Ιανουαρίου 16, 2021

Ποίηση

Μη σπας τα φτερά ενός πουλιού κι έπειτα του ζητάς να πετάξει .

Μη θρυμματίζεις μια καρδιά κι έπειτα της ζητάς να αγαπήσει.

Μη συνθλίβεις μια ψυχή κι έπειτα της ζητάς να είναι ευτυχισμένη.

Μη βλέπεις ασχήμια στους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να δουν ομορφιά σε σένα.

Μην κρίνεις τους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να σε στηρίξουν στις δυσκολίες.

Μην παίζεις με τη φωτιά και περιμένεις να παραμείνεις απολύτως ασφαλής.

Η ζωή είναι δούναι και λαβείν.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις κακία και να περιμένεις να εισπράξεις καλοσύνη.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις καλοσύνη και να περιμένεις να εισπράξεις κακία .

Najwa Zebian

Μετάφραση: LECTURES BUREAU

https://www.lecturesbureau.gr/

Ποίηση

Εκείνο το πρωί που το αυγό έσπασε
και σαν μειδίαμα γεννήθηκε το μίσος
τυφλωθήκαμε από την υπομονή του Ήλιου.
Κι ήχος πιο ξερός δεν θ’ ακουστεί
από εκείνον της ψυχής
που σπάει και πέφτει.

Εκείνο το πρωί που το αυγό έσπασε
και ξεγλίστρησε το μίσος
σαν λάθος πινελιά στον καμβά ενός ζωγράφου
κοιτάζαμε για ώρα πολλή τον ορίζοντα
τα δάση
όπως ερωτεύεσαι το πρόσωπο
που σε γέννησε.

Στην κόψη της σιωπής καθρεφτιζόταν ήδη
ένα τέλος που δεν αναγγέλλεται.

ΦΩΤΟ-https://gr.pinterest.com/pin/29906785004053457/

https://frear.gr/

Ποίηση

Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,

μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:
Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν
στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.

Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα
φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.
Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,
όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.

Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,
πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο
τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες
δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.

Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.
Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω
το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα
που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.

Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,
σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,
από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,
σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.

Και τότε ήταν που λούστηκα στο γαλατένιο αστρόχυτο
θαλάσσιο ποίημα, τους βυθούς ρουφώντας, που συμβαίνει
κάποτε εκεί, κατάχλωμο κι εκστατικό ναυάγιο,
ένας πνιγμένος σκεφτικός να σιγοκατεβαίνει,

όπου τις κυανότητες αιφνίδια χρωματίζοντας,
ντελίρια κι αργοί ρυθμοί, φωτός χρυσοπλημμύρες,
οι πικραμένες του έρωτος εξάψεις συφλογίζονται,
δριμύτερες κι από τ’ αλκοόλ κι απ’ τις πλατιές σας λύρες!

Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι
τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι
κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,
κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.

Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,
στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,
τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση
τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.

Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες
ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,
τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους
καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.

Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,
δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,
ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν
οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.

Σ’ αφάνταστες εξόκειλα Φλωρίδες που συνταίριαζαν
άνθη με μάτια πάνθηρων, δέρματα των αγρίων
μ’ ουράνια τόξα, χαλινούς που ώς κάτω στον ορίζοντα
τεντώνανε να συγκρατούν πλήθη γλαυκών ποιμνίων.

Βρώμικα είδα βαλτόνερα, τεράστια καλαμόκλουβα,
μέσα τους ένα ολάκερο Λεβιάθαν να σαπίζουν,
σφοδρά νεροποντίσματα μέσα σε αγέλες βόνασων,
σ’ αβύσσους καταρραχτικά τα μάκρη να γκρεμίζουν.

Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους
ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου
τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε
δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.

Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,
τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.
Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε
κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.

Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,
με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,
μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες
και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.

Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,
την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,
κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα
πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν…

Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,
σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,
εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες
το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,

λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,
εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,
ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,
είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,

πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,
τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,
ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,
οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,

εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε
τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,
εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα
παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:
Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,
ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,
πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.
Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.
Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα
θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,
με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,
τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,
τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα
σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα
και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!

Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στις 10 Νοεμβρίου του 1891 φεύγει από τη ζωή ο Αρθρούρος Ρεμπώ, ένας από τους κύριους εκπροσώπους του συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των 20 ετών. Έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο καταστροφικές και λυτρωτικές παρουσίες στον πολιτισμό του 20ού αιώνα, παρά το γεγονός ότι έως και το θάνατό του δεν ήταν γνωστός παρά στους κύκλους της αβάν - γκαρντ.

Γεννήθηκε στη Γαλλία στις 20 Οκτωβρίου 1854. Θεωρείται ο πρώτος ποιητής που επινόησε μια επιστημονικά πειστική μέθοδο μεταβολής της φύσης της ύπαρξης, ο πρώτος που βίωσε την περιπέτεια της ομοφυλοφιλίας του ως μοντέλο κοινωνικής αλλαγής, αλλά και ο πρώτος που αποκήρυξε τους μύθους από τους οποίους εξαρτάται ακόμα η φήμη του. Μέχρι και την ηλικία των 20 χρονών, όταν αποφασίζει να εγκαταλείψει τη λογοτεχνία, είχε ταξιδέψει σε δεκατρείς διαφορετικές χώρες και είχε ζήσει ως εργοστασιακός εργάτης, παιδαγωγός, επαίτης, λιμενεργάτης, μισθοφόρος, ναυτικός, εξερευνητής, έμπορος, λαθρέμπορος όπλων, αργυραμοιβός και, για ορισμένους κατοίκους της νότιας Αβησσυνίας, ως μουσουλμάνος Προφήτης.

Ο Ρεμπώ χαρακτηρίστηκε από τον Αλμπέρ Καμύ ως ο «ποιητής της εξέγερσης, και μάλιστα ο σημαντικότερος απ' όλους». Μετά το θάνατό του, ο Ρεμπώ χρησιμοποιήθηκε από 4 γενιές καλλιτεχνών της αβάν-γκαρντ ως έξοδος κινδύνου από το χώρο των συμβάσεων. «Όλη η γνωστή λογοτεχνία είναι γραμμένη στη γλώσσα της κοινής λογικής - εκτός από εκείνη που έχει γράψει ο Ρεμπώ», είχε δηλώσει ο Πωλ Βαλερύ. Το έργο και η ζωή του Ρεμπώ επηρέασαν κατά τρόπο εντυπωσιακό συγγραφείς, μουσικούς και καλλιτέχνες που είδαν τη ζωή του ως αναπόσπαστο μέρος του έργου: τον Πάμπλο Πικάσσο, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Ζαν Κοκτώ, τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, τον Μπομπ Ντύλαν και τον Τζιμ Μόρρισον, για τον οποίο έχει ειπωθεί ότι δεν πέθανε, αλλά ακολούθησε τα βήματα του Ρεμπώ στην Αιθιοπία.

Ποίηση

Απο τη Συλλογη Το λίγο του κόσμου (1971). Εκείνο που ιδιαίτερα πρέπει να προσέξετε στο ποίημα είναι ότι η ποιήτρια α) δεν περιορίζεται σε μια στατική και αντικειμενική περιγραφή του εξωτερικού κόσμου, αλλά τον δίνει με εικόνες, που κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η κινητικότητα (λ.χ. ξυπνάει ένα λευκό κουπί-φτεροκοπάει μια στέγη) και β) οι εικόνες εκφράζουν ή συμφύρονται με τις διαθέσεις της (λ.χ. με λήθη μοιάζει η θάλασσα: μας ξέχασαν).

Ανάμεσα νύχτας κι αυγής

σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα.

Ασεβής ευθυμία πουλιών με ξύπνησε τόσο νωρίς

και βγήκα στων σκοταδιών την άμπωτη

Το μπαλκόνι μου ήσυχα λάμνει

στ' αβαθή χρώματα

Ονειρεύονται ακόμα οι κήποι

ερχομό αγνώστου ανθέων.

Αργά ξεδιπλώνεται ο περιβόητος ορίζοντας

σα φθηνή κορδέλα του μέτρου.

Με λήθη μοιάζει η θάλασσα: μας ξέχασαν.

Με λήθη μοιάζει το άπειρο. Άπειρος λήθη.

Ένα καΐκι ξεκουρδίζεται στο βάθος,

το παίρν' η απόσταση και παίζει.

Μουρμουριστά των χρωμάτων η στάθμη ανεβαίνει

Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα5.

Ξυπνάει ένα λευκό κουπί,

φτεροκοπάει μια στέγη,

ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρισε.

Έντρομο αφυπνίζεται κάποιο καμπαναριό,

ένοχο: η πίστη πρέπει να ξυπνάει πρώτη.

Πρώτη απ' όλα.

Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.

Διαγράφονται κλειστές οι πόρτες

και τα όρια πεισμώνουν

Σ' ενάργεια βγήκαν τα βουνά

και σε γυρίζουν πίσω

Και συ προσδοκία πού πας;

Έχουν ξυπνήσει από ώρα οι αρνήσεις

Κι εγώ, εγώ που είμαι και ονομάζομαι

προχωρημένη ώρα,

τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις;

Κ. Δημουλά, «Ονειρικά» Κ. Δημουλά, «Θεμελιώδης προϋπόθεση»

1. Άωρα και παράωρα: για να συλλάβετε το πραγματικό νόημα των στίχων, πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι άωρος είναι ο πρόωρος, αυτός που δεν ωρίμασε, και παράωρος ο παράκαιρος.

2. Βγήκα... άμπωτη: βγήκα την ώρα που αποτραβιούνται τα σκοτάδια (μεταφορά από την άμπωτη της θάλασσας).

3. Αβαθή χρώματα: τα χρώματα που είναι ακόμη αχνά.

4. Μουρμουριστά... ανεβαίνει: τα χρώματα σιγά σιγά γίνονται πιο καθαρά και ζωντανά.

5. Με βήμα... σχήματα: τα σχήματα των πραγμάτων παρουσιάζονται σαν να προχωρούν, επειδή σιγά σιγά ξεκαθαρίζουν, όπως τα χρώματα.

6. Διαγράφονται... πεισμώνουν: οι πόρτες διαγράφονται (φαντάζουν) κλειστές και τα όρια πεισματικά σταθεροποιούνται.

7. Σ' ενάργεια... πίσω: τα βουνά έχουν ξεκαθαρίσει και περιορίζουν τη δημιουργική σου φαντασία και την ύπαρξή σου (την αναστέλλουν, τη γυρίζουν πίσω).

8. έχουν... αρνήσεις: το σταθεροποιημένα σχήματα των πραγμάτων δεν της επιτρέπουν να ζήσει την ατμόσφαιρα, στην οποία έζησε η ποιήτρια στην πρώτη ενότητα.

9. νήπιες διαθέσεις: διαθέσεις νηπιακές, ονειρικές διαθέσεις.

Ποίηση

Τώρα όμως βράδιασε.
Ας κλείσουμε την πόρτα
κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών.

Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε;
Γιατί εσύ κι όχι εγώ;

Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς
την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος
έχει αιώνες να φανεί.

Α, πόσα γράμματα,
πόσα ποιήματα που τα πήρε
ο άνεμος του Νοεμβρίου.

Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα
ασήμαντα:

μια λέξη ή ένα κλειδί,
ένα χθες ή ένα αύριο

όμως οι νύχτες μου
έχουν πάντα
ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι.

Πόσοι φίλοι που έφυγαν
χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση

κι η μουσική σκέφτομαι
είναι η θλίψη εκείνων
που δεν πρόφτασαν
ν’ αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος
δε μένει παρά
μια θολή ανάμνηση
απ’ το παρελθόν
(πότε ζήσαμε;)

Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, Εκδόσεις Κέδρος, 2003.

Ποίηση

Μείνε. Μη φύγεις !…
Συ που με μια φιγούρα χορού,
μπαίνεις στις ζωές αυτών που
με το πνεύμα φτεροκοπούνε…
Μείνε. Μη φύγεις από κοντά μου...
Δώσε μου το ρούχο σου, το από τις ίριδες
περιζωσμένο. Πτερόεσσα μοναξιά που πλημμυρίζεις
τις στιγμές μου!
Στη σιωπή σπαράζει η άρπα σου από τις νότες της
ομορφιάς, και γίνεται πιο γενναιόδωρη η φίλεψή
σου. Το ξέρω, τη μέρα που θα με εγκαταλείψεις,
ένα μέλλον άδειο θα φανερωθεί, και θα έχω
απέναντί μου, του κόσμου το πρόσωπο το
φθαρμένο.

Ήταν σα χτές, που παιδιά σε κάποιο χλοϊσμένο
χωράφι, στον κόρφο σου φουσκώναμε τα πανιά
μας, ταξιδεύοντας για μακρινά αραξοβόλια.
Μπορώ κοντά σου τώρα να συναντήσω,
τη σπίθα, τη δίψα για το νερό που αντικατοπτρίζει,
μια λέξη, μια εικόνα, μια μουσική.
Και θάναι η στιγμή που το φως
του ήλιου θα ζεστάνει, ή του ρολογιού ο χτύπος
θα σημάνει για την ψυχή που θα σηκωθεί από
τη γη, ( ταπεινή σαν το αποκοίμισμα του
ευτυχισμένου! ) Ύστερα θα τρυγηθεί το μέλι από
άγρυπνο μυαλό, και ένας στίχος θα αναβρύσει.
Πρόσχαρο ξεπέταγμα που φωτίζει τον
σκοτεινιασμένο μας κόσμο.
Εκεί κάτω στην πολυθόρυβη πόλη, που τα νέφη
Ισοπεδώνουν την ψυχή, μια σερπαντίνα ήλιου
πλέκεται στον εξώστη, και όπως εκτείνεται,
τον κοντινό βραχότοπο χρυσώνει.

https://gr.pinterest.com/pin/356558495489922624/

__________________________________________________________________________________________________________________

Γράφει - Αριστομένης Λαγουβάρδος

Γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης.
Είναι Μηχανολόγος Μηχανικός και Ναυπηγός
του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας.
Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης.

Ποίηση

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Ποίηση

Πρέπει να σου μιλήσω…
Δίχως σκιάδι στα μάτια,

δίχως μάτια που ν’ απαντούν στον πρωινό σου χαιρετισμό,
μέναμε όρθιοι όταν
ο ήλιος πυρπολούσε βράχια, βλέφαρα, καρδιές,
όταν μες στη βροχή τη νύχτα ξεκλέβαμε μια μακρυνή μουσική,
κι όμως με το μάγουλο πάντα μες στη ζεστή σας παλάμη,
ακόμα κι όταν την τραβούσατε μακρυά,
ακόμα κι όταν καν δεν την απλώνατε,
ακόμα κι όταν λέγαμε:
Καλύτερα έτσι,
καλύτερα!..
Κανείς ποτέ δε μπόρεσε να μας αποστερήσει
την παλάμη αυτή…

Μα τώρα το καλοκαίρι μπήκε μέσα
στο καλύβι μας.
Ίσως να ήρθε ξαφνικά.
Ίσως να πέρασε το φράχτη
όταν εμείς βρισκόμαστε στο πλοίο
και πώς να δεις εκεί τα χόρτα που κιτρίνισαν…
Όμως ήρθε…
Οι σκιές σκληράνανε μαζί με το κριθάρι.
Και οι πέτρες κάτω στο ποτάμι καίνε.
Δε μπορείς άλλο να ρωτάς τον άνεμο…
Όταν γλυκαίνουν τα σταφύλια,
το αύριο πηδάει πίσω απ’ τη μάντρα τ’ αμπελιού και φεύγει.
Οι σκιές σκληράνανε.
Οι λέξεις τεντώσανε και τρίζουν.
Απαιτούν να ειπωθούν…

Θα σου μιλήσω μπροστά στο πέλαγος
και η φωνή μου θα σε φτάση…

…Αλήθεια, έχεις σκεφτεί ποτέ,
τι ‘ναι για μας αυτή η μακρινή ομιλία;

Φυσικά, δεν ξέρεις το πόσο σ’ αγαπώ.
Ίσως καμιά φορά να συλλογιέσαι:
…Μα ναι.., Θα ‘πρεπε!..
Ίσως καμιά φορά να λες..-
μα τι να λες;..
Ένα κλωνί της σκέψης σου δεν μπορώ να πιάσω…
Οι καθημερινές φροντίδες, λέει…
Η ζωή με τις απαιτήσεις της, λέει…
Άλλωστε δεν είναι εκείνη που φαντάζεσαι…
Μα ποιος είπε πως εγώ φαντάζομαι;

***

Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
Όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
Τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σωρεύουν οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θέλεις να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Το γέλιο σου άξαφνα ν’ αρπάζει από το μπράτσο
ένα άλλο γέλιο
και να γυρνάν στους δρόμους ξεκουφαίνοντας τη γειτονιά
σα μαθητές που σπαν’ τα καλαμάρια τους στην πόρτα του
σχολείου…

Ένα κεφάλι ν’ ακουμπάει στον ώμο σου
και ο ήλιος να καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο και να φεύγει
αφήνοντας τη μέρα μες τα χέρια μας
άδειο πακέτο πυκνογραμμένο πολύτιμες σημειώσεις

Μα έπειτα
κι αυτό δε φτάνει.
Θες πιο πολλά.
Κι ετούτο το παρόν που καίει και καίγεται
Ετούτος ο πελώριος λιοψημένος ξυλοκόπος
ακολουθεί παντού με το βαρύ του βήμα
κι εύκολα δε χορταίνει δε γελιέται
όλο ακονίζοντας το τσεκούρι του στα κόκκαλα
όλο γυρεύοντας.
Και ξέρεις πως η δίψα του
είναι η δική σου δίψα.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δε γινόταν αλλιώς.
Ό,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
Ό,τι μας γέμιζε χτες
Ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

Ναι, μα ένας άνθρωπος
δεν είναι πορτοκάλι να τον ξεφλουδίζεις
δεν είναι πράγμα
να τον κόβεις στα δύο και στα τέσσερα.
Είχες μια τρυφερή καρδιά κοριτσάκι.
Πίστεψε αν αδέξια την έσφιγγα
δεν το κανα για να πονάς.
Ήθελα να σ’αγαπώ
μα ήταν πολλά τα όσα ξέραμε
ήταν πολλά τα όσα δεν είχαμε μάθει ακόμα.

Κι αν ήμουν άντρας
κι έπρεπε να ’μαι δυνατός
(έπρεπε…)
να το ξέρεις:
Όπου μ’ άγγιζες πονούσα.
Όπου δε μ’ άγγιζες
πονούσα.

Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα
τα δικά μου ποτάμια
που θα μπορούσαν να ποτίσουν
όλα τα λησμονημένα περιβόλια.
***
Έγινε ξαφνικά
όπως ξαφνικά έρχεται η άνοιξη.
Μιλούσα γι’ αγάπη
κι η αγάπη ήσουν εσύ,
μιλούσα για το φιλί
και το φιλί ήσουν εσύ,
με τ’ όνομά σου,
τη διεύθυνση του σπιτιού σου,
το δειλινό χαμόγελο
που μόνο εγώ μπορούσα να βλέπω.
Πως να υπάρξει τώρα
εκείνο το χαμόγελο
όταν κανείς δεν το καταλαβαίνει;
(Μα κι αν το καταλάβει
θα πάψει πια να ‘ναι το ίδιο.)
Πως να υπάρξει εκείνη η μουσική
που μου ζητούσες να σφυράω;
Πόσες φορές την εμπιστεύτηκα
στο νυχτερινό άνεμο
στα κουρασμένα ηλεκτρικά.
Την άκουσες ποτέ;
Ήταν για σένα.
Δεν το παραδεχόμουνα.
Μα ήταν.
Δεν έβλεπα
τις μικρές σταλαγματιές το φως
που πέφταν στο φεγγίτη μου
διαπερνώντας τις φυλλωσιές των σύννεφων.
Λιώσανε απότομα τα κρύσταλλα.
Μια φωτεινή πλημμύρα
σκόρπισε την επιμονή της σκόνης
τα μισοτελειωμένα χειρόγραφα
τα μισοτελειωμένα βήματα.
Δεν ξέρω πως έγινε
(ίσως και να ξέρω…)
όμως το φως ποτέ δεν είχε στερέψει.
Να μου χαμογέλασες ποτέ
από μακριά;
Δεν γίνεται. Κάποια στιγμή θα χαμογέλασες.
Ακόμα κι όταν έδιωχνες
κάθε τι δικό μου.
Ακόμα κι όταν νόμισες πως το ‘διωξες

***

Αγάπη αγάπη
μόνο η πάχνη του πρώτου άστρου-
άσε να σου μιλήσω.
Αγάπη δεν φοβάμαι πια.
Σ’ αγαπώ.
Άσε ν’ ακουστεί η φωνή μου
πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων
πέρα απ’ τους οριζόντιους καπνούς των πλοίων.

***

…Σου μίλησα ποτέ για κείνη τη νύχτα
που ως το πρωί κουβέντιαζα για σένα;
(Είχε ένα κόκκινο αργοπορημένο φεγγάρι
και λυπόμουν που δεν το ‘βλεπες.)
Ποτέ δε σου ‘πα πως κάποτε βρεχόμουν
τρεις μέρες και τρεις νύχτες
κι ύστερα καθώς στέγνωνα μπρος σ’ ένα τζάκι, νηστικός,
χαιρόμουνα που κάποτε θα ‘ρθεις
για να στο λέω.
Έξι χρόνια καρτέραγα για σένα και δε μίλησα
κι όταν μου λεγες βουβά
“έλα πάρε με”
δεν μπορούσα πια…

***

Να τον πάλι ο κόσμος και τα πράγματα
μπροστά μας.
Να οι άνθρωποι.
Να ‘μαστε εμείς στο κατώφλι της μέρας.
Μπορούμε πάλι να πούμε:
«Αυτό είναι πέτρα, αυτό ένα ποτήρι νερό,
κι αυτό ένα πήλινο πιάτο,
κι αυτό το ξεραμένο αίμα».
Μπορούμε να πούμε:
«Να, ο Γιάννης μας χαιρετάει από πέρα.
Να, αυτό λέγεται χαρά».
Ακουμπάμε πάνω στα γόνατα
το μεγάλο βιβλίο των άστρων
και διαβάζουμε αργά, δυνατά,
ν’ ακούνε όλοι:
Η πατρίς της γεννήσεώς μου
είναι απ’ το Λιδορίκι
χωριό του Λιδορικού
ονομαζόμενον Αβορίτη.
Η πατρίς της γεννήσεώς μας
είναι ο κόσμος.
Πατρίδα μας είναι η αλήθεια.
Καλημέρα λοιπόν.
Καλημέρα.

Τίτος Πατρίκιος

https://poiimata.com/

Ποίηση

Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................

Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη


Μενέλαος Λουντέμης (Κωνσταντινούπολη 1906 - Ἀθήνα 1977):
(ψευδώνυμο τοῦ Γιάννη Βαλασιάδη)· πεζογράφος καὶ ποιητής.

Ποίηση

Βιολέτες για μια εποχή, (απόσπασμα του έργου του)
"Κάποτε θα καταστρέψω όλ' αυτά τα χειρόγραφα που άφησε πάνω
στο τραπέζι μου ο διάβολος και που τα οικειοποιήθηκα χωρίς
ντροπή-και μόνον αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο
δρόμο, μόνον αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος"

"Πίναμε όλη νύχτα, "ακούς αυτήν την υπέροχη μουσική;", τον
ρώτησα, "δεν είναι μουσική", μου λέει. "Εγώ καταστρέφω τη ζωή μου."

"Ζούμε στην τύχη και στον κίνδυνο, η κάθε μέρα μας φθείρει, έτσι
που σε λίγο κάτω απ' τ' όνομά μας δεν θα 'ναι κανείς (και μόνον
η ανωνυμία μας διατηρεί μακριά από μύθους ή λεηλασίες)
Ένας μικροδιεκπεραιωτής του ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά"

"Αγαπώ τις μέρες του χειμώνα που είναι σύντομες ή
μεταμορφώνομαι σε ήρωα (για να αποφύγω τους πραγματικούς
κινδύνους) έτσι και πίσω απ' τις πιο ακόλαστες πράξεις μας
κρύβεται το μίσος για τον εαυτό μας, τι μας έφταιξε; κανείς δεν θα το μάθει"

"Α, φίλοι μου, ζούμε σ' ένα όνειρο που δεν θα επαληθευτεί παρά
μονάχα μέσα σ' ένα άλλο όνειρο, όμως τη νύχτα τ' άστρα έχουν
πάντα κάτι συνταρακτικό να μας πουν"

"Υπάρχουν πράγματα που τα περιμένεις χρόνια κι άλλα που
συμβαίνουν μέσα σε μια στιγμή, καθορίζοντας για πάντα τη ζωή σου"

"Τα βράδια τακτοποιώ τις λέξεις με τ' άλλα φαντάσματα-κι
άξαφνα το ρολόι σταμάτησε, εγώ βρισκόμουν στο υπόγειο, "γιατί
κατέβηκα εδώ;", είπα σιγανά. Αλλά δεν ήταν κανείς ν' απαντήσει"

"Όταν ο Θεός μοίρασε τον κόσμο, τα παιδιά πήρανε τις γωνιές των
δρόμων κι ο διάβολος τις πιο ωραίες λέξεις"

"Τις νύχτες έπαιρνα τις βαλίτσες μου ακόμα και στον ύπνο, γιατί
ποιος ξέρει το τέλος του ταξιδιού;"

"Τα βράδια έριχνα όλες μου τις σκέψεις απ' το παράθυρο μήπως και
βρουν το δρόμο οι χαμένοι ταξιδιώτες"

"Ξύπνησα άξαφνα μια νύχτα χωρίς να θυμάμαι ποιος είμαι ή όπως
αυτή η βρεγμένη ομπρέλα στο διάδρομο είναι η αδιάσειστη
απόδειξη ότι διέσχισα τον κατακλυσμό"

"Είμαι χρεωμένος τόσες σκληρότητες, μα εγώ φεύγοντας θ' αφήσω
ένα γράμμα τρυφερό γι' αυτούς που θα 'ρθουν"

"Μια νύχτα στη βεράντα έκανε να πιάσει έν' άστρο που έπεφτε-και
γκρεμίστηκε απ' τις σκάλες. Από τότε στηριγμένη στα δεκανίκια
προχωράει και χάνεται σε κήπους φανταστικούς"

"Κάθε μέρα κινδυνεύουμε από προδοσίες ή συνήθειες κι οι φλόγες
των κεριών γέρνουν πάντα προς το ακατόρθωτο"

"Η ποίηση είναι η νοσταλγία μας για κάτι ακαθόριστο που ζήσαμε
κάποτε μες στ' όνειρο"

"Το καλοκαίρι ο ουρανός διανυκτερεύει
οι μυρουδιές έχουν την παιδική μας ηλικία
μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια
κι εγώ δεν έχω αλλο όπλο απ' το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
και να τις πιστεύω"

"Λυπηθείτε τους ποιητές που τους τρελαίνουν δυο δισεκατομμύρια
εκδοχές για ένα μοναδικό κόσμο"

Περιμένοντας το βράδυ

«Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση

Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα,
ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά».

http://tleivaditis.weebly.com/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.