Σεπτεμβρίου 29, 2020

Ποίηση

-1-
Άν έπρεπε να πω
τώρα μιλώ για σένα
του καλοκαιριού.
-2-
Ο ήλιος πέφτει
στα χρυσαφένια μαλλιά
και δύουν μ΄αυτόν
-3-
Άν έπρεπε να πω
κοιτώ το δειλινό σου
με χρώματα
-4-
Αίσθηση ζωής
αναζητάς το αθώο
στα φωτισμένα
-5-
Αμμουδιά χρυσή
φωτιά στις πέτρες
περιστρέφεσαι
-6-
Άν έπρεπε να πω
φωτίζεις τις νύκτες μου 
στέγες του μυαλού
-7-
Ιούλης μπήκε
επιθυμίες, στροφές
τη σάρκα σου θα πιω
-8-
Όνειρα σοφά
αφήσαμε άθικτα
ιππόκαμπος μπλε
-9-
Μη μετράς χρόνους
άναβε μόνο κεριά
σαν άστρα ψηλά
-10-
Κοντοστέκεσαι
αύρα θαλασσινή μου
σκοτεινή σπηλιά
-11-
Άν έπρεπε να πω
φωνή της πανσελήνου
ήχος Ιούλη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.

Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή.

Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

 Συλλογή "Καλοκαιρινές Διαδρομές"

 Γράφει Η Μίκα Καππάτου 

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Φωτιές του Αϊ Γιάννη

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν' αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ' αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε ή μέρα και δεν άρχισε ή άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα 'χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στή ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια,
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ πού γνώρισες τη χάρη τις πέτρας πάνω στο θα-
λασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε ή γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ' αστέρια.

(Λονδίνο, Ιούλιος 1932)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δ΄

Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής∙
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή –

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.


Με τους στίχους αυτούς ο Σεφέρης κλείνει το Θερινό Ηλιοστάσι, το τελευταίο από τα Τρία Κρυφά Ποιήματα, αφήνοντας ένα μήνυμα αναγέννησης και επαναδημιουργίας της ζωής.
Αναλυτικότερα:
Ο Σεφέρης αισθάνεται ότι η ζωή του, και η ζωή εν γένει, έχει φτάσει σ’ ένα σημείο όπου μόνο ο θάνατος θα μπορέσει να την επαναφέρει στην πρωταρχική της ιδανική μορφή. Θα πρέπει όλα να καούν ώστε να μπορέσουν να γεννηθούν εκ νέου εξαγνισμένα και έτοιμα να δομηθούν σε νέες ουσιαστικές βάσεις. Η κοινωνία που έχει φτάσει πια στην παρακμή, οι σχέσεις των ανθρώπων, οι παρωχημένοι πολιτικοί τρόποι, όλα πρέπει να καούν.
Το λιωμένο μολύβι του κλήδονα αναφέρεται σ’ ένα παλιό έθιμο της γιορτής του Αγίου Ιωάννη του Κλήδονα, κατά το οποίο οι ανύπαντρες γυναίκες έριχναν λιωμένο μολύβι σε δοχεία με νερό και από τις μορφές που σχηματίζονταν, καθώς το μολύβι ψύχονταν, επιχειρούσαν να μαντέψουν τι τους επιφύλασσε το μέλλον. Η αναφορά επομένως στο λιωμένο μολύβι του κλήδονα αναφέρεται στις ελπίδες που έχουν οι άνθρωποι για το μέλλον τους.
Οι ελπίδες αυτές, μαζί με το λαμπύρισμα της καλοκαιρινής θάλασσας που συμβολίζει την ομορφιά της ζωής, συνθέτουν αυτό που μας δίνεται από τον ποιητή ως η γύμνια ολόκληρης της ζωής. Ελπίδες και όμορφες εικόνες δεν αρκούν για να δώσουν στέρεη υπόσταση στη ζωή μας, καθώς οι ελπίδες μπορούν εύκολα να διαψευστούν και η ομορφιά της καλοκαιρινής θάλασσας δεν είναι παρά μια πρόσκαιρη κατάσταση μιας και σύντομα θα επανέλθει ο χειμώνας και η θάλασσα θα δείξει τη βίαιη φύση της.
Κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής, της τόσο ρευστής ανθρώπινης ζωής, γυρεύει να καεί. Η κίνηση και το σταμάτημα, το πλάγιασμα του σώματος αλλά και το απότομο τίναγμα, το χάδι και το φιλί, κάθε μία από αυτές τις καθημερινές μας κινήσεις που τόσο τυχαία κατευθύνονται και ανατρέπονται, γυρεύουν να καούν.
Ο ποιητής αντιμέτωπος με τη ρευστότητα της ζωής, με τη γύμνια της ζωής μας, που τόσο εύκολα παρασύρεται από φρούδες ελπίδες, από πρόσκαιρες εικόνες ομορφιάς και που τόσο εύκολα μπορεί να οδηγηθεί σε μια μοιραία ανατροπή, ζητά να δοθούν όλα στη φωτιά και να φτάσουν έτσι στο τέλος τους.
Όπως το πεύκο κυριευμένο από τη ζέστη του καλοκαιριού οδηγείται στη λύτρωση της αυτανάφλεξης, έτσι και η ανθρώπινη ζωή θα πρέπει να ζητήσει τη λύτρωσή της στο θάνατο. Όπως το δέντρο που έχει παραδοθεί στη ζέστη και την ανομβρία επιχειρεί να γλιτώσει από το μαρτύριο και γεννά μόνο του τη φλόγα που θα το κάψει, έτσι και οι άνθρωποι με την τόσο ανυπόστατη ζωή, θα πρέπει να αναζητήσουν τη δική τους φλόγα που θα τους γλιτώσει από το μαρτύριό τους.
Ο ποιητής πλησιάζοντας προς το τέλος της ζωής του, δίνεται εκ νέου στα συναισθήματα απαισιοδοξίας που τόσο είχαν ταλαιπωρήσει τα νεανικά του χρόνια, με τη διαφορά ότι πλέον αποζητά την αναγέννηση και την αναδημιουργία μέσω της συνέχειας που μπορεί να δοθεί από τα παιδιά, από τη νέα γενιά. Τα παιδιά θα πάρουν τις στάχτες από ό,τι έχει υπάρξει μέχρι τώρα και θα μπορέσουν να χτίσουν μια νέα πραγματικότητα, χωρίς τα μειονεκτήματα και τις ελλείψεις της μέχρι τώρα ζωής, όπως τουλάχιστον την έχει γνωρίσει ο ποιητής.
Η δύναμη αναδημιουργίας του Φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του δίνει στον ποιητή την ελπίδα πως οι νέοι, τα παιδιά, θα μπορέσουν από τις στάχτες της παλιότερης ζωής να φτιάξουν μια νέα, καλύτερη ύπαρξη. Άλλωστε ό,τι πέρασε πέρασε. Ο ποιητής δε θεωρεί ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να παραμένουν δέσμιοι του παρελθόντος, καθώς μια τέτοια αντιμετώπιση μόνο ανασταλτικά θα μπορούσε να λειτουργήσει στο όραμα του ποιητή για μια επαναδημιουργία της ζωής.
Ό,τι πέρασε πέρασε και πρέπει να καεί, το παρελθόν θα πρέπει να γίνει θυσία προς όφελος ενός ιδανικού μέλλοντος, αλλά δεν αρκεί μόνο αυτό, ακόμη και το παρόν, ακόμη και το τώρα της ζωής θα πρέπει να γίνει παρανάλωμα για να μπορέσει πραγματικά η ζωή να αναδημιουργηθεί εκ του μηδενός.
Ακόμη και ό,τι δεν έχει περάσει ακόμη, ακόμη και ό,τι δεν είναι έτοιμο να θεωρηθεί ως παρελθόν θα πρέπει να καεί, αυτό το μεσημέρι που ο ήλιος έχει καρφωθεί στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου. Ο ποιητής επαναφέρει στο κλείσιμο του ποιήματος την ανάγκη να δοθούν όλα στη φωτιά αμέσως, καθώς η καθυστέρηση του τέλους δεν έχει σε τίποτα να ωφελήσει τους ανθρώπους.
Αυτό το μεσημέρι θα πρέπει να γίνει η αρχή του τέλους, αυτό το μεσημέρι που ο ήλιος έχει καρφωθεί στην καρδιά ενός ρόδου εκατόφυλλου.

Ο ποιητής επιλέγει το εκατόφυλλο ρόδο και όχι το τριαντάφυλλο, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι το εκατόφυλλο υπήρξε δημιούργημα των ανθρώπων, μέσω διασταυρώσεων, και όχι δημιούργημα της φύσης. Ο άνθρωπος είναι ικανός για τη δημιουργία νέας ιδιαίτερης ζωής, αλλά είναι ικανός και για την αναδημιουργία της ζωής αν αφήσει να δοθούν όλα στη φωτιά.https://latistor.blogspot.com/

Ποίηση

Είσαι ο ουρανός ο απέραντος

Eίσαι ο ουρανός ο απέραντος κι είσαι κι η μικρή φωλιά 
Η ακτίνα Σου έρχεται απάνω σε τούτη τη γη, τη δική μου,
με αγκαλιά ορθάνοιχτη, όλη την ημέρα, για να φέρει σα γυρίσει
πίσω στα πόδια Σου σύννεφα
γινωμένα από τα δάκρυά μου,
από τους στεναγμούς μου κι από τα τραγούδια μου 
Πάντα στη ζωή μου Σε αναζήτησα με τα τραγούδια μου.
Ήταν αυτά που μ’ οδήγησαν από πόρτα σε πόρτα και μ’ αυτά ένιωσα
ολόγυρά μου, ψάχνοντας κι αγγίζοντας τον κόσμο μου.

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ (1861 - 1941) Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ πηγή: Βικιπαίδεια
Ινδός ποιητής και μυθιστοριογράφος που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1913. Έκανε πολλά ταξίδια και επισκέφθηκε ανάμεσα σε άλλες χώρες και την Ελλάδα. Έγραψε ποιήματα για τη φύση, την αγάπη και την παιδική αθωότητα. Παράλληλα ασχολήθηκε με πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Μερικά από τα βιβλία του είναι: Εκατό ποιήματα του Καμπίρ, Πυγολαμπίδες, Η θρησκεία του ανθρώπου.

 

Ποίηση

Γιώργος Σεφέρης «Θερινό Ηλιοστάσι»

( σελ. 277-306, Τα Ποιήματα, Ίκαρος 1976)

Α΄

Ο μεγαλύτερος ήλιος από τη μια μεριά
κι από την άλλη το νέο φεγγάρι
απόμακρα στη μνήμη σαν εκείνα τα στήθη.
Ανάμεσό τους χάσμα της αστερωμένης νύχτας
κατακλυσμός της ζωής.
Τ’ άλογα στ’ αλώνια
καλπάζουν και ιδρώνουν
πάνω σε σκόρπια κορμιά.
Όλα πηγαίνουν εκεί
και τούτη η γυναίκα
που την είδες όμορφη, μια στιγμή
λυγίζει και δεν αντέχει πια γονάτισε.
Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες
και γίνουνται άστρα.

Παραμονή της μακρύτερης μέρας.

Β΄

Όλοι βλέπουν οράματα
κανείς ωστόσο δεν τ’ ομολογεί∙
πηγαίνουν και θαρρούν πως είναι μόνοι.
Το μεγάλο τριαντάφυλλο
ήτανε πάντα εδώ
στο πλευρό σου βαθιά μέσα στον ύπνο
δικό σου και άγνωστο.
Αλλά μονάχα τώρα που τα χείλια σου τ’ άγγιξαν
στ’ απώτατα φύλλα
ένιωσες το πυκνό βάρος του χορευτή
να πέφτει στο ποτάμι του καιρού –
το φοβερό παφλασμό.

Μη σπαταλάς την πνοή που σου χάρισε
τούτη η ανάσα.

Ποίηση

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις

 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ποίηση

Μέσα μου φέγγουνε ἄσβηστα καὶ τὰ γλαυκά σου μάτια.
Ἄθερος κάμπος καὶ πλατὺς ποιὸς σὰν ἐμένα εὑρέθη;
Μηδὲ τὰ στάχυα μὄσπειρεν ἀνθρώπινο ἕνα χέρι·
μὲ τὴ σιγὴ τὰ θέρισες καὶ μὲ τὴν καλοσύνη.
Κι ἂν κάποτε τὰ μάτια σου μὲ βλέπουνε, σὰ μάτια
ποὺ ἀπάνω ἀλησμονήθηκαν σὲ σιωπηλὸ ποτάμι,
κι ὡς ἀκλουθᾶν τὰ ρέματα, τὸ κλάμα ἀργὰ ἀνεβαίνει
– τὰ μάτια φεύγουν ἀπὸ μὲ κι ἀκολουθᾶν τὸ ρέμα-
σκυμμένα δὲν ἀναρωτοῦν γιὰ μὲ τὴ γῆ, ποὺ πέφτει
ἡ σκιά μου ὡς ἀνοιξιάτικου συννέφου ἀπάνωθέ σου,
καὶ τὸ χαμόγελο ὡς βουβὴ πλατιὰ ἀστραπὴ τοῦ Μάη·
ὡς τὴν καρδιά σου ἀπ᾿ τὸ θαμπὸ τὸν ἴσκιο τοῦ θανάτου
σοῦ ἀλάφρωσα, καὶ τὸ αἷμα σου στὴ φλέβα ρέει σὰ λάδι,
γαληνομέτωπη, κοιτᾶν τὰ μάτια σου ὡσὰ μάτια
π᾿ ἀλησμονήθηκαν ψηλὰ στὸ ἡμερινὸ φεγγάρι!

Απόσπασμα από το ποίημα Τύμβος του ποιητή Άγγελου Σικελιανού και τις Ραψωδίες του Ιονίου (Λυρικὸς Βίος, A´, Ἴκαρος 1965).

Φωτο-https://gr.pinterest.com/pin/80150068349730429/

Ποίηση

Αν πλήττεις, αν φοβάσαι, αν δεν σ’αρέσει το σκηνικό σου, άνοιξε την πόρτα και φύγε!

Ποιος είπε, ότι πρέπει να μείνεις εδώ; Όσο η καρδιά και το μυαλό σου δουλεύουν και το ηθικό είναι ακμαίο, μπορείς να μπεις σε όποιο σκηνικό θελήσεις.

Μπορείς να φτιάξεις το δικό σου. Να δημιουργήσεις ένα νέο. Από αύριο κιόλας τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Κάνε τα διαφορετικά γιατί μόνο η πράξη αλλάζει. Οι κουβέντες είναι καλές μόνο στην αρχή. Η συνειδητοποίηση είναι μόνο η μισή λύση. Τα υπόλοιπα είναι πράξη…

Διάλεξε το δρόμο της ζωής. Διάλεξε το δρόμο της αγάπης. Διάλεξε τον δρόμο του ενδιαφέροντος. Διάλεξε το δρόμο της ελπίδας. Διάλεξε το δρόμο της πίστης στο αύριο. Διάλεξε το δρόμο της εμπιστοσύνης. Διάλεξε το δρόμο της καλοσύνης. Από εσένα εξαρτάται. Εσύ θα διαλέξεις.

Μπορείς να διαλέξεις την απελπισία, την δυστυχία. Μπορείς να κάνεις τη ζωή δύσκολη για τους άλλους. Μπορείς να διαλέξεις την θρησκοληψία. Γιατι όμως; Δεν έχει νόημα. Είναι και πάλι αυτομαστίγωμα.

Σε προειδοποιώ όμως ότι, αν αποφασίσεις να πάρεις την πλήρη ευθύνη για τη ζωή σου, δεν πρόκειται να είναι εύκολο πράγμα και θα πρέπει να μάθεις ξανά να ρισκάρεις. Το ρισκάρισμα – αυτό είναι το κλειδί για την αλλαγή.

«Όταν γελάς, διακινδυνεύεις να περάσεις για ηλίθιος»

Και λοιπόν; Και λοιπόν; Συχνά λέω πως ο κόσμος βλέπει τον Μπουσκάλια σαν ενα είδος τρελού. Είναι πραγματικά τρελό! Εγώ όμως το γλεντάω αφάνταστα,ενώ χιλιάδες γνωστικοί πεθαίνουν από ανία.

«Όταν κλαις, κινδυνεύεις να περάσεις για συναισθηματικός»

Δε φοβάμαι να κλάψω. Κλαίω συχνά. Κλαίω από, από απελπισία. Μερικές φορές κλαίω διαβάζοντας τις εργασίες των μαθητών μου. Κλαίω όταν βλέπω ευτυχισμένους ανθρώπους. Κλαίω όταν βλέπω ανθρώπους να αγαπιούνται. Δε με νοιάζει μήπως φανώ συναισθηματικός. Δεν πειράζει. Μ’αρέσει. Μου καθαρίζει τα μάτια.

«Όταν ανοίγεσαι στους άλλους, κινδυνεύεις να μπλεχτείς»

Και τι πιο σημαντικό υπάρχει στην ζωή; Δεν έχω καμιά διάθεση να ζήσω μόνος μου σ’ενα νησί. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε μαζί εσείς και εγώ, σημαίνει πως έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Ας βρούμε τρόπους να κάνουμε την κατάσταση αυτή μια ευκαιρία χαράς.

«Όταν δείχνεις τα συναισθήματα σου, κινδυνεύεις να αποκαλύψεις την ανθρωπιά σου»

Εγώ χαίρομαι να αποκαλύπτω την ανθρωπιά μου. Μπορείς να αποκαλύψεις πολύ χειρότερα πράγματα απο την ανθρωπιά σου.

«Όταν εκθέτεις τις ιδέες και τα όνειρά σου στο κόσμο, κινδυνεύεις να τα χάσεις»
Τι να γίνει. Δεν μπορείς να κερδίζεις τα πάντα. Κι ούτε είναι δυνατόν να σε αγαπούν όλοι. Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα πει «Είναι απατεώνας. ‘Ελα ,Μέιμπελ,αρκετά ακούσαμε. Πάμε σπίτι ». Κι αυτό είναι πολύ καλό, ξέρετε, και σωστό. Δεν είναι δυνατόν να σε αγαπούν όλοι.

«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην έχει ανταπόκριση η αγάπη σου»

Δεν είναι κακό αυτό. Αγαπάς για να αγαπάς, και όχι για να πάρεις ανταπόκριση – αυτό δεν είναι αγάπη.

«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να πονέσεις» και «’Όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις»

Κι όμως πρέπει να ρισκάρεις, γιατί η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή είναι να μην ρισκάρεις τίποτε. ‘Οποιος δεν ρισκάρει τίποτε δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε και δεν είναι τίποτε. Μπορεί ν’αποφεύγει τον πόνο και την λύπη, άλλα δεν μαθαίνει, δε νιώθει, δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δεν ζεί και δεν αγαπά.

Είναι δούλος αλυσοδεμένος με τις βεβαιότητες και τους εθισμούς του. ‘Εχει ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αγαθό του, την ατομική του ελευθερία. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι ελεύθερος.

Το να κρατάς κρυμμένο τον εαυτό σου, να τον χάνεις με τις αυτομειωτικές σου ιδέες, είναι θάνατος. Μην αφήσεις να σου συμβεί αυτό. Η μεγαλύτερή σου υποχρέωση σου είναι να γίνεις όλα όσα είσαι όχι μόνο για δικό σου όφελος, άλλα και για δικό μου…

πηγη : http://trickmetreatme.tumblr.com/post/44699834277/leo-buscaglia

Ποίηση

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ

Αδέξια, με χοντρή βελόνα, με χοντρή κλωστή,
ράβει τα κουμπιά στο σακάκι του. Μιλάει μονάχος:

Έφαγες το ψωμί σου; κοιμήθηκες ήσυχα;
μπόρεσες να μιλήσεις; ν’ απλώσεις το χέρι σου;
θυμήθηκες να κοιτάξεις απ’ το παράθυρο;
χαμογέλασες στο χτύπημα της πόρτας;

Αν είναι ο θάνατος πάντοτε – δεύτερος είναι.
Η ελευθερία πάντοτε είναι πρώτη.

Από την ποιητική συλλογή «Διάδρομος και σκάλα» (1970).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι΄, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 227.

http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Ποίηση

Τα πουλιά κελαηδούσαν, οι άνθρωποι πέρναγαν, τ’ αυτοκίνητα τρέχανε.
Στο απέναντι παράθυρο το ράδιο έπαιζε ρεμπέτικα
και το κορίτσι του διπλανού μας τραγούδαγε το ντέρτι του.
Φυλλορροούσε η ακακία κι ευώδιαζε το γιασεμί
και μες στην τάπια τα παιδιά παίζαν κρυφτούλι
και τα κορίτσια γύρναγαν σκοινί —
παίζαν στην τάπια και δεν ξέραν από θάνατο
παίζαν στην τάπια και δεν ξέραν από τύψη,
κι εγώ τους αγάπησα πολύ τους ανθρώπους εκείνο το απόγευμα,
δεν ξέρω γιατί, πολύ τους αγάπησα, σαν ένας μελλοθάνατος.

Από τη συλλογή Ο αλλήθωρος (1970)

[πηγή: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ποιήματα, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 91]

Ποίηση

Μα εγώ σηκώνομαι

της Μάγιας Αγγέλου
[4 Απριλίου 1928 – 28 Μαΐου 2014]

Μπορείς στην Ιστορία να με διασύρεις
Με το στρεβλό σου ψέμα το πικρό
Στη λάσπη μέσα ίσως να με σύρεις
Αλλά σαν σκόνη εγώ θα σηκωθώ

Που αναπηδώ γιατί σε αναστατώνει;
Γιατί η κατήφεια τόσο σε στοιχειώνει;
Που περπατώ καμαρωτά σαν να κατείχα
Πετρελαιοπηγές μες στο σαλόνι

Ακριβώς σαν τα φεγγάρια και τους ήλιους
Με της παλίρροιας το σίγουρο ρυθμό
Σαν τις πιο αισιόδοξες ελπίδες
Και πάλι εγώ θα σηκωθώ

Θέλεις να με βλέπεις τσακισμένη;
Σκυφτό κεφάλι χαμηλωμένο βλέμμα
Από το κλαψούρισμα εξασθενημένη
Με ώμους πεσμένους σαν δάκρυα χυμένα

Η αγέρωχή μου στάση σε προσβάλλει;
Μην αφήνεις να σου τρώει την ψυχή
Που εγώ γελώ σαν να κατείχα
Χρυσωρυχεία στην πίσω την αυλή

Μπορείς να με πυροβολήσεις με τα λόγια
Να είναι το βλέμμα σου μαχαίρι κοφτερό
Μπορείς να με δολοφονήσεις με το μίσος
Μα σαν αέρας εγώ θα σηκωθώ

Σε ξαφνιάζει ο γυναικείος ερωτισμός μου;
Σ’ αναστατώνει ολοένα βαθμηδόν
Που χορεύω διαμάντια σαν να είχα
Ψηλά στο σμίξιμο των δύο μου καλτσών

Μες απ’ τα καλύβια της ντροπής της Ιστορίας
Σηκώνομαι
Από ένα παρελθόν εδραιωμένης δυστυχίας
Σηκώνομαι
Είμαι μαύρος ωκεανός με πλάτη και μυστήρια
Ξεχύνομαι φουσκώνω αντέχω την παλίρροια

Πίσω μου αφήνοντας νύχτες αντάρας φοβέρας
Σηκώνομαι
Σε μια χαραυγή διαυγούς θαυμάσιας μέρας
Σηκώνομαι
Φέρνοντας τα προγονικά που μου έδωσαν δώρα
Είμαι του σκλάβου το όνειρο η ελπίδα η ώρα
Σηκώνομαι
Σηκώνομαι
Σηκώνομαι
Σηκώνομαι


Τίτλος Πρωτοτύπου: Still I rise
 από Evi Voulgaraki 

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή