Ιανουαρίου 17, 2019

Ποίηση

Η ΠΟΛΙΣ

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Η πόλις είναι ένα φιλοσοφικό ποίημα που γράφτηκε το 1894 και δημοσιεύτηκε το 1910. Είναι το πρώτο ποίημα των θεματικών συλλογών του ποιητή και αυτό γιατί μπορεί να το θεώρησε ως ένα κορύφωμα σε προσωπικό και ποιητικό επίπεδο. Στο ποίημα αντιλαμβανόμαστε την ψυχική κατάσταση του ποιητή, την ανία, η οποία εκφράζεται και σε άλλα ποιήματα αυτής της περιόδου, όπως στην “Μονοτονία” (1898), στα “Τείχη” (1896) και στα “Παράθυρα” (1897). Έχει, μάλιστα, διατυπωθεί η άποψη πως αυτό το ποίημα είναι η πιο απελπισμένη φωνή που αντήχησε από ανθρώπινα χείλη.

Ενώ το ταξίδι στην καβαφική ποίηση έχει πολλές και διαφορετικές όψεις, εδώ φαίνεται να νικά η απόγνωση, η απαισιοδοξία και η θλίψη. Σ’ αυτό το ποίημα γινόμαστε μάρτυρες της μάταιης προσπάθειας του ποιητή να φύγει απ’ τον τόπο του, στον οποίο έχει εγκλωβιστεί, γιατί όπου κι αν κοιτάξει βλέπει “ερείπια μαύρα” της ζωής του. Εκφράζει την επιθυμία που είχε για ένα ταξίδι, το οποίο θα τον έκανε να ξεφύγει απ’ την τετριμμένη και δυσάρεστη πραγματικότητα και δεν πρόκειται απλά για μια φευγαλέα σκέψη, καθώς τονίζει ότι έκανε πολλές προσπάθειες για να περάσει απ’ την θεωρία στην πράξη, ωστόσο κάθε προσπάθεια αποδείχτηκε ατελέσφορη και η επιθυμία του κατέληξε μια παρελθοντική ονειροπόληση.

Ίσως γιατί αυτά που τον κρατούν πίσω, αν και δυσάρεστα, είναι περισσότερα και σημαντικότερα απ’ αυτά που πιθανόν να έβρισκε μπροστά του. Ο ποιητής είναι πεπεισμένος ότι η μοίρα του δεν πρόκειται ν’ αλλάξει, ότι η ζωή και η καθημερινότητα σ’ αυτόν τον τόπο είναι αναπόφευκτη. Νιώθει καταδικασμένος κατά κάποιον τρόπο, ξέρει πως δεν θα πάει “αλλού”, δεν θα βρεθεί στην γη της ελπίδας του, καθώς δεν υπάρχει κάποιο πλοίο ή κάποια οδός να τον οδηγήσουν έξω απ’ την φυλακή του.

Παρακολουθούμε λοιπόν την εξελισσόμενη σχέση αγάπης-μίσους με την πόλη του, γιατί απ’ τη μια αποτελεί γι αυτόν πατρίδα, όμως απ’ την άλλη τον κρατάει δέσμιο στα λάθη, τις αποτυχίες και τις ίδιες του τις αντιλήψεις, οπότε την τοποθετεί σαν αφετηρία για έναν μακρινό προορισμό. Ενώ, λοιπόν, γνωρίζουμε ότι ο ποιητής ξεκίνησε απελπισμένος να ξεφύγει απ’ την φυλακή των γειτονιών, κλειστών σε ήθη, της Αλεξάνδρειας, δεν μας δίνεται ο επιθυμητός προορισμός.

Προφανώς είναι οπουδήποτε μακριά απ’ την Αλεξάνδρεια, σε μια κοινωνία ανοιχτή, ανεκτική και προοδευτική. Σε ανέκδοτο σημείωμά του, βέβαια, ο ποιητής δείχνει να λησμονεί την Αγγλία και τα χρόνια που πέρασε εκεί, ωστόσο μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε γι αυτήν την αναφορά.

Η περιπέτεια, επίσης, περιορίζεται σημαντικά και λείπει σχεδόν απ’ όλα τα ποιητικά ταξίδια του Καβάφη. Έτσι δεν θα μπορούσε να μην λείπει και απ’ την πόλη, όπου υπάρχει μια στασιμότητα στο μαύρο τοπίο της ζωής του ποιητή και κυριαρχεί χωρίς να διακόπτεται από ένα φωτεινό σημάδι, από μια ελάχιστη ελπίδα για αλλαγή ή βελτίωση. Είναι καθαρά επιλογή του ποιητή η έλλειψη της περιπέτειας, αλλά ο ίδιος, όπως είναι φυσικό, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το κενό του και γι αυτό έχουμε την επικράτηση της ασφυξίας, της ανίας και της μοναξιάς.

Ο ποιητής εδώ φαίνεται να μιλά στον εαυτό του και να τον επιπλήττει για τα όποια λάθη της ζωής του αλλά κυρίως για την αποτυχία του να ξεφύγει απ’ όλα αυτά και να προχωρήσει παρακάτω κάνοντας μια καινούργια αρχή κάπου αλλού. Εμφανίζεται πολύ αυστηρός με τον εαυτό του όσον αφορά το παρελθόν και κάθετος όσον αφορά το μέλλον. Διέπεται από μια αρνητικότητα, τόσο μεγάλη, που δεν του αφήνει περιθώρια για ελπίδα και είναι επαναλαμβανόμενος ο τρόπος με τον οποίο επιβάλλει στον εαυτό του την πόλη, αποκλείοντας κατηγορηματικά κάθε ενδεχόμενο για το ταξίδι της ελευθερίας του, πνευματικής και σωματικής.

Η πόλη λοιπόν έχει να κάνει με το λυτρωτικό ταξίδι που φτιάχνει γεμάτο ελπίδες η αφηρημένη μας σκέψη και το οποίο συνήθως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο ποιητής εγκλωβίζεται, έχει μόνο κάποια σχέδια, δεν περατώνει τα όνειρα του και μένει με την ίδια απόγνωση με την οποία ξεκίνησε για να βρει τα μέσα για τη φυγή του.

Η πόλις τελικά δεν είναι μόνο ένα ανεκπλήρωτο ταξίδι για τον ποιητή, αλλά και μια εσωτερική διαδρομή γεμάτη επιθυμίες, συγκρούσεις και αδιέξοδα που παραλύουν τον νου του, οδηγώντας τον σ’ έναν μαρασμό. Νιώθει σαν νεκρός, αν και ζωντανός. Τα μηνύματα λοιπόν που μας περνάει είναι πολλαπλά και βαθύτερα απ’ το μοτίβο του εγκλωβισμού και την ακινησία.

Μας μεταφέρει την αίσθηση πως η αντίληψη του κάθε τόπου είναι αποτέλεσμα της ψυχικής μας κατάστασης και των συνολικών μας αντιλήψεων για την ζωή. Αν δεν ελπίζουμε και επιμένουμε να κοιτάζουμε μόνο τον τρόπο φυγής και τα μαύρα ερείπια της ζωής μας, δεν πρόκειται να υπάρξει διέξοδος για εμάς απ’ την μικρή «κώχη» που στήνει η ψυχή μας. Αν δεν προσπαθήσουμε ν’ αλλάξουμε τον εαυτό μας, δεν θ’ αλλάξει και τίποτα γύρω μας αφού εμείς δίνουμε χρώμα στα πράγματα.

Επίσης, η ευτυχία είναι κάτι που εξαρτάται και πηγάζει από εμάς, οπότε μένει ακέραιη σε όποιον τόπο και αν βρισκόμαστε απ’ τη στιγμή που δεν κουβαλάμε μέσα μας την απογοήτευση και την απελπισία.

Μετά από χρόνια, συγκεκριμένα το 1910, συντελείται αυτή η αλλαγή στο μελαγχολικό ταξίδι του Καβάφη, με την Ιθάκη. Τότε πλέον τονίζει πως αν διατηρούμε την σκέψη μας σε υψηλά επίπεδα, έχουμε στόχους και κοιτάζουμε μπροστά αφήνοντας την εκλεκτή συγκίνηση να μας αγγίξει, ένας τόπος μπορεί να είναι μόνο η αρχή για μια δημιουργική διαδρομή που θ’ απογειώσει το ελεύθερο πνεύμα. Άλλωστε δεν στερείται νοήματος το γεγονός ότι ο ποιητής έχει τοποθετήσει πρώτα την πόλη στην θεματική του συλλογή και ύστερα την Ιθάκη, με την οποία και τελειώνει οριστικά η μυθολογία των διεξόδων.

Κείμενο: Σοφία Τατίδου – Φιλόλογος

Ποίηση

 Ήρεμη όπως πάντα

Μυαλό νύχτας, ολονύχτιο ή ολονύχτιας με Υ  (Ύψιλον κεφαλαίον) στο τέλος του κόσμου
δικιέ της
Γίνε επανάσταση της μιας στιγμής
και φώτισέ την
 ψυχή, καρδιά, εμένα - Αυτήν, τον Κόσμο
Το Κομμάτι του εννιά....
Χείλη σιωπηλά
δρόμοι δύσκολοι,
σκοτεινοί στου Ιονίου Πελάγους, στο Άρωμα του νερού
Πουθενά και μακρυά, τόσο  - αυτό που πεθαίνει και περνάει ακριβώς ξυστά, Ίσως και Κοντά, στο διάφανο νερό
καρδιά και λίγο από μίσχο.....
που καίει...και φωτιά που ξεχνά
κομμάτια, πιο πέρα, σαν νυχτολούλουδο απλωμένα
πάρε το ποδήλατο, στο αδιέξοδο
απόψε, μόνο για απόψε ή στα σοκκάκια του πεζόδρομου
και πιες στην υγειά της, χωρίς σκέψεις, τύψεις, χωρίς μελαγχολία, μη μετανιώνεις..
με τόνο και τελεία, παρελθόν και ξεχασμένα, με χρώμα ξεφτισμένο απ΄το βουνό
έτσι για το περίεργο της σκόνης του σ΄αγαπώ του δρόμου της νύχτας του δρόμου..
Πες της σ΄αγαπώ, γεμάτα σ΄αγαπώ
Μοναξιά και βροχή με σχήμα κορμιού ή καρδιάς
Σκοτεινέ ωκεανέ, ή τραγουδιού, του μίσχου
Με θέα την αγάπη στη σειρά του χρώματος της αναπνοής του δειλινού της δύναμης
γλέντα και απόψε, σαν τη τελεία, έτσι για το περίεργο και τα κεφαλαία του ήθους και πες της Σ΄ΑΓΑΠΩ
χόρεψέ την, σαν χρώμα από κύμα, ΣΑΝ  έμπνευση, με έμπνευση και ψίθυρους,  βγάζοντας τα ακουστικά από τα αυτιά με άρωμα πελάγου
και έλα να  τελειώσεις την  ευθεία του "πρέπει", να ακουστεί δυνατά και μοναδικά - στο βάθος της ματιάς του ακουστικού, μόνο για απόψε..
αφού το ξέρεις...συνάντησέ την στην άλλη γωνιά, σαν κόκκινο του φιλιού,  σαν δειλινό Ιονίου, άσχετα αν το ζητά σαν χάρη Επτανήσιας εξάρτησης, έτσι για να σωθεί από το ύστατο χαίρε του μαΐστρου του νησιού της, του πρέπει που αχνοφαίνεται στη κορφή με Φ (Φου) κεφαλαία...Στο νησί ...Πέτα Ψηλά στις νότες που χάραξε η ίδια..
Ότι έχεις, με το Φ ή το Ψ αφού το θέλει..
Σε παρακαλά...
Κεφαλαία και άσχετα...Μη τα σβήνεις όμως - Έρωτας ΚΑΙ....
Περιμένε στη κορυφή , ΜΕ το Φ (Φου) Κεφαλαία, όπως ΦΙΛΑ την, όπως ΦΩΤΙΑ, όπως ΦΩΤΕΙΝΕ, στις παρτιτούρες του Ιονίου και στη κορυφή του ουρανού ΜΕΛΩΔΙΚΑ

 Στη κορυφή - Μόνο στη κορυφή....

 


Υπό έκδοση 2018 - Χειμώνες που γυαλίζουν 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Βαθιά, τὴ νύχτα
Βαθιά, τὴ νύχτα τὰ μεσάνυχτα,
μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερὰ τοῦ ὀνείρου,
πετᾷ ἡ ψυχή μου, σκλάβα ἐλεύθερη,
στοὺς μυστικοὺς κόσμους τοῦ Ἀπείρου,
τὴ νύχτα βλέπει ὅλα τ᾿ ἀθώρητα,
ποὺ ἀπόκρυβεν ἡ πλάνα μέρα
τὴ νύχτα ἀκούει ὅλα τ᾿ ἀκούσματα
στὸν ἀτρικύμιστον ἀέρα.
Βλέπει τῶν κάστρων τὰ φαντάσματα
καὶ τὰ λευκὰ στοιχειὰ τῶν κάστρων
κι ἀκούει τῶν δέντρων τὸ μεγάλωμα
καὶ τὸ περπάτημα τῶν ἄστρων.

Γεώργιος Δροσίνης

Ποίηση

Μενέλαος Λουντέμης 

Μην αργείς

Μην αργείς. Τούτο μόνο σου λέω. Μην αργείς.
Γιατί, σε λίγο, σαν θα χτυπάς την πόρτα μου,
θα νομίζω πως είναι τα γηρατειά,
πως είν’ ο χειμώνας, πως είν’ ο θάνατος.
Μην αργείς.

Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ’ τα σπίτια,
κι απ’ τους δρόμους που περνάς.
Απ’ τα παράθυρα κρέμουνται τα χέρια μου
και σε καλούν.
Στάσου κι αφουγκράσου κάτω απ’ τα σπίτια.
Σ’ όλα κυλάει ο αέρας σου.
Όλα ξέρουν τ’ όνομά σου.
Μην αργείς.

Να σε περιμένω είναι πιο γλυκό κι απ’ το να ‘ρχεσαι.
Είναι σαν το σκάσιμο της μυγδαλιάς.
Σαν το πανί που πλέει στο λιμάνι.
Σαν κελάιδισμα, σαν γέλιο πρωινό.

Να σε περιμένω είναι σαν ξανάρχομαι στη γη.
Στο δρόμο μην αργείς. Είναι γιομάτοι Φαίακες,
είναι γεμάτοι πλάνεμα, οι δρόμοι.

Οι δρόμοι γλιστρούν, χυμούν αρπαχτικοί
και κλέβουν.
Μην αργείς.

Μην αργείς. Γιατί ώσπου να ‘ρθεις
θα περπατήσω όλη την Υδρόγειο του πόνου μου.
Θα περπατήσω όλα τ’ αγκάθια, κι όλους τους γκρεμούς.
Γιατί να περιμένω, είναι σαν να πεθαίνω.
Γι’ αυτό: Μην αργείς.

Ποίηση

Η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει, Προυστ

Αλλά, αντιλήφθηκα επίσης πως ο πόνος που προκαλεί η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει, ένας πόνος που ένιωσα αρχικά σε σχέση με τη Ζιλμπέρτ, για δύο λόγους είναι ευεργετικός.

Ο πρώτος και λιγότερο σημαντικός είναι ότι, αν και η ζωή είναι μικρή, μόνο όταν υποφέρουμε βλέπουμε μερικά πράγματα που άλλες φορές είναι κρυμμένα.

Καθόμαστε μπροστά σ’ ένα παράθυρο σε άσχημη θέση που βλέπει όμως σε μιαν απέραντη θάλασσα, και μόνο στη διάρκεια μιας θύελλας, όταν οι σκέψεις μας ερεθίζονται από κινήσεις που αλλάζουν συνεχώς, ανυψώνονται σε τέτοιο επίπεδο που μπορούμε να δούμε όλη τη νομοτελειακή απεραντοσύνη που κάτω από κανονικές συνθήκες, όταν ο ήρεμος καιρός της ευτυχίας της δίνει μιαν απαλότητα, βρίσκεται κάτω απ’ το οπτικό μας πεδίο.

Ίσως μόνο για λιγοστές μεγάλες ιδιοφυίες να υπάρχει πάντοτε αυτή η κίνηση της σκέψης, ανεπηρέαστη από τις εξάρσεις της προσωπικής λύπης. Μπορούμε όμως άραγε να είμαστε βέβαιοι, όταν σκεπτόμαστε την πλατειά και κανονική ανάπτυξη των χαρωπών δημιουργημάτων τους, πως δε γίνεται να συνάγουμε εύκολα από τη χαρά που αποπνέει το έργο τους ότι υπήρχε χαρά και στη ζωή τους, που ίσως αντίθετα να ήταν σχεδόν πάντοτε δυστυχισμένη;

Αλλά ο κυριότερος λόγος είναι ότι, αν ο έρωτάς μας είναι όχι μόνο ο έρωτας για την οποιανδήποτε Ζιλμπέρτ (και αυτό το γεγονός είναι που μας φαίνεται τόσο οδυνηρό), η αιτία δεν είναι πως είναι επίσης ο έρωτας κάποιας Αλμπερτίν αλλά ότι είναι ένα κομμάτι του νου μας πιο ανθεκτικό από τα διάφορα εγώ που σταδιακά πεθαίνουν μέσα μας και τα οποία θα ήθελαν, μέσα στην εγωπάθειά τους, να κρατήσουν για τον εαυτό τους, ένα κομμάτι του νου μας που πρέπει, όσο κι αν μας πονά (και ο πόνος μπορεί τελικά να μας κάνει καλό), να αποσπαστεί από τα άτομα έτσι ώστε να αποκαταστήσει το όλο και να προσφέρει τούτο τον έρωτα, την κατανόηση του έρωτα αυτού, σε όλους, στο πνεύμα το συμπαντικό και όχι τούτο ή τ’ άλλο, με τα οποία τούτο ή τ’ άλλο από τα εγώ που υπήρξαμε στο παρελθόν διαδοχικά θα ήθελε να συγχωνευθεί.

Μαρσέλ Προύστ, «Ο ξανακερδισμένος χρόνος», Εκδόσεις Διώνη

Ποίηση

Χόρχε Μπουκάι: Αν θες να ευτυχήσεις να μάθεις να αφήνεις πίσω σου καταστάσεις και ανθρώπους..

Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση.

Πέρασε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη.

Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό.

Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται… αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό…

Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπο του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει… Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο… κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.

Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω τον. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ’ αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει…

Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβάτης δεν βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σωθεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.

Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια’ δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δεν θα μπορέσει κανείς ν’ ανέβει να ψάξει γι’ αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελλα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό;

Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.

Όμως, τι να κάνει;

Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά… ακούει μια φωνή από μέσα τον που τον λέει «λύσου!» Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής τον σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση… ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει «λύσου, λύσου!»

Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριο του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμη πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει «λύσου!…

Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος… λύσου!» Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει μέσα τον πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα για να σωθεί.

Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή τον κρεμόταν από μια κλωστή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του… σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος.

Λέω, λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.

Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.

Να αφήνεις πίσω τα πράγματα που μαζί τους είσαι δεμένος σφιχτά, επειδή νομίζεις ότι αν τα κρατήσεις θα σε σώσουν από την κατάρρευση.

Όλοι έχουμε αυτήν την τάση να δενόμαστε σφιχτά με ιδέες, πρόσωπα και καταστάσεις. Δενόμαστε με ανθρώπους, με χώρους, με τόπους γνωστούς, γιατί είμαστε βέβαιοι πως αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας σώσει. Πιστεύουμε στο «γνώριμο κακό», όπως λέει ένα γνωστό γνωμικό.

Και παρόλο που από διαίσθηση καταλαβαίνουμε ότι το δέσιμο σημαίνει θάνατο, συνεχίζουμε να μένουμε αγκιστρωμένοι σ’ αυτό που πια δεν μας χρειάζεται, σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια, τρέμοντας τις φανταστικές συνέπειες αν αποδεσμευτούμε.

Χόρχε Μπουκάι – Ο Δρόμος των Δακρύων – Εκδόσεις OPERA

Ποίηση

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πως να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.
Άφησε με να’ρθω μαζί σου....

Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά
βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ'
αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της
γριάς αρκούδας -
κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς
της, μην ξέροντας για που και γιατί-
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το
τελευταίο παιχνίδι της,
δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους
των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κι ενός αργού
θανάτου -
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη
γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες
που της ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.
Άφησέ με να’ ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας.Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου - δεν μπορώ να
τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια -
ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν,
ν' ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και
βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος
του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια·
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω - όχι τα δίνω·
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν - πάντως εγώ
τα δίνω.
Άφησέ με να’ρθω μαζί σου....

Ποίηση

Όλα συμβολικά
παιχνίδια δυνατά
Συμβολισμοί παιχνίδι
Ηλιαχτίδα,
έρωτας παντού
Περιπλανιέμαι στα βουνά της πόλης
νωχελικά
βλέμμα δεμένο σε κλωστή
μεταξωτή για χάρη σου
Συμβολισμοί ερωτικοί
με ατίθασες καρδιές

Εσύ
παιδί της σκέψης της στιγμής
γλυκό ή πικρό χάδι, πολύμορφο
αέρινο, κοντοζυγώνεις
με βήματα χορού

Εγώ
Ντυμένη με χρυσοκόκκινα φύλλα
του φθινοπώρου καταφθάνω
Στιγμές που με κάνουν να
ζωγραφίζω
τα θολά τζάμια, τις ανάσες
Συμβολικά, συμβολισμοί ψυχής
ανθρωπάκια και ομπρέλες
όλα σε ειρήνη
και ο άνεμος κόπασε στο μαγαζί
κοιτώντας τα σχήματα που ΄φτιαξα
σταγόνες κύλησαν.

Από τη Συλλογή "Φθινοπωρινά"

 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Ο έρωτας, η μοναξιά, η απελπισία και η μνήμη μέσα από τους στίχους του σημαντικού ποιητή. Το έργο του έχει προκαλέσει πολλές φορές σχόλια και οι κριτικές, ωστόσο είναι τόσο έντονα τα συναισθήματα που προκαλεί που οι στίχοι του δεν χρειάζονται ανάλυση για να μαγέψουν τον αναγνώστη.
Ο έρωτας, η μοναξιά, η απελπισία και η μνήμη μέσα από τους στίχους του σημαντικού ποιητή. Το έργο του έχει προκαλέσει πολλές φορές σχόλια και οι κριτικές, ωστόσο είναι τόσο έντονα τα συναισθήματα που προκαλεί που οι στίχοι του δεν χρειάζονται ανάλυση για να μαγέψουν τον αναγνώστη

1. Έρωτας

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –

ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.

Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.

Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,

φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,

συσκότιση παραπόνου,

παρηγοριὰ σπασμῶν.

Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,

ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

 

2. Με κατάνυξη

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.

Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,

νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.

Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,

νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.

Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,

γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.

Όταν σε Περιμένω

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,

ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,

σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,

ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,

κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι

γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,

γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας

κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,

ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,

ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,

ἔστω καὶ μία φορά;

Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

 

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)

Ποίηση

Ώρα του λυκόφωτος
Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα -
ω παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα' χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ' τα παράθυρα δυνάμωνε η
βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ' το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλλιά
σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα -
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε τη ζωή μας
μ' εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ' άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροϊδεύουν - και γεμίζουν τα τετράδια τους με
ποιήματα
για να μη χαθούν.
Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυάγιο.

Ω, λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.
Εκμυστήρευσεις # Τάσος Λειβαδίτης

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή