Σεπτεμβρίου 29, 2020

Ποίηση

Και προπαντός

ας μην αφήσουμε την αγάπη

να συνωστίζεται με τόσα αισθήματα…

(αποσπάσματα «Διαλόγων»)

1

Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα —

με κουρελιασμένα μάτια

με φλογωμένους κροτάφους απ’ την πτώση

να γυρίζεις

στην καλή πλευρά σου.

Πεσμένος αισθάνεσαι

την κόλαση που είναι η αιτιότητα

το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα

τα βήματα χωρίς προοπτική.

Κι όμως στη χειμωνιάτικη γωνία ο καστανάς

περιβάλλεται από σένα.

Κόψε ένα τραγούδι απ’ τ’ άνθη

με δάχτυλα νοσταλγικά.

Να γυρίζεις — αυτό είναι το θαύμα.

2

Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί

στο τέλος

τα ίδια τα όνειρα μας θα μας σώσουν.

Αγάπη μείνε στην καρδιά —

αυτός ας είναι ο κανών του τραγουδιού σου.

Με την αγάπη

Θα σηκώσουμε την απελπισία μας

απ’ το αμπάρι του κορμιού.

Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων

η απελπισία.

Και προπαντός

ας μην αφήσουμε την αγάπη

να συνωστίζεται με τόσα αισθήματα…

3

Άπλωσε η γαλήνη τα φτερά της

ωσάν αλησμόνητος κύκνος ονείρου

σ’ αυτά τα έρημα νερά.

Κάτι νιώθω σήμερα

βλέποντας τα πουλιά.

4

Η αγωνία μου υψώνεται,

ως τα εδελβάις άνθη.

5

Τα όνειρα βλαστοί στο στήθος

κλήματα μέσ’ στην καρδιά

διαιώνια εκδικούνται το χώμα

σκοτώνοντας εμάς.

Τα Πουλιά Δέλεαρ Του Θεού -Ν. Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1926 στο Ναύπλιο. Οι γονείς του, Κωνσταντίνα Πιτσάκη και Δημήτρης Καρούζος, δάσκαλος, συνέβαλαν στα πρώτα παιδικά χρόνια στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, όπως και ο ιερέας και δάσκαλος παππούς του από την πλευρά της μητέρας του που διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη.[3]

Το 1944 ολοκληρώνει τις γυμνασιακές σπουδές στη γενέτειρά του και εντάσσεται στην ΕΠΟΝ Ναυπλίου στο Τμήμα διαφώτισης. To 1945 εισάγεται στη Νομική Σχολή Αθηνών και στη σχολή Πολιτικών επιστημών του πανεπιστημίου των Αθηνών. Τον Ιούνιο του 1946 γλιτώνει τη σύλληψη και εκτέλεσή του από την Οργάνωση Χ. Την επόμενη χρονιά εξορίζεται στην Ικαρία για πέντε μήνες. Το 1951 υπηρετεί τη θητεία του στη Μακρόνησο και το 1953 εξορίζεται πάλι στη Μακρόνησο. Νοσηλεύτηκε στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία χωρίς να υπογράψει δήλωση μετανοίας, για λόγους υγείας.[4]

Το 1955 παντρεύεται τη Μαρία Δαράκη με την οποία χωρίζει μετά από μερικούς μήνες. Εγκαταλείπει τις σπουδές στη Νομική και την προοπτική να γίνει δικηγόρος. Αρχίζει να συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας ποιήματα και άλλα πεζά κείμενα, όπως τα Αθηναϊκά Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης, Νέα Εστία, Ευθύνη, Σύνορο, Διαγώνιος. Το 1961 βραβεύεται με το Β' Κρατικό Βραβείο ποίησης και το 1962 με Α΄ Βραβείο ποίησης της Ομάδας των Δώδεκα. Το 1962 παντρεύεται για δεύτερη φορά, με τη Μαίρη Μεϊμαράκη με την οποία χωρίζει το 1980. Τον Μάιο του 1967 συλλαμβάνεται για δηλώσεις που έκανε σε βάρος του Παττακού.[5]

Το διάστημα 1983-1984 και το 1986 εργάζεται στο Γ' Πρόγραμμα της ΕΡΑ κάνοντας εκπομπές για τη λογοτεχνία. Το 1988 βραβεύεται με το Κρατικό Λογοτεχνικό βραβείο ποίησης. Αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας (καρδιολογικά, διάγνωση καρκίνου). Νοσηλεύεται σε διάφορες κλινικές της Ελλάδος και του εξωτερικού (Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1986 στο Σωτηρία, Μάρτιος του 1989-διάγνωση καρκίνου, Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1990 Λονδίνο). Πεθαίνει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο Νοσοκομείο Υγεία.

Ποίηση

Λύσε τα δεσμά σου, απελευθερώσου γιέ μου! Μέχρι πότε θα είσαι σκλάβος
του χρυσού , του ασημιού;

Εάν ρίξεις τη θάλασσα μέσα σε μια στάμνα, πόσο νερό νομίζεις ότι θα μπορέσει να πάρει;
Σίγουρα την ποσότητα νερού που χρειάζεσαι μόνο για μια μέρα.

Δε χορταίνει το μάτι των άπληστων. Εάν το όστρακο δεν ήταν ολιγαρκές
δε θα γέμιζε με μαργαριτάρια.

Όποιος σκίσει τα ρούχα του από τον έρωτα, αυτός έχει απαλλαγεί παντελώς
από την απληστία και την αμαρτία.

Να είσαι ευλογημένος ω υπέροχε έρωτά μας, γιατί είσαι ο θεράπων όλων
των παθών (των ελαττωμάτων) μας.

Ω θεράποντα της αλαζονείας και της υπεροψίας μας. Είσαι ο Πλάτωνας,
ο Γαληνός μας.

Το σώμα που είναι φτιαγμένο από χώμα, χάρη στον έρωτα ανεβαίνει στο υψηλότερο
στρώμα των ουρανών. Ακόμα και το βουνό αποκτά ευκινησία και αρχίζει να χορεύει.

Ω αγαπημένε! Ο έρωτας έγινε η ψυχή του όρους Σινά. Μέθυσε το βουνό
και ο Μωυσής έπεσε κάτω αναίσθητος.

Εάν τα χείλη μου ενώνονταν με τα χείλη εκείνου που ταυτίζονται οι απόψεις μας,
θα επαναλάμβανα και εγώ τα λόγια του νέι με την ίδια ευγλωττία.

Αυτός που απομακρύνεται από εκείνον που μιλάει την ίδια γλώσσα μαζί του,
χάνει τη λαλιά του έστω κι αν γνωρίζει εκατοντάδες μελωδίες.

Όταν μαραθεί το ρόδο και κιτρινίσει ο κήπος των ρόδων δεν μπορείς
να ξανακούσεις το αηδόνι να αφηγείται τις περιπέτειές του.

Ο Αγαπημένος είναι το παν, ενώ ο ερωτευμένος είναι ένα πέπλο. Ο
Αγαπημένος είναι ζωντανός, ενώ ο ερωτευμένος νεκρός.

Όποιος δεν ρέπει στον έρωτα γίνεται πουλί χωρίς φτερά. Αλίμονο
σε αυτόν το δυστυχή.

Εάν δεν έχω το φως του Αγαπημένου εμπρός μου, πίσω μου, πώς θα αντιληφθώ
ποιο είναι το εμπρός και ποιο είναι το πίσω;

Ο έρωτας απαιτεί να λέγονται αυτά τα λόγια. Πώς ο καθρέφτης
να μη γίνει συκοφάντης;

Ξέρεις γιατί ο καθρέφτης σου δεν είναι συκοφάντης; Γιατί δεν σκουπίστηκε από το
πρόσωπό σου η σκόνη, η σκουριά, δεν καθαρίστηκε από αυτά.

Το Μεσνεβί είναι το αριστούργημα του Ρουμί. Αποτελείται από έξι βιβλία που γράφτηκαν σε σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια. Δε μπορεί να αναλυθεί σαν ποιητικό έργο λόγω της ειδικής πλοκής των ιδεών, της μορφής, και της παρουσίασης του.

Ο Τζελαλεντίν Ρουμί (1207-1273) ήταν Πέρσης ποιητής και δάσκαλος θεολογίας και δικαίου στο Ικόνιο (Κόνια, Τουρκία) με μεγάλη επιρροή στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του Ισλάμ και ιδιαίτερα στον μουσουλμανικό μυστικισμό.

Τα σπουδαιότερα έργα του είναι το “Ντιβάν”, συλλογή λυρικών ποιημάτων και το “Μεσνεβί” (δίστιχα) που περιέχει 40.000 δίστιχα σε ηθικά και ασκητικά θέματα, μέσα από μυστικισμό και αλληγορίες. Ίδρυσε το Σουφικό τάγμα των Μεβλεβί. Γεννήθηκε το 1207 μ.Χ., στο Μπαλκ (τότε μέρος του Μεγάλου Χορασάν, στο σημερινό Αφγανιστάν) και πέθανε στο Ικόνιο (σημερινή Κόνια της Τουρκίας) το 1273. Έγραψε τα ποιήματά του στα περσικά και τα έργα του διαβάζονται στο Ιράν και το Αφγανιστάν, όπου μιλιέται η γλώσσα. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αυτοκρατορία των Σελτζούκων και ιδιαίτερα στο Σουλτανάτο του Ρουμ, δηλαδή το Σουλτανάτο των Σελτζούκων του Ικονίου.

http://logocafe.blogspot.com/

Ποίηση

Pablo Neruda: "Σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω"
“Απ' όσα πράγματα έχω δει,

μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,

απ' ό,τι έχω αγγίξει,μονάχα το δέρμα σου θέλω ν' αγγίζω και αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,μ' αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.

Πώς να γίνει, αγάπη, αγαπημένη,

δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,

δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,

εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι, κι έτσι ζω,

φυσικότατα ερωτευμένος.

Γι' αυτό σ' αγαπώ κι όχι γι' αυτό,

για τόσα πράματα και τόσο λίγα,

κι έτσι πρέπει να 'ναι ο έρωτας

μισόκλειστος και ολικός, ιδιάζων και τρομαχτικός, σημαιοστόλιστος και πενθοφορεμένος,λουλουδιασμένος σαν τ' αστέρια και χωρίς μέτρο - όριο, σαν το φιλί”.

-Pablo Neruda

Ποίηση

Είμαι αυτή η ροή της άμμου

που γλιστράει ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο

η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου

πάνω σ' εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει

με καταδιώκει και θα σβήσει τη μέρα

που άρχισε αγαπημένη στιγμή

σε βλέπω μέσα σ' αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης

που χάνεται όπου δε θα 'χω παρά να πατήσω

σ' αυτά τα μακριά κινούμενα κατώφλια

και θα ζήσω όσο ν' ανοιγοκλείσει μια πόρτα

doctv.gr

Ποίηση

Α εκείνα τα γιασεμιά, εκείνα τα λευκά γιασεμιά!
Θαρρώ ότι θυμάμαι την πρώτη μέρα
που γέμιζα τα χέρα μου με εκείνα τα γιασεμιά.
Εκείνα τα λευκά γιασεμιά.
Έχω αγαπήσει το φως του ήλιου,
τον ουρανό και την πράσινη γη.
Έχω αφουγκραστεί
το υγρό μούρμουρο του ποταμού μεσάνυχτα
ποίηση Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ - ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ

 Συλλογή https://www.forwoman.gr/

Ποίηση

Δε σε κάλεσα – μόνη σου
Πλησίασες.
Κάθε βράδυ – η μυρωδιά της μέντας,
Το στενό κι οδοντωτό φεγγάρι,
Η ηρεμία και το σκοτάδι.

Η Σελήνη ανέβαινε από μακριά,
Σαν ήρθες.
Με ύφασμα ανάλαφρο, χωρίς σανδάλια,
Ενώ στους ώμους έτρεμαν
Δυο φτερούγες.

Στο χορτάρι, μόλις που διακρίνεται
Ένα ανάλαφρο ίχνος.
Η φρέσκια μυρωδιά της αγριομέντας,
Το άψυχο, γαλαζωπό
Της νύχτας φως.

Και ζω δίπλα σ’ εσένα
Σαν σ’ όνειρο.
Και ζω κάτω από το φτωχό βλέμμα
Της μακριάς νύχτας,
Θαρρείς και το φεγγάρι εκεί, πάνω απ’ τον κήπο,
Κοιτάζει κατάματα
Τη σιωπή.

7 Δεκεμβρίου 1908

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης 

Я не звал тебя - сама ты
Подошла.
Каждый вечер - запах мяты,
Месяц узкий и щербатый,
Тишь и мгла.

Словно месяц встал из далей,
Ты пришла
В ткани легкой, без сандалий,
За плечами трепетали
Два крыла.

На траве, едва примятой,
Легкий след.
Свежий запах дикой мяты,
Неживой, голубоватый
Ночи свет.

И живу с тобою рядом,
Как во сне.
И живу под бледным взглядом
Долгой ночи,
Словно месяц там, над садом,
Смотрит в очи
Тишине.

7 декабря 1908. . .

Ο Αλεξάντρ Μπλοκ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1880, σε οικογένεια διανοουμένων. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας και ο παππούς του πρύτανης στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Μετά το διαζύγιο των γονιών του έζησε στο Σαχμάτοβο, κοντά σε αριστοκράτες συγγενείς.

Επηρεάζεται απ’ τον μυστικισμό του Σολοβιόφ και τις ιδέες του για τη μεσσιανική αποστολή της Ρωσίας στον κόσμο, για να εξελιχθεί στον πιο σπουδαίο ποιητή του ρωσικού συμβολισμού.

Ο συμβολισμός εκφράζει ιδέες και συναισθήματα. Όχι όμως με την άμεση περιγραφή, ούτε προσδιορίζοντάς τα με φανερές παρομοιώσεις ή συγκεκριμένες εικόνες, αλλά με την υποβολή αυτών των ιδεών και συναισθημάτων, την ανασύνταξη στο νου του αναγνώστη, που χρησιμοποιεί σύμβολα τα οποία δεν επεξηγούνται (βλ. Charles Chadwick, Συμβολισμός, Σειρά: Η γλώσσα της κριτικής, εκδ. Ερμής).

Σε άλλες εκδοχές του συμβολισμού, ο ποιητής εξυψώνεται στη θέση του προφήτη ή καλύτερα ενός οραματιστή, όπως λέει ο Ρεμπώ, που είναι προικισμένος με την ικανότητα να βλέπει, πίσω και πέρα απ’ τα αντικείμενα του πραγματικού κόσμου, τις ουσίες που κρύβονται στον ιδεατό κόσμο.

Κατά τον Μπωντλαίρ, «τα πάντα, μορφή, κίνηση, αριθμός, χρώμα, άρωμα, στον πνευματικό όσο και στον φυσικό κόσμο, είναι μεστά σημασίας, αμοιβαία, αντίστροφα, αντίστοιχα».

Τα ποιήματα του Μπλοκ, από την πρώτη κιόλας περίοδο, είναι άψογα στην ιδεαλιστική εικονοποιία, τη μουσικότητα, το ρυθμό. Αγαπά τη μουσική κι αυτό χαρακτηρίζει όχι μόνο τους στίχους αλλά όλη την ύπαρξή του. Συχνά μιλά με μουσικούς όρους για σημαντικά γεγονότα ή αφουγκράζεται σαν μουσική πράγματα από το μέλλον.

Αργότερα δεν διστάζει να εισαγάγει νεωτεριστικούς ρυθμούς, ακανόνιστους, λαϊκή γλώσσα, αργκό του περιθωρίου (όπως στους Δώδεκα) αλλά και να χρησιμοποιήσει λαϊκά τραγούδια, μπαλάντες, στιχάκια του πεζοδρομίου.

Ένας πρώτος κύκλος είναι τα «Ποιήματα για τη θαυμάσια Δέσποινα» (μτφρ στα ελληνικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης), που είναι αφιερωμένα στη γυναίκα του Λιουμπόφ Μεντελέγιεβα. Ο Μπλοκ βασανίζεται από τη διάσταση ανάμεσα στην πλατωνική θεώρηση της ομορφιάς και τη σκληρή πραγματικότητα στα εξαθλιωμένα προάστια των ρωσικών μεγαλουπόλεων. Πολύ αντιπροσωπευτικό ποίημα γι' αυτό το αίσθημα είναι «Η αναπάντεχη χαρά», που αναφέρει ο Νίκος Καζαντζάκης. Ανήσυχος κι ευαίσθητος, ο Μπλοκ αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία.

Τα χρώματα είναι βασικό συστατικό της ποίησής του γιατί αποτελούν υπαινικτικές, μυστικιστικές νύξεις πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία. Η πρώτη περίοδος κυριαρχείται από το λευκό, την αθωότητα, τη νιότη, τον έρωτα. Η δεύτερη από το μπλε, την αδυναμία εκπλήρωσης των ιδανικών, την απουσία σκοπού. Η τρίτη, η προεπαναστατική, από το κόκκινο της φωτιάς, της επανάστασης, του αίματος.

Ο Αλεξάντρ Μπλοκ, που πέθανε πρόωρα, μόλις το 1921, είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του Αργυρού Αιώνα της ρωσικής λογοτεχνίας (πρώτες δεκαετίες του 20ου αι.) με τα ποικιλόμορφα ρεύματα (συμβολιστές, παρακμιακοί, ακμεϊστές, φουτουριστές). Η Άννα Αχμάτοβα νεκρολογεί τον αγαπημένο της Αλέξανδρο, τον «ήλιο της ρωσικής ποίησης», όπως αποκαλούσαν και τον Πούσκιν, και τον θεωρεί το ανάστημα εκείνο με το οποίο πρέπει να συγκριθεί κάθε ποιητής για να δει τι αξίζει.

Ποίηση

Σπασμένη

Σ’ όση ζωή μου έχει μείνει στη ζωή
δεν θα βρεθεί μία στιγμή να σε ξεχάσω.
Είναι στο μπόι σου ελάχιστη η Γη
και δεν μπορώ από το βλέμμα να σε χάσω.

Όσο κορμί μου είχε μείνει για κορμί
ράγιζε δίπλα σου, προτού να το κοιτάξεις
κι έτσι σπασμένη, καθώς ήμουν, προτομή
μέσα στα χέρια σου με πήρες να με φτιάξεις.

Σήμερα, τίποτα δεν φέρνει ο καιρός
κι είναι το αύριο θολό και λιγοστεύει.
Τώρα, ο τόπος παραμένει σιωπηρός
και η απόσταση τα σώματα νηστεύει.

Μπορεί ο χρόνος να θαμπώνει τα συμβάντα
μα ό,τι υπήρξε μια φορά, υπήρξε πάντα.

έμμετρη απόδοση Μάνος Ορφανουδάκης

Ποίηση

Αξίζεις μια αγάπη που να σε αγαπά ξεχτένιστη,

με τα πάντα και τις αιτίες που σε σηκώνουν βιαστικά,
με τα πάντα και τα δαιμόνια που δε σε αφήνουν να κοιμηθείς.
Αξίζεις μια αγάπη που να σε κάνει να νιώθεις σίγουρη,
που να μπορεί να καταναλώσει όλο τον κόσμο αν περπατάει χέρι με χέρι με σένα,
που να νιώθει πως οι αγκαλιές σου πάνε τέλεια με το δέρμα της.

Αξίζεις μια αγάπη που να θέλει να χορεύει μαζί σου,
που να επισκέπτεται τον παράδεισο κάθε φορά που κοιτάει τα μάτια σου,
και που δεν βαριέται ποτέ να διαβάζει τις εκφράσεις σου.

Αξίζεις μια αγάπη που να σε ακούει όταν τραγουδάς,
που να σε στηρίζει στα ρεζιλίκια σου,
που να σέβεται ότι είσαι ελεύθερη,
που να σε συνοδεύει στο πέταγμά σου,
που να μην την τρομάζει η πτώση.

Αξίζεις μια αγάπη που να πάρει τα ψέματα,
που να σου φέρει τον ενθουσιασμό,
τον καφέ
και την ποίηση.

Ποίηση

To κάλεσμα του εραστή είναι ένα ερωτικό ποίημα του Xαλίλ Γκιμπράν. Ο «άνθρωπος από τον Λίβανο», όπως είναι γνωστός στο ευρύ κοινό ο Χαλίλ Γκιμπράν, υπήρξε ποιητής, φιλόσοφος και καλλιτέχνης. Στο έργο του » Ο Προφήτης» γράφει για την αγάπη και τον έρωτα.


Που είσαι αγαπημένη;
Μήπως σ’ εκείνο το μικρό παράδεισο,
να ποτίζεις τα λουλούδια που σε κοιτάνε
όπως τα βρέφη το στήθος της μάνας;

Ή μήπως στο δωμάτιό σου,
όπου ο βωμός της αρετής στήθηκε προς τιμή σου
και που σ’ αυτόν προσφέρεις θυσία
την ψυχή και την καρδιά μου;

Ή ανάμεσα στα βιβλία,
γυρεύοντας ανθρώπινη γνώση
ενώ είσαι γεμάτη ουράνια σοφία;

Ω συντρόφισσα της ψυχής μου, που είσαι;
Προσεύχεσαι στο ναό; Ή καλείς τη Φύση στο λιβάδι,
λιμάνι των ονείρων σου;

Είσαι στις καλύβες των φτωχών,
παρηγορώντας τους πονεμένους με τη γλύκα της ψυχής σου
και γεμίζοντας τα χέρια τους με τη γενναιοδωρία σου;

Είσαι το πνεύμα του Θεού παντού. Είσαι δυνατότερη απ’ τους αιώνες.
Θυμάσαι τη μέρα που συναντηθήκαμε,
όταν μας τύλιγε το φωτοστέφανο του πνεύματός σου;
Και πλανούνταν γύρω μας οι άγγελοι του Έρωτα δοξολογώντας τις πράξεις της ψυχής;

Θυμάσαι τα μονοπάτια και τα δάση που περπατούσαμε μ’ ενωμένα τα χέρια,
σφιχταγκαλιασμένοι σα να κρυβόμαστε μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς;
Θυμάσαι την ώρα που σ’ αποχαιρέτησα και το αγνό φιλί σου πάνω στα χείλη μου;

Εκείνο το φιλί που με δίδαξε ότι η ένωση χειλιών ερωτευμένων
φανερώνει ουράνια μυστικά ανέκφραστα απ’ τη γλώσσα.
Ήταν η εισαγωγή σ’ ένα μακρόσυρτο στεναγμό
σαν την ανάσα του Παντοδύναμου που έκανε άνθρωπο το χώμα.

Εκείνος ο στεναγμός μ’ οδήγησε στον πνευματικό κόσμο
δείχνοντάς μου τη δόξα της ψυχής μου.
Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.

Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου
κι έλεγες: «Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα
για γήινους σκοπούς και χώρια να ζουν ο κόσμος τ’ αναγκάζει.

Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.
Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε εκπρόσωπό της.

Υπάκουσέ την,
γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της την κούπα της γλύκας της ζωής.

Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά,
η αγάπη σου θα ’ναι η παρηγοριά μου.
Κι η θύμησή σου Αιώνιος Γάμος.»

Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ;
Είσαι ξύπνια μέσα στη σιωπή της νύχτας;
Ας σου φέρνει ο καθάριος άνεμος
τους χτύπους της καρδιάς μου κι όλη μου την αγάπη.

Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.

Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου
που καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.

Που είσαι αγαπημένη;
Ακούς το κλάμα μου πέρα απ’ τον ωκεανό;
Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;

Υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα
για να σου φέρει την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου;
Υπάρχει μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;
Που είσαι, όμορφο αστέρι μου;

Το σκοτάδι της ζωής μ’ έριξε στην αγκαλιά του.
Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα ’ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο!
Θα με στηρίξει!

Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!
Και πόσο μικρός εγώ!

Ποιητής, φιλόσοφος καὶ καλλιτέχνης, γεννήθηκε στὸ Λίβανο, μιὰ γῆ ποὺ γέννησε πολλοὺς προφῆτες. Τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀραβόφωνων λαῶν, ποὺ γνωρίζουν τὰ κείμενά του, τὸν θεωροῦν διάνοια τῆς ἐποχῆς του. Ἡ φήμη του καὶ ἡ ἐπίδρασή του, ὅμως, ἁπλώθηκαν πέρα ἀπὸ τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολή. Ἡ ποίησή του μεταφράστηκε σὲ περισσότερες ἀπὸ εἴκοσι γλῶσσες. Τὰ σχέδια καὶ οἱ πίνακές του ἐκτέθηκαν σὲ πολλὲς πρωτεύουσες τοῦ κόσμου. Ὁ Αὔγουστος Ροντέν, ὁ δάσκαλός του, τὰ συνέκρινε μὲ ἐκεῖνα τοῦ Γουίλιαμ Μπλέικ. Ἐγκαταστάθηκε στὶς ΗΠΑ, ὅπου τὰ τελευταῖα εἴκοσι χρόνια τῆς ζωῆς του ἄρχισε νὰ γράφει στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα. Στὴν ποίησή του, ἡ φλόγα τῆς νιότης, συνδυασμένη μὲ τὴ σοφία τῆς ὡριμότητας, διαπερνᾷ τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας καὶ ὁραματίζεται ἕνα νέο κόσμο ὀμορφιᾶς καὶ δικαιοσύνης. Ὁ Προφήτης (τὸ πιὸ γνωστό του ἔργο) καὶ τὰ ἄλλα ἔργα του, ποὺ ἐκδόθηκαν μαζὶ μὲ τὰ μυστικιστικά του σχέδια, ἀγαπήθηκαν ἀπὸ ἀναρίθμητους ἀναγνῶστες, ποὺ βρίσκουν μέσα τοὺς μιὰ ἔκφραση τῶν βαθύτερων συλλήψεων τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ του.

Ἔργα: «Τὰ σπασμένα φτερά», «Σκέψεις καὶ διαλογισμοί», «Ὁ προφήτης», «Ἄμμος καὶ ἀφρός», «Ὁ κῆπος τοῦ προφήτη», «Τὰ μυστικὰ τῆς καρδιᾶς, Δάκρυ καὶ χαμόγελο»,Οἱ νύμφες τῆς κοιλάδας», «Ὁ θάνατος τοῦ προφήτη», «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ Λίβανο», «Ὁ Ἰησοῦς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου», «Ἡ φύση τῆς καρδιᾶς», «Ἀνάμεσα στὴ νύχτα καὶ τὴν αὐγή», «Πεζὰ ποιήματα», «Ἡ πομπή», «Οἱ γήινοι θεοί», «Ἡ σοφία τοῦ Τζιμπράν», «Ὁ τρελός», «Ὁ πρόδρομος», «Ἡ φωνὴ τοῦ δασκάλου», «Ἡ λιτανεία», «Ὁ περιπλανώμενος», «Καθρέφτες τῆς ψυχῆς», «Ἀνυπόταχτες ψυχές».

Ποίηση

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,

ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».

Μενέλαος Λουντέμης

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή