Ιανουαρίου 17, 2019

Ποίηση

Η γιαγια συμβουλεύει την εγγονή της:”…Κάθε φορά που θα νιώθεις χαμένη, μπερδεμένη, να σκέφτεσαι τα δέντρα, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν.

Να θυμάσαι ότι ένα δέντρο με πλούσια φυλλώματα και λίγες ρίζες ξεριζώνεται με το πρώτο φύσημα του αέρα, και σ’ ένα δέντρο με πολλές ρίζες και ισχνά φυλλώματα η λέμφος κυλάει με δυσκολία.

Ρίζα και φυλλώματα πρέπει ν’ αναπτύσσονται με το ίδιο μέτρο, πρέπει να μένεις μέσα στα πράγματα και πάνω από αυτά, μόνο έτσι θα μπορέσεις να προσφέρεις σκιά και καταφύγιο, μόνο έτσι θα μπορέσεις να γεμίσεις με λουλούδια και καρπούς τη κατάλληλη εποχή.
Κι όταν θ’ ανοιχτούν μπροστά σου τόσοι δρόμοι και δεν θα ξέρεις ποιον να διαλέξεις, μην ακολουθήσεις ένα στη τύχη, αλλά κάθησε και περίμενε.

Πάρε βαθιές, γεμάτες εμπιστοσύνη ανάσες, όπως τη μέρα που ήρθες στον κόσμο, χωρίς ν’ αφήσεις τίποτα ν’ αποσπάσει την προσοχή σου.

Περίμενε, περίμενε κι άλλο.

Μέινε ασάλευτη, σιωπηλή κι άκουσε την καρδιά σου.

Κι όταν σου μιλήσει, πήγαινε όπου σε πάει εκείνη…”

Απόσπασμα - “Όπου σε πάει η καρδιά” της Susanna Tamaro

Ποίηση

Γράφει Η Νίκη Φωκά

Όλοι κάποτε ακούσαμε τον ήχο των ονείρων μας την ώρα που έσπαγαν. Όνειρα διάφανα, φωτεινά, όνειρα κεντημένα στα μετάξια της ψυχής μας.

Γεμίσαμε χρόνια ολόκληρα προσπαθώντας να τα ζήσουμε, περπάτησαν μαζί μας σε δύσκολους η εύκολους δρόμους και πάντα σαν πολύχρωμοι χαρταετοί μας ακολουθούσαν.

Η νιότη μας τα στόλιζε, τους έβαζε τα διαμάντια της ελπίδας και τους αμέθυστους της αγάπης.Τα βράδια τα κρεμούσαμε στ αστέρια κι αυτά μετανάστευσαν σ άλλο φως. Τα χρόνια περνούσαν κι οι κραυγές της νοσταλγίας μεγάλωναν καθώς άρχιζαν να χάνονται ένα ένα τα όνειρα.

Ίσκιοι κλέφτες στοίχειωναν τα σκοτάδια κι η μυρωδιά των ονείρων χάνονταν. Οι μνήμες γυρνούσαν ξανά και μοσχοβολουσαν κανέλλα και γιασεμιά, μα έλειπε η φλόγα για ν ανάψουν πάλι.

Αγνοήσαμε χρισμούς που όριζαν τη ζωή και σαν αλχημιστές, προσπαθήσαμε να υφάνουμε πεπρωμένα. Μάταια όμως, γιατί τα όνειρα που έχουν το χρώμα της φωτιάς ακολουθούν τα νιάτα.

Τα δικά μας όνειρα πια, ξεθωριασμένα κεντήματα στα μετάξια της ψυχής, κι είναι αληθινά τύχη να μην ακούμε το θόρυβο τους όταν σπάνε.

Νίκη Φωκά

ForWoman.gr

Ποίηση

Εγώ δεν ξέρω, κοίτα, είναι τρομερό το πως βρέχει.

Βρέχει όλη την ώρα, έξω πυκνά και γκρίζα, εδώ κόντρα στο μπαλκόνι με σταλαγματιές πηχτές και σκληρές, που κάνουν πλαφ και συνθλίβονται σαν γροθιές μιά μετά την άλλη, τί αηδία.
Τώρα εμφανίζεται μια σταγονίτσα στο πάνω μέρος στο περβάζι του παραθύρου, μένει τρεμάμενη απέναντι στον ουρανό που την κομματιάζει σε χίλιες σβησμένες λάμψεις, μεγαλώνει και ταλαντεύεται, τώρα θα πέσει και δεν πέφτει, ακόμα δεν πέφτει.

Είναι κολλημένη με όλα της τα νύχια, δεν θέλει να πέσει και φαίνεται πως γατζώνεται με τα δόντια, ενώ της μεγαλώνει η κοιλιά, πια είναι μια σταγονάρα που κρέμεται μεγαλοπρεπής, και ξαφνικά, ωπ, να την, πλαφ, διαλύεται, τίποτα, ένας λεκές στο μάρμαρο.

Μα υπάρχουν κι αυτές που αυτοκτονούν που παραδίνονται αμέσως, εμφανίζονται στο περβάζι και την ίδια στιγμή πέφτουν, μου φαίνεται ότι βλέπω το τρέμισμα του άλματος, τα ποδαράκια τους ν’ απλώνονται και την κραυγή που τις μεθάει σ’ αυτό το τίποτα της πτώσης και της εξαφάνισης.

Θλιβερές σταγόνες, στρογγυλές αθώες σταγόνες.
Αντίο σταγόνες. Αντίο.

Ποίηση

Σε λίγο βραδιάζει.. Βρείτε μου ένα παραμύθι να χαθώ στις λέξεις του, ένα παραμύθι με φως και ομορφιές που θα μου δείχνει τα μονοπάτια της χαράς, αυτά που οδηγούν ξανά στα καθάρια βλέμματα και στα ασκίαστα χαμόγελα. Να μπω σ ένα παραμύθι και να γυρίσω ξανά την κλειδαριά στην πόρτα της ζωής.

Η ψυχή δηλώνει τη συντριβή της, ξυπόλυτη πριγκίπισσα, περιπλανώμενη, ζητά να ξεφύγει απ τις δαιδαλώδεις διαδρομές της. Να μπω σ ένα παραμύθι που θα χει φύγει ο φόβος της τελειωμένης πορείας κι ο ορίζοντας θα σβήνει τα σύννεφα της αυγής.

Εκεί, που θα μπορώ ν αφήσω την τύχη ν'αλλάξει πάλι τον κόσμο μου, κι η επιθυμία κρυφή, να στερεώσω τον τελευταίο ήχο πάνω στον άνεμο.

Θέλω να ξαναζήσω στον παραμυθητικο κύκλο της αλήθειας.

Να διαλέξω ρότα ασημένια τ ουρανού και στ' αστέρια να κρεμάσω αναμνήσεις και θλιμμένες στιγμές.

Να σταθώ σ ένα παραθύρι φωτισμένο και ν απλώσω τα χέρια για να κρατήσω το φεγγάρι.

Να μην νυχτώνει χειμώνας και να μην σωπαίνει ο έρωτας στην καρδιά.

Θέλω να μείνω σ αυτό το παραμύθι, αυτοεξόριστη, θεατής, στη θάλασσα των ναυαγισμενων λέξεων.

Καθώς το φεγγάρι θα φεύγει πίσω απ τα σύννεφα, να δω τον ίσκιο της πρώτης αγάπης, ν ακούσω τα όνειρα μου την ώρα που σωπαινουν οι αναμνήσεις.

Να σβήσω τις μισοτελειωμενες αμαρτίες με τα τελευταία δάκρυα. Θα ξεκλειδώσω να φύγουν οι εφιάλτες τώρα που βραδιάζει...

Βρείτε μου ένα παραμύθι. 

Γράφει η Νίκη Φωκά

ForWoman.gr

Ποίηση

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

Ναι, αγαπημένη μου.
Πολύ πριν να σε συναντήσω εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα. Αλήθεια εκείνη η άνοιξη,
εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας,
αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό,
αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα
στο τέλος να κρατήσω πόσο σου πήγαιναν.
Α, θάθελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου,
της μητέρας σου τα γόνατα που σε γέννησαν
για μένα να φιλήσω όλες τις καρέκλες που
ακούμπησες περνώντας με το φόρεμά σου,
να κρύψω σαν φυλακτό στον κόρφο μου
ένα μικρό κομμάτι απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω στον άντρα
που σ’ έχει δει γυμνή πριν από μένα, να του χαμογελάσω,
που του δόθηκε μια τόση ατέλειωτη ευτυχία.
Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι
πιο πολύ απ’ τον έρωτα,
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και
την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι την ελπίδα.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Λειβαδίτης  – (απόσπασμα)

Ποίηση

Άκου τι όμορφα που τραγουδάει η βροχή, 
τι όμορφα που τραγουδάει η καρδιά μας .
Τ΄όνειρο δε μουσκεύει στη βροχή " 🌷

Γ. Ρίτσος

Ποίηση

Νικηφόρος Βρεττάκος

Σου στήνω μία καλύβα, στοὺς αιώνες των αιώνων, 

ένα κήπο νὰ περπατάς, ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι, 

μιὰ πλούσια πράσινη φραγὴ να μη σε βρίσκει ο άνεμος

ποὺ βασανίζει τοὺς γυμνοὺς στοὺς αιώνες των αιώνων!

Σου στήνω τ᾿ όραμά σου πάνω σ᾿ όλους τοὺς λόφους,

νὰ σου φυσάει τὸ φόρεμα η δύση με δυὸ τριαντάφυλλα,

νὰ γέρνει ὁ ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει,

νὰ κατεβαίνουν τὰ πουλιὰ νὰ πίνουνε στὶς φούχτες σου

των παιδικών ματιών μου τὸ νερὸ στοὺς αιώνες των αιώνων!

Ποίηση

"...Ληρ:
Φύσηξε, αγέρα, σκάσ’ τ’ ασκιά σου ! Λύσσα ! Φύσα !
Νεροποντές και καταρράχτες, σεις, χυθείτε,
ως να ποτίσετε πυργιά κι ανεμοδείχτες !
Σεις, φλόγες θειάφινες και σαν τη σκέψη γλήγορες
προδρόμοι του δρυκόπου αστραποπέλεκου,
τ’ άσπρα μαλλιά μου καψαλιάστε !
Και συ, που σύμπαντα ταράζεις, κεραυνέ,
χτύπα της γης τον στρόγγυλο όγκο, κάν’ τον πλάκα !
Της φύσης σύντριψε τις μήτρες, λυώσε μονομιάς
όλους τούς σπόρους πού γεννούν αχάριστους ανθρώπους.

Χύσου, βροχή ! Η βροχή, ο αγέρας, η βροντή,
η αστραπή δεν είναι κόρες μου. Μαζί σας,
στοιχειά μου, δεν τα βάζω για την ασπλαχνιά σας.
Σε σας δε μοίρασα βασίλειο, δε σας είπα
παιδιά μου, εσείς δε μου χρωστάτε υποταγή.
Λοιπόν, ας πάψει το φριχτό σας γλέντι· εδώ
σκλάβος σας στέκω, ένας φτωχός σακατεμένος,
ανήμπορος και καταφρονεμένος γέρος. .."

Βασιλιάς Ληρ, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Μετάφραση: Βασίλης Ρώτας

https://promahi-nea.blogspot.com

Ποίηση

η νύχτα μόλις πριν από τα δάση

"… έτρεξα, έτρεξα, έτρεξα για να μη βρεθώ στρίβοντας τούτη τη φορά τη γωνία, μπροστά σ’ένα δρόμο άδειο από σένα, να μη βρω και τούτη τη φορά μόνο βροχή, βροχή, βροχή, για να ξαναβρώ τούτη τη φορά εσένα στη στροφή της γωνίας, και να τολμήσω να φωνάξω : φίλε! και να τολμήσω να σε πιάσω από το μπράτσο: φίλε! και να τολμήσω να σε πλησιάσω: δωσ’ μου φωτιά φίλε, δεν κοστίζει τίποτε φίλε, κωλοβροχή, κωλοαέρας, κωλοδιασταύρωση, δεν είναι καλό ούτε για σένα, ούτε για μένα, να κυκλοφορούμε εδώ απόψε, δεν έχω όμως τσιγάρο, δεν ήταν τόσο για να καπνίσω που σου ‘λεγα: φωτιά φίλε, όσο για να σου πω φίλε: κωλοσυνοικία, κωλοσυνήθεια να τριγυρνάς κατά δω (τρόπος κι αυτός να κολλάς στους ανθρώπους!), γυρνάς τότε κι εσύ, με τα ρούχα βρεγμένα κινδυνεύοντας ν’ αρπάξεις κάθε λογής αρρώστια, κι ούτε που σου ζητάω τσιγάρο πια φίλε, δεν καπνίζω άλλωστε, τίποτε δεν θα σου κοστίσει που σε σταμάτησαν, ούτε φωτιά, ούτε τσιγάρο φίλε, ούτε λεφτά (για να φύγεις ύστερα!

δεν κάνω ούτε για εκατό φράγκα απόψε), και εξάλλου έχω να σε κεράσω εγώ έναν καφέ, στον κερνάω φίλε, προκειμένου να επιστρέψω σ’ εκείνα τα περίεργα φώτα, και για να μη σου κοστίσει τίποτε γι αυτό ακριβώς σου κόλλησα – μπορεί να έχω έναν δικό μου τρόπο να πλησιάζω τους ανθρώπους, τελικά όμως δεν τους κοστίζει τίποτε (δεν μιλάω για δωμάτιο φίλε, δωμάτιο για μια νύχτα, διότι και οι πιο εντάξει τύποι κατεβάζουν τα μούτρα, ναι, για να φύγεις ύστερα! δεν θα μιλήσουμε για δωμάτιο φίλε), έχω όμως μια ιδέα να σου πω 

-έλα, μην καθόμαστε εδώ, σίγουρα θ’ αρρωστήσουμε

– απένταρος, άνεργος δεν βοηθάει και πολύ τα πράγματα (δεν είναι αυτό που ζητάω, δεν είναι αυτό πραγματικά), είναι που κατ’ αρχάς έχω αυτήν την ιδέα, που πρέπει να σ’ την πω, σ’ εσένα κι εμένα που τριγυρνάμε σ’ αυτή την παράξενη πόλη, δίχως φράγκο στην τσέπη (έναν καφέ πάντως στον κερνάω σύντροφε, έχω να σ’ τον κεράσω, δεν τα στρίβω τώρα), διότι εκ πρώτης όψεως δεν είναι τα λεφτά ούτε για σένα, ούτε για μένα που μας καρφώνουν χάμω!

έχω λοιπόν αυτή την ιδέα φίλε, για όσους σαν κι εσένα κι εμένα δεν έχουν λεφτά, ούτε δουλειά, και ούτε που ψάχνω πια στ’ αλήθεια – στη δουλειά εμείς οι άλλοι, έξω, δίχως μία στην τσέπη δεν βαραίνουμε πολύ, στο παραμικρό φύσημα του ανέμου θ’ απογειωνόμασταν, δε θα μπορούσαν να μας κρατήσουν πάνω στις σκαλωσιές παρά δεμένους: ένα γερό φύσημα του ανέμου και θ’ απογειωνόμασταν, ανάλαφροι

– όσο για το μεροκάματο, εγώ σ’εργοστάσιο ποτέ! δύσκολο να στο εξηγήσω, …"

B.-M. Koltes
"Η Νύχτα μόλις πριν από τα Δάση"
Μετάφραση: Μάγια Λυμπεροπούλου
Εκδόσεις ΑΓΡΑ

 

Το έργο του Κολτες εστιάζει όχι μόνο σε όσους είναι απόκληροι, άστεγοι και μοναχικοί αλλά και σε όσους αισθάνονται έτσι, θα το συνόψιζα δε στη φράση "ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΞΕΝΟΙ" που αναφέρεται στο εν λόγω ανάγνωσμα. Ιδού μερικά βιoγραφικά στοιχεία για το συγγραφέα από τη Βικιπαιδεία:

Ο Bernard Marie Koltes, γεννημένος σε μια μεσο-αστική οικογένεια στο Μετζ το 1948, ανακαλύπτει για πρώτη φορά τη μαγεία του θεάτρου στα 20 χρόνια του, συγκλονισμένος από την ερμηνεία της ηθοποιού Μαρίας Καζαρέ στη Μήδεια. Από τη στιγμή εκείνη ξεκινά να ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή θεατρικών έργων, εκδίδοντας τον μακρύ μονόλογο "Η νύχτα πριν από τα δάση", που ανέβηκε στο φεστιβάλ Αβινιόν το 1977. Το θέατρο του Κολτές είναι μία συνεχόμενη αναζήτηση με θέμα την επικοινωνία των ανθρώπων και βρίσκεται σε αντίθεση με τη γενιά της οποίας δημιούργημα είναι το θέατρο του παραλόγου.

Τα έργα του Κολτές είναι από τα πλέον γνωστά και ο ίδιος βρίσκεται ανάμεσα στους πιο δημοφιλείς θεατρικούς συγγραφείς του κόσμου, έχοντας δει όλα τα δημιουργήματά του να ανεβαίνουν επί σκηνής. Τα ταξίδια του στην Αφρική, και η μάχη της Αφρικανικής κουλτούρας με αυτήν της Ευρώπης, τον εμπνέουν και γράφει το έργο "Μάχη νέγρου με σκύλους", ενώ μετά από ένα ταξίδι στην Αμερική γράφει τη "Δυτική αποβάθρα", που καταπιάνεται με την ιστορία δύο αδερφιών σε μια ξένη κουλτούρα. Ο ψυχοπαθής δολοφόνος Ρομπέρτο Σούκο είναι η έμπνευση για το τελευταίο του έργο "Ρομπέρτο Ζούκο". Πέθανε το 1989 στο Παρίσι από AIDS.

Ποίηση

Δεν μπορώ να επαναλάβω το τραγούδι σου,

Κύριε,

το αφουγκράζομαι μόνο με βουβό θαυμασμό.
Η λάμψη της μουσικής σου φωτίζει τον κόσμο.
Η ζωοδόχος πνοή της μουσικής σου γεμίζει τους ουρανούς.
Το άγιο κύμα της μουσικής σου

διαπερνά θραύοντας τους πέτρινους φράχτες

και συνεχίζει ορμητικά τον δρόμο του.
Η καρδιά μου ποθεί να ενωθεί με το τραγούδι σου,

όμως μάταια αγωνίζεται να βρει φωνή.
Θα ήθελα ν’ ακουστώ,

μα τα λόγια μου δεν γίνονται τραγούδι

κι’ αναφωνώ αποθαρρημένος,

ω Κύριε,

έχεις αιχμαλωτίσει την καρδιά μου

στα απέραντα δίχτυα του τραγουδιού σου.

Rabindranath Tagore [1861 - 1941]
Ινδός ποιητής, συγγραφέας και φιλόσοφος
Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, 1910

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή