Οκτωβρίου 02, 2022

Ποίηση

Mα επιάστηκα, εμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμό δεν έχω,
μ’ όλο που βλέπω το κακό, το βλάψιμο κατέχω.
O Πόθος, όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,
γνώση δεν εί' ουδέ δύναμη να τονε πολεμήσει.
Πολλά μεγάλην Aφεντιάν, πολλά μεγάλη χάρη
έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·
βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει,
και το κακό, που μελετά, δε μας το φανερώνει·
την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,
φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μάς μαγερεύγει.
Άλλοι, άξοι, φρονιμότατοι, που ’χαν Kαιρού θεμέλιο,
του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν•
με του Καιρού τα αλλάματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κι εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν•
και των Αρμάτω’ οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτα οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη•
αυτά να μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρας
μιά Κόρη κι έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα’ ομάδι
σε μια Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.

Kαι τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,
οι ομορφιές τση ήσαν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό την ήκαμεν η Φύση,
κι η σιάτση δεν ευρίσκετο σ’ Aνατολή και Δύση.

Kαι τ’ όνομά του νιούτσικου Pωτόκριτο το λέγαν,
ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα•
κι όλες τσι χάρες π’ Oυρανός και τ’ Άστρη εγεννήσαν,
μ’ όλες τον εμοιράνανε, μ’ όλες τον εστολίσαν.

Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ’ άνθρωπο αναπεύγει,
και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,
ήπαιρνεν το λαγούτο του, κι εσιγανοπορπάτει,
κι εκτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο Παλάτι

( Ο τροχός της μοίρας )

 

~Βιτσέντζος Κορνάρος,

Ερωτόκριτος

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ένα εκπληκτικό ποίημα με μεγάλη λογοτεχνική αξία που δημιουργήθηκε από τον Βιτσένζο Κορνάρο στη Κρήτη τον 17ο αιώνα..
Αυτό μπορεί κανείς να το καταλάβει αν διαβάσει τα λόγια του Αδαμάντιου Κοραή και του Γιώργου Σεφέρη…

Ο Αδαμάντιος Κοραής ονόμασε τον ποιητή του Ερωτόκριτου “Όμηρο της δημώδους ποιήσεως”, ενώ από τη μελέτη του επηρεάστηκε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. Ο Γιώργος Σεφέρης στο γνωστό του δοκίμιο για τον Ερωτόκριτο σημειώνει τις αρετές αυτού του έργου: «έλλειψη ρητορείας, περιγραφή της λεπτομέρειας, κυριαρχία στη γλώσσα και τον ρυθμό της». Ο Ερωτόκριτος είναι ποίημα «γοητευτικό». Ακόμα και οι επαναλήψεις συντελούν στη γοητεία που ασκεί. Το ποίημα έγινε δημοφιλές ανάγνωσμα των λαϊκών τάξεων και κέρδισε την προσοχή και το θαυμασμό των μελετητών.

Πρόκειται για μια έμμετρη μυθιστορία που αποτελείται από 10.012 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους στην Κρητική διάλεκτο. Οι τελευταίοι δώδεκα από αυτούς, μάλιστα, αναφέρονται στον ίδιο τον ποιητή.

Ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους, τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα είναι κεντρικό θέμα του. Γύρω από αυτό περιστρέφονται και άλλα θέματα όπως η τιμή, η φιλία, η γενναιότητα και το κουράγιο. Αυτό και Ερωφίλη του Γεωργίου Χορτάτση θεωρούνται τα σημαντικότερα έργα της κρητικής λογοτεχνίας την περίοδο της Βενετοκρατίας.Το έργο του Κορνάρου πέρασε στην λαϊκή παράδοση και παραμένει ένα εξαιρετικά δημοφιλές κλασικό έργο. Σε αυτό συνετέλεσε η μελοποίησή του από τον Χριστόδουλο Χάλαρη και η ερμηνεία του από τον Νίκο Ξυλούρη.

Ποιά είναι όμως η ιστορία του;

H υπόθεση διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα. Ωστόσο, ο κόσμος που απεικονίζει δεν ανταποκρίνεται σε κάποια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα. Μαζί με τις αρχαιοελληνικές αναφορές, εμφανίζονται αναχρονισμοί και διάφορα στοιχεία του δυτικού κόσμου, όπως για παράδειγμα η κονταρομαχία.

Ο βασιλιάς της Αθήνας Ηράκλης μαζί με τη σύζυγό του αποκτούν ύστερα από πολλά χρόνια γάμου μια κόρη, την Αρετούσα. Αυτή την όμορφη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο γιος του πιστού συμβούλου του βασιλιά, Ερωτόκριτος. Δεν μπορεί όμως να φανερώσει τον έρωτά του… Γι`αυτό το λόγο πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τα βράδια και της τραγουδά. Η κοπέλα αρχίζει να ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή που της κάνει καντάδα. Ο Ηράκλης, όταν μαθαίνει για τον τραγουδιστή, του στήνει ενέδρα προκειμένου να τον συλλάβει.

Ο Ερωτόκριτος τότε μαζί με τον αγαπημένο του φίλο σκοτώνει τους στρατιώτες του βασιλιά. Συνειδητοποιώντας ότι ο έρωτάς του δεν θα οδηγηθεί πουθενά, ταξιδεύει στη Χαλκίδα για να ξεχάσει την κοπέλα. Εκείνη την περίοδο, ο πατέρα του αρρωσταίνει και όταν η Αρετούσα τον επισκέπτεται, βρίσκει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου μια ζωγραφιά με εκείνη και τους στίχους που της τραγουδούσε. Ο Ερωτόκριτος επιστρέφει κι ανακαλύπτει ότι η ζωγραφιά του δεν είναι εκεί και ούτε οι στίχοι των τραγουδιών. Μαθαίνει δε, ότι μόνο η Αρετούσα τους είχε επισκεφτεί. Καταλαβαίνει ότι αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και ότι μπορεί η ζωή του να είναι σε κίνδυνο.

Παραμένει στο σπίτι του προσποιούμενος ασθένεια και η Αρετούσα του στέλνει για περαστικά ένα καλάθι με μήλα, θέλοντας να του δείξει ότι ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του. Ο βασιλιάς οργανώνει κονταροχτύπημα για να διασκεδάσει την κόρη του, όπου λαμβάνουν μέρος πολλά αρχοντόπουλα από όλον τον γνωστό κόσμο. Νικητής είναι ο Ερωτόκριτος. Εκείνος με την Αρετούσα αρχίζουν να συναντιούνται κρυφά στο παράθυρό της. Η κοπέλα παρακινεί τον Ερωτόκριτο να τη ζητήσει σε γάμο από τον πατέρα της. Ο βασιλιάς όμως, εξοργισμένος τον εξορίζει.

Διάφορα προξενιά φτάνουν για την Αρετούσα που εκείνη αρνείται. Αρραβωνιάζεται στα κρυφά τον Ερωτόκριτο, πριν αυτός εγκαταλείψει την πόλη. Ο βασιλιάς τη φυλακίζει μαζί με την πιστή παραμάνα της. Τρία χρόνια αργότερα, όταν οι Βλάχοι πολιορκούν την Αθήνα, εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος μεταμφιεσμένος. Σε μια μάχη σώζει τη ζωή του βασιλιά αλλά ο ίδιος τραυματίζεται.Ο βασιλιάς για να τον ευχαριστήσει του προσφέρει σύζυγο την κόρη του. Η Αρετούσα αρνείται να δεχτεί να τον παντρευτεί Ο Ερωτόκριτος τη δοκιμάζει με ερωτήσεις για να επιβεβαιώσει την πίστη της και τελικά της αποκαλύπτεται λύνοντας τα μαγικά που τον είχαν μεταμορφώσει. Ο βασιλιάς αποδέχεται να παντρευτεί το ζευγάρι, συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του και ο Ερωτόκριτος ανεβαίνει στο θρόνο της Αθήνας.

Για τον ποιητή του Ερωτόκριτου ξέρουμε με βεβαιότητα μόνο όσα ο ίδιος μας αναφέρει στον επίλογο του έργου του.

Θωρώ πολλούς και πεθυμούν, κι’ έχω το γρικημένα, να μάθουν τίς εκόπιασεν εις τ’ απανωγραμμένα. K’ εγώ δε θέ’ να κουρφευτώ, κι αγνώριστο να μ’ έχουν, μα θέλω να φανερωθώ, όλοι να με κατέχουν. Βιτσέντζος είν’ ο Ποιητής, κι’ εις τη γενιά Kορνάρος, που να βρεθεί ακριμάτιστος, όντε τον πάρη ο Xάρος. Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη, εκεί’ καμε κι’ εκόπιασε ετούτα που σας γράφει. Στο Kάστρον επαντρεύθηκε, σαν αρμηνεύγ’ η Φύση, το τέλος του έχει να γενή, όπου ο Θεός ορίσει.(https://www.dinfo.gr/)

Ποίηση

Θα επιστρέψω φωτεινός

Έφτιαξα μια ζωή από πηλό
Που ράγισε στα χέρια μου
Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών
Μέχρι που κομματιάστηκε.
Ζωγράφισα τη μοναξιά
Με βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα
Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή.
Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν
Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά
Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζοντας.
Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια
Κρατώντας το κορμί να μη σκορπίσει
Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση.
Πύργους ονειρεμένους έχτισα
Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν
Στο δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν
Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι.
Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω
Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια.

Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε
Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά
Μέσα από τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω
Και θα επιστρέψω φωτεινός.


Αλέξανρος Ίσαρης | 1942 - 24 Φεβρουαρίου 2022
Ποιήματα 1993-1999
Άγρας 2000

https://bookpress.gr/

Ποίηση

Διάλογος ανάμεσα σε μένα και σε μένα
Σοῦ εἶπα:
– Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
– Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στο αυτοβιογραφικό της σημείωμα που συνέταξε το 2010 με την ευκαιρία της βράβευσης της με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του ποιητικού και του πεζού έργου της η Κική Δημουλά, μεταξύ άλλων, έγραφε:

«Δεν νιώθω δημιουργός.

Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ’ ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής. Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία.

Με τα λόγια της αυτά αλλά και με τρία ποιήματά της, από διαφορετικές χρονικές περιόδους της ποιητικής της δημιουργίας, αποτίουμε φόρο τιμής στη μνήμη της. Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στην έκδοση «Ποιήματα» της Κικής Δημουλά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

H σπουδαία ποιήτρια Κική Δημουλά έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών, στις 22 Φεβρουαρίου του 2020..

 

Ποίηση

Μενέλαος Λουντέμης: Όμορφη η αγάπη και η ζωή πιο όμορφη…

Αχ , τι βαρύ έγκλημα έκανα να μην πω πως σ’ αγαπούσα πολύ, πολύ, όσο δε λέγεται, όσο δε γράφεται,όσο δεν αντέχεται.Τότε μπορεί και να μην έφευγες.

Μα μήπως έγινε; Μήπως στο είπα έτσι δυνατά,σπαραχτικά,όπως το’θελα και δε γνώρισα τα λόγια μου;

Μα τόσο μπερδεμένο πράμα λοιπόν είναι η αγάπη που να μην μπορέσει ένα φτωχό πλάσμα να ξεδιαλύνει τα λόγια του; Και τόσο απέραντος είναι ο κόσμος που να μη σε βρίσκω;

Και τώρα που όλοι έφυγαν,όλα έγιναν μισητά,σε ποιον ν’απλώσω τα χέρια μου; Σε ποιον; Σε ποιον να πω σώσε με!

Τώρα που χάνομαι…που βουλιάζω…που βουλιάζω…»

Αν μ’ αγαπούσες δε θα μου το’ λεγες. Αν η γνωριμία μας είχε και την παραμικρή σχέση με την αγάπη δε θα μιλούσαμε τώρα τόσην ώρα για αγάπη.

Θα κάναμε αγάπη.

Μετρώ τις μέρες που λείπει και σαστίζω πώς τα καταφέρνω κι έχω τα φρένα μου ακόμα δικά μου; Τη ζωή μου την έκαψα όλη κι αν λυπάμαι είναι γιατί δε μου μένει άλλο τίποτα να κάψω.

Δε θέλω να μ’αγαπά. Δε θέλω ούτε καν να μου επιτρέψει να την αγαπώ. Θέλω να ζήσει. Και το θέλω τόσο πολύ, που δεν μπορεί, θα ζήσει!

Ήθελα τώρα να’ βρισκα κείνη την κοπέλα που μ’αγαπάει. Έλα δω βρε μικρό μου, να της πω… Ποιον πας κι αγαπάς;

Νομίζεις πως είμαι ευτυχισμένος πάνω σ’αυτά τα Μετέωρα; Θα προτιμούσα να ήμουν στο υπόγειο, φτάνει να περνά κάποια και να μου λέει «καλημέρα», κι ας ήταν σκοτεινή η μέρα, κι ας ήταν ο δρόμος γεμάτος λάσπη και βούρκο.

Θα ήθελα να’χα μια δουλίτσα, μια σιγουριά στη ζωή, κι ας ήταν η σιγουριά του σπουργίτη.Γιατί είμαστε έτσι Θόδωρε;…Γιατί είμαστε έτσι; Έψαξες να το βρεις; Σε κανέναν άλλο δε στάθηκα έτσι να μιλήσω…

Ένα ρουμάνι γεμάτο τσακάλια είν’ο κόσμος. Και σεβάζουν με το στανιό να είσαι ευτυχισμένος. Είσαι;

Όμορφη είναι η αγάπη, το καταλαβαίνω. Και η ζωή πιο όμορφη. Διψώ… Διψώ πολύ…

Ευχαριστώ για την παρηγοριά σου. Κάνεις τώρα πως δεν καταλαβαίνεις…
Ελεημοσύνη την καρδιά της η γυναίκα δεν τη δίνει ποτέ. Μα κι αν βρισκόταν καμιά τέτοια γυναίκα δε θα ήμουνα εγώ ο ζητιάνος. Κατάλαβες; Δε θέλω να σηκώσω τα μάτια μου σε καμιά,και προτιμώ να περιμένω.

Οι ερωτευμένοι; Άσ’ τους αυτούς. Αυτοί δεν ξέρουν τίποτα από έρωτα. Αυτοί μόνο να νιώθουνε ξέρουν. Εξηγήσεις δεν μπορούν να σου δώσουνε.

Για τον εαυτό μου ξέρω καλά τούτο : Ότι δεν έκλεψα, δεν απάτησα, δεν έκανα κακό σε κανέναν. Ότι ούτε πρόσβαλα άνθρωπο. Τώρα εσείς με λέτε «ρεμάλι»,
και μου μιλάτε για «συμμορίες»επειδή μια βραδιά με βρήκατε αποκοιμισμένον σ’ένα παγκάκι.

Κρατήστε την ιδέα που’χετε για μένα και προσθέστε κι όσα άλλα επίθετα θέλετε. Δε με αφορούν…

Εγώ, ναι, φυσικά , είχα δώσει μιαν υπόσχεση. Μα η καρδιά είχε τη δική της υπόσχεση. Μείνε λοιπόν στη μέση του δρόμου… Μα οι δρόμοι δε φέρνουν ποτέ μόνοι τους αυτούς που περιμένουμε…

Ακούστε, της είπα με όλη μου την ειλικρίνεια. Αν δε βρω κείνην που ζητώ, τότε θα πει πως κάνω λάθος, πως κάνει λάθος και κείνη, κι αυτός που την αγαπά. Αν δεν τη βρω λοιπόν θα πει πως εκείνη δεν υπάρχει.

Μείνετε λίγο. Το ξέρω ότι δεν είμαι εγώ. Κι ούτε έχω κανέναν που να με ζητάει.
Μα πείτε μου , δεν είναι άδικο να μη σε ζητάει ποτέ, κανένας;
Καθυστερήστε λίγο από κει που θέλετε να πάτε, και κρατήστε μου λίγη συντροφιά, δε θα είμαι πολύ δυσάρεστη. Αρρωστήσατε ποτέ; Μόνο τότε θα μπορέσετε να με καταλάβετε. Άρρωστη και μόνη.

Κείνοι που συλλογιούνταν με το κεφάλι μες στα χέρια, κείνοι που μετρούσαν λυπημένα το δρόμο, κείνοι που δάγκωναν με σφιγμένα δόντια τις βρισιές ,κείνοι ήταν πάντα οι περισσότεροι. Κι ήταν πιο αληθινοί, και πιο δικοί μου.

Είναι τώρα τόσα χρόνια που ζω σ’ αυτή τη γελαστή πόλη μα εγώ δεν εγέλασα ακόμη ούτε μια φορά. Γιατί;… Δεν το ξέρω.

Ίσως γιατί συνήθισα, το καθετί να το μπολιάζω με τα πάθη μου. Σε κάθε ομορφιά να χύνω το σαράκι που θα με κάψει. Είμαι εγωιστής; Τη ζωή τη δέρνει ένας μεγάλος γενικός καημός. Η κρίση. Κρίση του ψωμιού, του γέλιου. Κι εγώ κυνηγώ μιαν αγάπη. Πώς πρέπει να το πεις αυτό;
Δεν είναι μια ασυγχώρετη απαρνησιά;

Την κάλεσα για ν’ακούσω τη φωνή της και δεν ήρθε. Δε θέλησε να κάνει ούτε δυο βήματα. Καιγόμουν όλος και δε θέλησε να σβήσει τη φωτιά μου ούτε και φτύνοντας πάνω της.Κι εγώ τώρα πια δεν την αγαπώ! Θα κοιτάξω να κάνω αλλιώτικα τη ζωή μου, χωρίς την αγάπη της.

Κι ύστερα γιατί την κάναμε την αγάπη σκοπό της ζωής μας;
Δεν είναι χοντροκομμένος εγωκεντρισμός αυτός; Καλά,η αγάπη είναι η ευτυχία μας.
Και η ευτυχία των άλλων τι γίνεται. Κι ύστερα μόνο η αγάπη είναι ευτυχία; Όταν πεινούν, όταν ιδρώνουν, όταν στενάζουνε οι άνθρωποι;

Μπορεί η αγάπη να τους θρέψει, να τους ντύσει, να τους λυτρώσει;

Ναι, αν έχεις ένα σκοπό και θέλεις να τον φτάσεις, χεροπιασμένος με την αγάπη, θα τον φτάσεις ευκολότερα.

Μα αν η ευτυχία σου είναι όλο όλο αυτό, το χεροκράτημα, τότε είσαι ένας πελαγωμένος άνθρωπος που έκανε σκοπό το μέσον—κι είσαι μονάδα μισερή και άχρηστη.

Είμαστε εμείς οι δυο μοναχά τώρα. Τώρα μιλούμε μια δική μας γλώσσα που κανείς δεν την καταλαβαίνει.Λέμε ‘γέφυρα’ κι εννοούμε αγάπη. Λέμε ‘μεσημέρι’, λέμε
‘εφημερίδα’, ‘παιδί’, λέμε ‘θάλασσα’, εννοούμε αγάπη.

Μόνο τα πουλιά μιλούν έτσι. Τα πουλιά και τα ελάφια…

Κι εγώ τώρα ούτε και ξέρω αν είμαστε άνθρωποι.
Μα μια φορά ό,τι και να είμαστε ξέρω ότι αυτό είναι αγάπη. Κι αν δεν είναι έτσι, τότε αυτό θα πει ότι αγάπη δεν υπάρχει, κι ότι χάσαμε το δρόμο.

Άρχισα να λέω κάτι. Δεν ήξερα αν τα ‘λεγα στον αέρα σ’εκείνην ή στη νύχτα.
Αύριο φεύγω ,της είπα. Είναι η τελευταία φωνή μου αυτή που ακούτε. Η αγάπη αυτή ήταν μια απ’ τις πλάνες μου —τα λέω λίγο μπερδεμένα— μα ήταν μια απ’ τις πιο μεγάλες μου πλάνες. Δε φταίξατε σεις που δε μ’αγαπήσατε, φταίξατε που δε μου το ‘πατε απ’την αρχή.

Ήταν τότε η φωτιά μικρή ακόμη και μπορούσα να τη σβήσω.
Όχι , δεν ακούω το «όχι» που μου λέτε. Θα προτιμούσα να κόψω τη γλώσσα μου στα δυο, παρά να πω μια λέξη που ήξερα απ’ την αρχή πως θα την αποκρούατε.
Μα δε θα δώσω ποτέ την ευκαιρία στα μάτια μου να ντραπούν, γιατί δε θα σας ξαναδούν πια ποτέ τα μάτια μου!

Λοιπόν…Ναι!..σας αγαπώ!..Αυτό ήθελα να πω.Και τώρα σας απαγορεύω να μιλήσετε,σας απαγορεύω να πείτε το παραμικρό!
Κρατήστε και τα λουλούδια…και τα λόγια που θα λέγατε…και τα δάκρυα που θα χύνατε.Κρατήστε τα όλα.Και μη φωνάξετε ξοπίσω μου.

Αντίο…για όλη τη ζωή…

Είναι γιατί θέλω να μείνετε μακριά απ’το άστρο μου.Αυτό είναι όλο. Ναι. Μακριά απ ‘το άστρο μου, γιατί είναι σημαδεμένο.

Η αγάπη αυτή ήταν μια απ’τις πλάνες μου – τα λέω λίγο μπερδεμένα – μα ήταν μια από τις πιο μεγάλες μου πλάνες.

Είχα ξεχάσει πως όλα ήταν για να τελειώσουν εκείνη τη νύχτα, την τελευταία μας. Πως ό,τι έσερνε μαζί της : άρωμα, μουσική, λόγια, κλάματα θα ‘μεναν εκεί, κοντά της. Κι ανάμεσά μας θα’μπαινε η θάλασσα, έτσι όπως μπαίνει το πριόνι ανάμεσα σε δυο αδερφωμένα κλαδιά.

Γιατί ανακάλυψα ότι οι πληγές που μ’άνοιξε τότε, έκλεισαν απ’έξω, αλλά από μέσα ακόμα δουλεύουν…

Από τον Μενέλαο Λουντέμη

https://www.anapnoes.gr/

Ποίηση

Για την καρδιά μου αρκεί το στήθος σου,
για την ελευθερία σου τα φτερά μου.
Από το στόμα μου θα φτάσει ως τον ουρανό
αυτό που ήταν κοιμισμένο στην ψυχή σου.

Σε σένα βρίσκεται η συγκίνηση της κάθε μέρας.
Φτάνεις σαν τη δροσιά στους κάλυκες.
Υπέσκαπτες με την απουσία σου τον ορίζοντα.
Αιώνια σε φυγή όπως το κύμα.

Είπα πως τραγούδαγες στον άνεμο
όπως τα πεύκα κι όπως τα κατάρτια.
Όπως αυτά είσαι ψηλή και λιγομίλητη.
Και θλίβεσαι σαν το ταξίδι.

Φιλική σαν παλιό μονοπάτι.
Σε κατοικούνε ήχοι και φωνές νοσταλγικές.
Εγώ τα ξύπνησα και κάποτε μεταναστεύουν
τα πουλιά που κοιμούνται στην ψυχή σου.

Πάμπλο Νερούντα

Ποίηση

Από το βιβλίο “Εστραβαγάριο” – Πάμπλο Νερούντα

Απ’ όσα πράγματα έχω δει,

μονάχα εσένα θέλω να εξακολουθώ να βλέπω,

απ’ ό,τι έχω αγγίξει, μονάχα το δέρμα σου θέλω ν’ αγγίζω:

αγαπώ το πορτοκαλένιο γέλιο σου,

μ’ αρέσεις την ώρα που κοιμάσαι.

Πώς να γίνει, αγάπη, αγαπημένη,

δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάν,

δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε,

εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι,

κι έτσι ζω, φυσικότατα ερωτευμένος.

Μ’ αρέσεις κάθε βράδυ και πιο πολύ.

Πού να ‘ναι; όλο ρωτάω αν λείψουν μια στιγμή τα μάτια σου.

Πόσο αργεί! σκέφτομαι και με πειράζει.

Αισθάνομαι φτωχός, ανόητος και θλιμμένος, και φτάνεις εσύ κι είσαι θύελλα που φτερούγισε μέσα απ’ τις βερυκοκιές.

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ κι όχι γι’ αυτό, για τόσα πράματα και τόσο λίγα, κι έτσι πρέπει να ‘ναι ο έρωτας μισόκλειστος και ολικός, ιδιάζων και τρομαχτικός, σημαιοστόλιστος και πενθοφορεμένος,

μέχρι..

λουλουδιασμένος σαν τ’ αστέρια και χωρίς μέτρο – όριο, σαν το φιλί.

Ήταν αυτός που κατασκεύαζε όνειρα, που κάλπαζε στον άνεμο πάνω στο άτι της βροχής κι ύστερα ξεκουραζόταν στην καρδιά της φωτιάς. Ήταν ένας καθηγητής της ζωής και του έρωτα, ένας περιπλανώμενος σπουδαστής του σκληρού χρόνου και του θανάτου. Η ψυχή του ανθρώπου είναι από ίσκιο, γι' αυτό και ταξιδεύει. Ο Πάμπλο Νερούδα είχε αναγγείλει το Εστραβαγάριο σε ειδική συνέντευξη την άνοιξη του 1958. Ο Χιλιανός νομπελίστας ξεχώριζε τούτη τη συλλογή. Την έγραψε σε μια ιδιαίτερη περίοδο της ζωής του, την οποία ο ίδιος ονόμαζε "φθινοπωρινή", όταν είχε πλέον επιστρέψει για τα καλά στην πατρίδα του και δημιουργούσε στην αγαπημένη του Ίσλα Νέγρα, στις ακτές του Ειρηνικού. Αυτά τα εξήντα οκτώ ποιήματα συνιστούν από κοινού ένα σημείο ανάπαυσης, απ' όπου ο ποιητής παρατηρεί συγκινημένος το φτερούγισμα ενός πουλιού ή την αβέβαιη πορεία ενός φύλλου, απ' όπου ανακαλύπτει εκ νέου τα θαύματα της φύσης και διερευνά εξονυχιστικά τα μυστήρια της ύπαρξης. Ο τόνος της φωνής του, άλλοτε μελαγχολικός κι άλλοτε πανηγυρικός, παραμένει νοσταλγικός και στοχαστικός. Με το Εστραβαγάριο, που σηματοδοτεί μια σημαντική καμπή στο έργο του, ο λυρισμός του Πάμπλο Νερούδα έγινε πιο προσωπικός. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Ποίηση

Όπως ο Κερέμ – Ναζιμ Κιχμετ

Είναι βαρύς ο αγέρας σαν μολύβι
Φωνάζω, φωνάζω, φωνάζω
Ελάτε γρήγορα σας φωνάζω
Να λειώσουμε το μολύβι
Κάποιος μου λέει
Φωτιά θα πάρεις απ’ την ίδια σου φωνή
Θα γίνεις στάχτη
Στάχτη σαν τον Κερέμ
Που κάηκε απ’ τον έρωτά του
Και εγώ του λέω
Ας καώ, ας γίνω στάχτη σαν τον Κερέμ
Αν δεν καώ εγώ
Αν δεν καείς εσύ
Αν δεν καούμε εμείς
Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη

 

Ο τούρκος ποιητής, Ναζίμ Χικμέτ, θεωρείται από τις σημαντικότερες φωνές της τουρκικής λογοτεχνίας τον 20ο αιώνα. Πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή για τις κομμουνιστικές του ιδέες και πέθανε εξόριστος στη Μόσχα στις 3 Ιουνίου 1963.

Το 2009 η κυβέρνηση Ερντογάν τού απέδωσε μετά θάνατον και πάλι την τουρκική ιθαγένεια, η οποία του είχε αφαιρεθεί το 1959. Η επιθυμία του να ταφεί κάτω από έναν πλάτανο σ΄ ένα οποιοδήποτε νεκροταφείο της Μικράς Ασίας δεν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα.

Λίγα λόγια για τη ζωή του Ναζίμ Χικμέτ:

Ο Ναζίμ Χικμέτ, γεννήθηκε στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη στις 15 Ιανουαρίου 1902, στους κόλπους μιας ευυπόληπτης οθωμανικής οικογένειας της πόλης, με γερμανοπολωνικές ρίζες από τη μητρική πλευρά. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη το 1918, πολέμησε ως αξιωματικός του στρατού στο πλευρό του Κεμάλ. Σύντομα όμως, ήρθε σε σύγκρουση με τους προϊσταμένους του λόγω της ιδεολογίας του.

Τον Σεπτέμβριο του 1921 εγκατέλειψε την Τουρκία και εγκαταστάθηκε τελικά στη Μόσχα, με σκοπό να μελετήσει από κοντά τα επιτεύγματα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Από το 1922 έως το 1925 σπούδασε οικονομικές και πολιτικές επιστήμες στη Μόσχα, ενώ επηρεάστηκε καλλιτεχνικά από το κίνημα του ρωσικού φουτουρισμού.

Το 1924, μετά την εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας από τον Κεμάλ Ατατούρκ, επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα, ενώ ανέπτυξε κομμουνιστική δράση, για την οποία συνελήφθη και παρέμεινε στη φυλακή για πολλά χρόνια. Το 1949 διαπρεπείς προσωπικότητες της τέχνης, όπως ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Πάμπλο Πικάσο και ο Πολ Ρόμπεσον ζήτησαν την απελευθέρωσή του.

Το 1951 αποφυλακίστηκε μετά την αμνηστία που χορήγησε στους πολιτικούς κρατούμενους η νέα κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές. Τον ίδιο χρόνο, εγκατέλειψε την Τουρκία και εγκαταστάθηκε εκ νέου στη Μόσχα.

Εκτός από ποίηση, ο Χικμέτ έγραψε το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Οι Ρομαντικοί και ορισμένα θεατρικά έργα, το πιο γνωστό από τα οποία έχει τον τίτλο Άραγε υπήρξε ο Ιβάν Ιβάνοβιτς;. Μετά τον θάνατό του όλα του τα έργα, που ήταν προηγουμένως απαγορευμένα από τη λογοκρισία, εκδόθηκαν και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στην Τουρκία.

Στα ελληνικά, ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ μετέφρασε ο Γιάννης Ρίτσος και ορισμένα από αυτά μελοποίησαν ο Μάνος Λοΐζος και ο Θάνος Μικρούτσικος.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: sansimera.gr

Ποίηση

Μερικές φορές σκέφτομαι πως πρέπει να είσαι εντελώς διαφορετικός από όσα ήταν ο Τσαρλς Μπουκόφσκι για να τον διαβάσεις. Ο Μπουκόφσκι δε θα διάβαζε Μπουκόφσκι.

Για να τον διαβάσεις μάλλον θα πρέπει να έχεις μείνει μακριά από το περιθώριο, το αλκοόλ, τα ξενύχτια και το χάος. Σε μια ασφαλή απόσταση, για να τα ζήσεις μέσα από αυτόν με τον πιο ωμό τρόπο. Για να πάρεις το μάθημα χωρίς να ρισκάρεις να χάσεις όσα σε κρατούν σε ισορροπία. Για να διαβάσεις Μπουκόφσκι, χρειάζεται απλώς να έχεις ένα μικρό άγχος, μια ανησυχία μήπως και έχεις χάσει την ψυχή σου. Για να διαβάσεις κανένα ποίημά του -ξεκινώντας από τα παρακάτω- και να διαπιστώσεις με ανακούφιση πως σου έχει μείνει λίγη ακόμα ψυχή να χάσεις.

Είναι η ζωή σου
Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή
μην την αφήσεις να τσακιστεί σε μια φτηνή υποταγή.
Να παραφυλάς.
Υπάρχουν τρόποι να ξεφύγεις.
Και κάπου υπάρχει και ένα φως.
Μπορεί να μην είναι πολύ δυνατό αλλά διώχνει σκοτάδι.
Να παραφυλάς.
Οι θεοί θα σου προσφέρουν ευκαιρίες.
Να τις μάθεις.
Να τις αρπάξεις.
Να παραφυλάς.
Να θυμάσαι πως δεν μπορείς ποτέ να νικήσεις
το θάνατο
μα καμιά φορά μπορείς να νικήσεις το θάνατο της ζωής.
Και όσο πιο συχνά το κάνεις τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει.
Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή.
Κατάλαβέ το όσο την έχεις.
Είσαι υπέροχος.
Οι θεοί προσμένουν μεγάλη ευχαρίστηση από σένα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Χένρι Τσαρλς Μπουκόβσκι (Heinrich Karl Bukowski, 16 Αυγούστου 1920 — 9 Μαρτίου 1994) ήταν Γερμανός-Αμερικανός ποιητής και συγγραφέας, που έζησε κυρίως στο Λος Άντζελες. Έγραψε πάνω από 50 βιβλία, καθώς και πολλά μικρότερα κομμάτια, και έχει αναγνωριστεί ως πολύ σημαντικός για το είδος του, ενώ συχνά αναφέρεται από πολλούς συγγραφείς και ποιητές ως μεγάλη επιρροή. Στα ελληνικά το όνομά του προφέρεται σωστά "Μπουκόβσκι" και όχι "Μπουκόφσκι" [αγγλ.] ηχητική σύζευξη του "wsk".

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1920, στη γερμανική πόλη Άντερναχ (Andernach). Η μητέρα του ήταν Γερμανίδα και ο πατέρας του ένας Πολωνο-Αμερικάνος στρατιώτης, ο οποίος ήταν μέλος της στρατιωτικής δύναμης που είχε παραμείνει στη Γερμανία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η οικογένεια μετανάστευσε στο Λος Άντζελες όταν ο Τσαρλς ήταν μόλις δύο ετών, ένα μέρος που τον επηρέασε πάρα πολύ στα γραπτά του.
Ο πατέρας του Τσαρλς αναφέρεται συχνά κι από τον ίδιο ως αρκετά βίαιος και στενόμυαλος άνθρωπος. Προσπαθούσε να είναι απόλυτα νομοταγής, και αποπειράθηκε να εμφυτεύσει στον γιο του τα δικά του ιδανικά, ώστε εκείνος να γίνει ένα παραγωγικό και ωφέλιμο μέλος της κοινωνίας. Συχνά ήταν άνεργος και έβγαζε τον πόνο και την αγωνία του πάνω στον Τσαρλς, δέρνοντάς τον επανειλημμένα μέχρι τα δέκα του χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν ο Μπουκόβσκι να αρχίσει να νιώθει την εγκατάλειψη και την απομόνωση, και να μένει συνειδητά άπραγος με την έννοια της εναντίωσης, όχι μόνο απέναντι στον πατέρα του, αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο πατέρας του Τσαρλς τον επηρέασε πάρα πολύ στη ζωή του αλλά και στα γραπτά του. Είναι βασικός χαρακτήρας στη θεματολογία του, και γράφει γι' αυτόν ακόμα και στα τελευταία του ποιήματα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, λίγο πριν πεθάνει. (Πληροφορίες από https://el.wikipedia.org/)

Ποίηση


«Δὲν ἔχουμε καιρὸ νὰ πεθάνουμε. Ὄχι. Ὄχι.

Καὶ δὲ θὰ φύγουμε ἀπ’ τὸν κόσμο νὰ τὸ ξέρεις

πρὶν ἀγαπήσουμε ὅσο ζητᾶ ἡ καρδιά μας

πρὶν τραγουδήσουμε ὅσο ζητᾶ ἡ ἀγάπη.

Περπάτα. Περπάτα. Περπάτα.

Ποιὸς εἶπε πὼς δὲν ἀγαπούσαμε τὴ ζωή;

Ποιὸς εἶπε πὼς δὲ λογαριάζαμε τὸ θάνατο;

Ἐμεῖς ὅταν βλέπαμε ἕνα φύλλο νὰ σκάει

εἴτανε σὰ νὰ βάζαμε τ’ αὐτί μας στὴν καρδιὰ ἑνὸς φίλου μας ποὺ κοιμάται

σὰ νὰ στηθοσκοπούσαμε τὸν κόσμο. Περπάτα.»

https://www.o-klooun.com/

 

Ποίηση

Πήγαιναν τα σύγνεφα έρημα στο δείλι,

τα βουνά βουβά στην ατμοσφαίρα,
ταξιδεύαν μου –αμίλητοι– οι φίλοι
στον αγέρα.

Είπα: οι φίλοι μου!… Η ζωή μου τρέμει–
οι τελευταίοι πάν’ μονάχοι τους οι τόποι,
άπιαστες οι γνωριμίες μου ανέμοι
κι οι ανθρώποι.

Όνειρο ήταν, ήταν πλάνη το πώς
ζούμε, φτάνει η ζωή μας φίλους νάχει,
χώρια ή αντάμα πάμε, όπως
και μονάχοι.

Όπως τα σύγνεφα έρημα στο δείλι,
τα βουνά βουβά στην ατμοσφαίρα,
όπως αμίλητοι πάνε μου οι φίλοι
στον αγέρα…

https://www.literature.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.