταν τόσο έντονα και βασανιστικά που βρήκε τη δύναμη: θα της έγραφε, πέρα από κάθε περηφάνια και κάθε ντροπή. «Αξιότιμη δεσποινίς», άρχισε, και στη σκέψη και μόνο πως τα σημάδια αυτά που χάραζε η πένα στο χαρτί θα τα ’βλεπε εκείνη, η καρδιά του άρχισε να χτυπάει, ξετρελαμένη. «Ευγενική Ορνέλα, Αγαπημένη μου, Ψυχή μου, Φως μου, Φωτιά που με καις, Βάσανο της νύχτας μου, Χαμόγελό μου, Λουλουδάκι μου, Αγάπη μου…» Μπήκε ο Ερμέτε, ο κλητήρας. «Συγνώμη, κύριε Ρόκο, είναι από κει ένας κύριος που ήρθε για σας. Λέγεται (κοίταξε ένα μπιλιετάκι) λέγεται Μανφρεντίνι». «Μανφρεντίνι; Ποιος είναι αυτός; Πρώτη φορά τον ακούω. Κοίτα, δεν έχω χρόνο, έχω μια δουλειά εξαιρετικά επείγουσα. Να ξανάρθει αύριο ή μεθαύριο». «Νομίζω, κύριε Ρόκο, νομίζω πως είναι ο ράφτης, πρέπει να ήρθε για την πρόβα». «Α, μάλιστα… ο Μανφρεντίνι! Καλά, πες του να έρθει αύριο». «Μάλιστα κύριε, είπε όμως πως εσείς τον καλέσατε». «Σωστά, σωστά… (αναστέναξε)… άντε, φέρε τον μέσα, πες του όμως να βιαστεί, δυο λεπτάκια μονάχα». Μπήκε ο ράφτης, ο Μανφρεντίνι, με το κοστούμι.

Τρόπος του λέγειν πρόβα: ο Ρόκο φόρεσε λίγες στιγμές το σακάκι κι έπειτα το έβγαλε, ίσα που πρόλαβε ο ράφτης να κάνει δυο τρία σημάδια με το σαπουνάκι. «Να με συγχωρείτε, αλλά έχω μια εξαιρετικά επείγουσα δουλειά. Εις το επανιδείν, Μανφρεντίνι». Γύρισε βιαστικός βιαστικός πίσω στο γραφείο, ξανάπιασε να γράφει: «Ιερή μου Ψυχή, ‘Αγγελέ μου, πού να ’σαι τούτη τη στιγμή; Τι να κάνεις; Σε σκέφτομαι τόσο έντονα που είναι αδύνατο να μη σε φτάσει ο έρωτάς μου, κι ας είσαι τόσο μακριά, στην άλλη άκρη της πόλης που μου φαίνεται νησί χαμένο πέρα από τις θάλασσες…» (Τι παράξενο, σκεφτόταν στο μεταξύ, πώς εξηγείται ένας θετικός άνθρωπος σαν εμένα, ένας μάνατζερ, να στρώνεται άξαφνα και να γράφει τέτοιου είδους πράγματα; Να ’ναι άραγε κάτι σαν τρέλα;)

Εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνο δίπλα του άρχισε να χτυπάει. Θαρρείς κι ένα παγωμένο σιδερένιο πριόνι πέρασε απότομη πάνω στη ράχη του. Απάντησε λαχανιαστά: «Εμπρός;» «Γειάααα σου», έκανε μια γυναικεία φωνή νιαουρίζοντας τεμπέλικα. «Τι φωνάρα είν’ αυτή… για πες μου, φαίνεται πως πήρα σε άσκημη ώρα». «Ποιος είναι;» ρώτησε αυτός. «Α, μα είσαι ανυπόφορος σήμερα, πρόσεξε γιατί…» «Ποιος είναι;» «Περίμενε τουλάχιστον να σου…» Κατέβασε το ακουστικό, άρπαξε και πάλι την πένα.

«Άκου, Αγάπη μου», έγραφε, «έξω έχει ομίχλη, υγρή, παγερή, φορτωμένη καυσαέριο και βρομιά, πάντως τη ζηλεύω, το ξέρεις; Το ξέρεις πως αμέσως θα άλλ…» Ντριν, το τηλέφωνο.

Τινάχτηκε λες και τον χτύπησαν δυο χιλιάδες βολτ. «Εμπρός!» «Μα Ενρίκο», ήταν η ίδια φωνή όπως λίγο πρωτύτερα, «ήρθα επί τούτου στην πόλη να σε δω κι εσύ…» Κλονίστηκε, εμβρόντητος. Ήταν η εξαδέλφη του η Φράνκα, μια καλή κοπέλα, νόστιμη κιόλας, εδώ και λίγους μήνες τον ψιλοφλερτάριζε, ποιος ξέρει τι της είχε καρφωθεί στο μυαλό. Οι γυναίκες φημίζονται για τα ψευδορομάντζα που πλάθουν.

Βέβαια, δεν ήταν πρέπον να την ξαποστείλει πίσω στο χωριό. Κράτησε γερά. Θα δεχόταν τα πάντα, φτάνει να τέλειωνε κείνο το γράμμα. Ήταν ο μοναδικός τρόπος να καταλαγιάσει τη φωτιά που έκαιγε μέσα του. Γράφοντας στην Ορνέλα του φαινόταν πως κατά κάποιο τρόπο έμπαινε στη ζωή της, μπορεί εκείνη να το διάβαζε ως το τέλος, να χαμογελούσε, να έκλεινε το γράμμα στο τσαντάκι της, το φύλλο που εκείνος γέμιζε με φράσεις παράλογες μπορεί σε λίγες ώρες να ερχόταν σε επαφή με τα μικρά χαριτωμένα αρωματισμένα πράγματα που κατά θαυμαστό τρόπο της ανήκουν, το κοκκινάδι για τα χείλια, το κεντημένο μαντιλάκι, τα αινιγματικά μικροπραγματάκια, φορτωμένα με μια οικειότητα που τον αναστάτωνε. Και τώρα, να σου η Φράνκα, που του αποσπούσε την προσοχή.

«Άκου, Ενρίκο», ρώτησε η σερνάμενη φωνή, «θες να ’ρθω να σε πάρω από το γραφείο;» «Όχι όχι, συγνώμη, έχω ένα σωρό πράγματα να κάνω τώρα».

«Ωχ, έλα, άσε τις τσιριμόνιες, άμα βαριέσαι μαζί μου, ξέχνα το. Γεια σου». «Θεέ μου, μην το παίρνεις έτσι. Έχω δουλειά, σου λέω. Άκου, έλα αργότερα». «Πότε αργότερα;» «Έλα… έλα σε δυο ώρες».

Κοπάνησε το ακουστικό στη συσκευή του τηλεφώνου, του φαινόταν πως έχασε ανεπανόρθωτα τον καιρό του, το γράμμα έπρεπε να το ρίξει μέχρι τη μία, αλλιώς θα έφτανε στον προορισμό του την επόμενη μέρα. Όχι όχι, θα το ’στελνε εξπρές. «… θ’ άλλαζα τη θέση μου με της ομίχλης», έγραφε, «όταν σκέφτομαι πως εκείνη περιζώνει το σπίτι σου και κυματίζει μπροστά απ’ την κάμαρά σου, κι αν είχε μάτια ποιος ξέρει, ίσως και η ομίχλη βλέπει θα μπορούσε να σε αποθαυμάσει μέσα απ’ το παράθυρο.

Και λες να μην υπάρχει μια χαραμάδα, μια λεπτότατη σχισμή απ’ όπου να τρυπώσει; Ένα απαλότατο φύσημα, τίποτα παραπάνω, μια λεπτή ανάσα από άπιαστο βαμβάκι που θα σε χαϊδέψει; Τόσο λίγα αρκούν στην ομίχλη, τόσο λίγα αρκούν στην αγ…»

Ο κλητήρας Ερμέτε στην πόρτα: «Συγνώμη…» «Σου το ξανάπα, έχω μια επείγουσα δουλειά, δεν είμαι εδώ για κανέναν, πες να έρθουν το απόγευμα». « Μα…» «Τι μα;» «Ο αξιότιμος κύριος Ινβερνίτζι είναι κάτω και σας περιμένει στο αμάξι». Κατάρα, ο Ινβερνίτζι, η πραγματογνωμοσύνη στην αποθήκη όπου εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η συνάντηση με τους εμπειρογνώμονες, κατάρα, ούτε που το σκεφτόταν πια, το ’χε ξεχάσει εντελώς.

Και δε γινόταν να το αποφύγει. Αυτή η ταραχή που έκαιγε μέσα του, ακριβώς στο στέρνο, έφτασε σε βαθμό ανυπόφορο. Να δηλώσει άρρωστος; Αδύνατον. Να τελειώσει το γράμμα έτσι όπως ήταν; Μα είχε ακόμα τόσα πράγματα να της πει, τόσα πράγματα εξαιρετικά σπουδαία.

Αποκαρδιωμένος, έκλεισε το φύλλο σ’ ένα συρτάρι. Πήρε το πανωφόρι του και δρόμο, το μόνο που του απόμενε ήταν να κοιτάξει να κάνει γρήγορα. Σε μισή ώρα, Θεού θέλοντος, ίσως να γύρναγε πίσω. Γύρισε στη μία παρά είκοσι. Το μάτι του πήρε τρεις τέσσερις άντρες που περίμεναν, καθισμένοι στην αίθουσα αναμονής. Κλειδαμπαρώθηκε στο γραφείο του ξεφυσώντας, κάθισε στο τραπέζι, άνοιξε το συρτάρι, το γράμμα ήταν άφαντο. Η ταραχή της καρδιάς του κόντεψε να του κόψει την ανάσα. Ποιος μπορεί να ψαχούλεψε το γραφείο;

Ή μήπως έκανε λάθος; Άνοιξε γρήγορα γρήγορα τ’ άλλα συρτάρια, ένα ένα. Ευτυχώς. Τα ’χε μπλέξει, το γράμμα ήταν εκεί. Ήταν αδύνατο όμως να το ταχυδρομήσει πριν από τη μία. Μικρό το κακό και οι συλλογισμοί (για μια υπόθεση τόσο απλή και κοινότοπη) στοιβάζονταν ανάκατα στο κεφάλι του, με εναλλακτικές λύσεις όλο ελπίδα κι αγωνία, που τον εξαντλούσαν μικρό το κακό, αν το έστελνε εξπρές θα πρόφταινε την τελευταία διανομή το βράδυ, ή μάλλον… ακόμα καλύτερα, θα το ’δινε στον Ερμέτε να το πάει, όχι όχι, καλύτερα να μην ανακατέψει τον κλητήρα σ’ ένα τόσο λεπτό θέμα, θα το πήγαινε ο ίδιος προσωπικά. «… τόσο λίγα αρκούν στην αγάπη», έγραψε, «για να νικήσει το χώρο και να διαβεί…» Ντριν, το τηλέφωνο, λυσσασμένο. Χωρίς ν’ αφήσει την πένα, άρπαξε το ακουστικό με τ’ αριστερό. «Εμπρός;» «Εμπρός, εδώ η γραμματεύς του εξοχότατου κυρίου Τράκι».

«Λέγετε, λέγετε». «Για κείνη την άδεια εισαγωγής που αφορά την προμήθεια καλωδίων στο…» Κοκάλωσε. Ήταν μια υπόθεση τεράστιας σημασίας, απ’ αυτήν εξαρτιόταν το μέλλον του. Η συζήτηση κράτησε είκοσι λεπτά. «… να διαβεί», έγραψε, τα τείχη της Κίνας. Ω, αγαπημένη Ορν…» Ο κλητήρας και πάλι στην πόρτα. Εκείνος τον κάρφωσε μ’ ένα άγριο βλέμμα. «Δεν μπορώ να δεχτώ κανέναν, το κατάλαβες ναι ή όχι;» «Μα είναι ο οικ…» «Κανέναν, κανένααααν!» ούρλιαξε αποθηριωμένος. «Ο οικονομικός έφορος, λέει πως έχει κλείσει ραντεβού». Ένιωσε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του.

Να ξαποστείλει τον οικονομικό έφορο θα ’ταν τρέλα, κάτι σαν αυτοκτονία, η καταστροφή. Δέχτηκε τον έφορο. Είναι μία και τριάντα πέντε. Δίπλα είναι η εξαδέλφη Φράνκα που περιμένει εδώ και τρία τέταρτα. Έπειτα ο μηχανικός Στολτζ, που ήρθε επί τούτου από τη Γενεύη.

Και ο δικηγόρος Μέσουμέτσι, για την υπόθεση των εκφορτωτών. Και η νοσοκόμα που έρχεται καθημερινά να του κάνει την ένεση. «Ω, αγαπημένη Ορνέλα», γράφει με τη μανία του ναυαγού που πάνω του χτυπιούνται τα κύματα, όλο και πιο πελώρια και φονικά. Το τηλέφωνο. «Εδώ Στάτζι, από το Υπουργείο Εμπορίου». Το τηλέφωνο. «Εδώ ο γραμματεύς της Ενώσεως Εταιρειών…» «Ω πολυαγαπημένη μου Ορνέλα», γράφει, «θα ήθελα να ξέρ…» Ο κλητήρας Ερμέτε στην πόρτα αναγγέλλει τον δόκτορα Μπ., υποδιευθυντή. «… να ξέρεις», γράφει, «πόσ…» Το τηλέφωνο. «Εδώ ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού». Το τηλέφωνο. «Εδώ ο ιδιαίτερος γραμματεύς του Σεβασμιοτάτου Αρχιεπισκόπου…» «…πόσο σ’ αγ…» γράφει ξέπνοος, κυριευμένος από πυρετό. Ντριν, ντριν, το τηλέφωνο. «Εδώ ο πρόεδρος του Εφετείου». Εμπρός, εμπρός! «Εδώ το Ανώτατο Συμβούλιο, ο γερουσιαστής Κορμοράνο αυτοπροσώπως». Εμπρός, εμπρός! «Εδώ ο πρώτος υπασπιστής της Αυτού Μεγαλειότητος του Αυτοκράτορος…»

Τα κύματα τον αν έτρεφαν, τον συμπαρέσυραν μακριά. «Εμπρός, εμπρός! Ναι, εγώ είμαι, ευχαριστώ εξοχότατε, σας είμαι απείρως ευγνώμων!… Μα αμέσως, αυτή τη στιγμή κιόλας, μάλιστα στρατηγέ μου, θα το φροντίσω το δίχως άλλο, και χίλια ευχαριστώ… Εμπρός, εμπρός! Βεβαίως

Μεγαλειότατε αναμφιβόλως, ταπεινότατος δούλος σας (η πένα, παρατημένη, κύλησε αργά μέχρι την άκρη, σταμάτησε και ισορρόπησε μια στιγμή, έπεσε κάθετα, η μύτη της στράβωσε, κι απόμεινε εκεί)…

Παρακαλώ, καθίστε, να πάρ’ η οργή, περάστε, περάστε, όχι, αν μου επιτρέπετε, ίσως να ’ναι καλύτερα να καθίσετε στην πολυθρόνα, είναι πιο αναπαυτικά, οποία αναπάντεχη τιμή, οπωσδήποτε, για την ακρίβεια, ω ευχαριστώ, έναν καφέ, ένα τσιγάρο;…» Πόσο κράτησε ο στρόβιλος; Ώρες, μέρες, μήνες, χιλιετίες; Σαν έπεσε η νύχτα βρέθηκε μόνος του, επιτέλους. Πριν όμως αφήσει το γραφείο του, κοίταξε να φέρει κάπως σε λογαριασμό το βουνό από διαλυμένα σημειωματάρια, φακέλους, σχέδια, πρωτόκολλα που ήταν στοιβαγμένα στο τραπέζι.

Κάτω από την πελώρια στοίβα βρήκε ένα φύλλο χαρτί αλληλογραφίας δίχως επικεφαλίδα, χειρόγραφο. Αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα. Παραξενεμένος, διάβασε.

«Τι κουταμάρες, τι γελοίες ανοησίες. Τις οίδε πότε τις έγραφα», αναρωτήθηκε, ψάχνοντας του κάκου στις αναμνήσεις, με μιαν αίσθηση ενόχλησης και σαστιμάρας που ποτέ δεν είχε νιώσει, και πέρασε το χέρι στα μαλλιά του, γκρίζα τώρα πια. «Πότε μπόρεσα να γράφω τέτοιες χαζομάρες;

Κι αυτή η Ορνέλα, ποια ήταν;»

Ντίνο Μπουτζάτι

ithaque.gr

Ποίηση

Η ζωή θα ήταν ίσως πιο εύκολη
αν δε σε είχα ποτέ συναντήσει

Λιγότερος θρήνος
κάθε φορά που πρέπει να χωριστούμε
Λιγότερος φόβος
μπροστά στον επόμενο
και στον μεθεπόμενο χωρισμό.

Κι ακόμα
δεν θα ‘χε τόση
από εκείνη την αδύναμη νοσταλγία,
κάθε φορά που δεν είσαι εδώ
Τη νοσταλγία που θέλει μόνο το Αδύνατο
και το θέλει τώρα,
την αμέσως επόμενη στιγμή
Κι αφού αυτό δε γίνεται
πληγώνεται
και βαριανασαίνει

Η ζωή θα ήταν ίσως πιο εύκολη
αν δεν σε είχα συναντήσει
Μόνο που… δεν θα ήταν η ζωή μου…

Erich Fried

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή