Μαΐου 09, 2021

Ποίηση

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)

Ποίηση

ΣΙΚΙ (ΜΑΣΑΟΚΑ)
Το χαϊκού: Μπασό και Ίσσα

Μ Ι Κ Ρ Ε Σ Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ Γ Ι Α Τ Ο Χ Α Ϊ Κ Ο Υ

Τα χαϊκάι (η λέξη χαϊκού καθιερώθηκε πολύ αργότερα, τον 20ο αιώνα) άρχισαν ν’ αναπτύσσονται στο τέλος του 12ου αιώνα. Προήλθαν από την ομαδική ποίηση γνωστή σαν ρυάκα (ποίηση με ερωτήσεις-απαντήσεις). Λίγο λίγο και πάντα προφορικά, θέλοντας να ενώσουν τις στροφές νοηματικά και σαν ένα είδους ομαδικού παιχνιδιού, δημιουργήθηκε μια σειρά στίχων που οδήγησε στα λεγόμενα χαϊκάι-ρένγκα.

Τα χαϊκάι αποτελούντο από δύο λέξεις και σήμαιναν «διασκεδαστικό» και «αστείο». Ήσαν δε γραμμένα στην καθημερινή γλώσσα, σαν αντίδραση στην επίσημη ανακτορική γλώσσα .

Τον 13ο αιώνα, εμφανίζονται τα πρώτα χόκκου σαν ξεχωριστή μορφή, έχοντας έναν περιπαιχτικό κυρίως χαρακτήρα. Μέχρι τον 15ο αιώνα, αυτονομήθηκαν σαν ποίηση δίνοντας έμφαση στο παιχνίδι με τις λέξεις και τις εικόνες.

Το «κλασσικό» χαϊκού, εδραιώθηκε τον 16ο αιώνα. Σ΄ αυτή την εποχή θα σταθούμε κι εμείς και ειδικά στους Ματσούο Μπασό και Κομπαγιάσι Ίσσα. Ήδη το Ζεν, έχει δώσει το «στίγμα» του στην ποίηση αυτή: η λιτή και συμπυκνωμένη μορφή του χαϊκού (5-7-5) ενώνεται με το πνεύμα του Ζεν, που δεν είναι άλλο από την ανάδειξη της στιγμής σε αιωνιότητα. Πρόκειται για βίωμα και γι’ αυτό, επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Δεν πρόκειται για «ινσταντανέ» ιστορίες, μήτε για απλές περιγραφές. Γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου.

Δεν πρόκειται βέβαια και για ψυχολογική ποίηση. Ωστόσο, μέσα από την αναφορά στην Φύση (σχεδόν πάντα) αναδύεται και ο ποιητής με την ανάλογη διάθεση: λύπη, χαρά, κλάμα γέλιο, απόλαυση, γαλήνη, μοναξιά. Δεν είναι αφηρημένα ποιήματα. Υπάρχουν λέξεις-εργαλεία, συγκεκριμένες και συχνά ανάλογες με την εποχή του χρόνου (Κίγκο) που προκαλούν και τα αντίστοιχα συναισθήματα.

Έτσι, έχουμε ενδεικτικά τις ανθισμένες κερασιές, τις πεταλούδες ,τις ιτιές και το κελάηδημα των αηδονιών, τους βατράχους, τις λίμνες ,τις λιβελλούλες, τα κρίνα , τον τζίτζικα, το απογευματινό αεράκι, τα σύννεφα, την πανσέληνο, τα κόκκινα φύλλα, τον σαλίγκαρο, τα στάχια, τα σκιάχτρα, το χιόνι, τις παγωμένες καλύβες, τις δαμασκηνιές, τις πάπιες.

Ένα άλλο ζήτημα, είναι η κλασσική αρχιτεκτονική του χαϊκού (5-7-5) και το αν χρειάζεται ή όχι να διατηρείται κυρίως στην μεταφορά τους σε άλλες γλώσσες από την ιαπωνική. Αυτό το θέμα έχει συζητηθεί και έχει αμφισβητηθεί ευρέως. Πολλοί είναι εκείνοι και στην Ιαπωνία, που δεν μένουν προσκολλημένοι στη μορφή. Πρώτος ο Μασαόκα Σίκι (1867-1902) που θεωρείται ο ιδρυτής του σύγχρονου χαϊκού, ακολούθησε μια αυτόνομη μορφή ποίησης. Ο ίδιος μάλιστα καθιέρωσε τον όρο χαϊκού από χακάϊ ή χόκκου.

Ιδού τρία χαϊκού τού Σίκι σε μετάφραση του Σωκράτη Σκαρτσή:

Φαντάσου,
ο μοναχός έφυγε
πριν λάμψει το φεγγάρι.

–Πέτρα
στην καλοκαιρινή πεδιάδα
–έδρα του κόσμου.

–Καλοκαιρινός ουρανός
καθαρός απ’ τη βροχή
–μερμήγκια στη γραμμή.

Όπως είπαμε πιο πάνω, σκεφτήκαμε να παρουσιάσουμε στίχους δύο αντιπροσωπευτικών ποιητών της κλασσικής εποχής του χαϊκού, του Μπασό και του Ίσσα. Και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του, έβαλαν για τα καλά το Ζεν στην ποίησή τους, ανάγοντας το παρόν σε μοναδικό, αιώνιο χρόνο, με απλότητα, αφαιρετικότητα και χιούμορ ενίοτε.

Β α σ ι λ ι κ ή Φ ρ ά γ κ ο υ

Μ Α Τ Σ Ο Υ Ο Μ Π Α Σ Ο (1644-1694)

Χειμωνιάτικη μέρα,
πάνω στ’ άλογό μου
παγωμένος ίσκιος.

Φθινοπωρινό φεγγάρι,
η παλίρροια αφρίζει
πάνω στο πορτόνι.

Φθινόπωρο
–και τα πουλιά και τα σύννεφα ακόμη
μοιάζουν γέρικα.

Έλα δες,
αληθινά λουλούδια
αυτού του οδυνηρού κόσμου.

(Μετάφραση: Σωκράτης Σκαρτσής)

Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει το βράχο.

Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.

Άδειο κέλυφος:
κι η ψυχή του τζίτζικα
τραγουδημένη.

Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθαίνει.

Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

Όταν αστράφτει
ο φωτισμένος άνθρωπος
κι αυτός θαυμάζει.

(Απόδοση: Διονύσης Καψάλης)

γέρικη λίμνη
πηδάει ένα βατράχι
σκίρτημα νερού

μια πεταλούδα
γλιστρά στα φύλλα της
ιτιάς· Απρίλης…

φθινοπωριάζει:
θάλασσα κι ορυζώνες
ένα πράσινο

να μεθύσω· να
πέσω να κοιμηθώ σε
ρόδινες πέτρες

δροσοσταλίδα,
άσε με να ξεπλύνω
τη μαυρίλα μου

απόψε άγρια
θάλασσα κι από πάνω
σιωπηλά άστρα

πώς να διαβάσω;
τέλειωσε το λαδάκι·
πάω για ύπνο

(Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου)

Ποίηση

Η αλλοτρίωση της έλξης

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μονο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.

Από την ποιητική συλλογή Η ανορεξία της ύπαρξης(2011)

https://www.neolaia.gr/

Ποίηση

«Τόσα φιλιά – μα δίχως χείλη

τόσες αφές – μα δίχως χέρια
τόσοι φρουροί – μα δίχως πύλη
τόσες ειδήσεις – δίχως περιστέρια
Τόσοι αγώνες – δίχως μάχη
τόσες μαγείες – δίχως θάμα
Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει
αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας
— Άλισον, Τζέφρυ, Ουίλλιαμ, Σάντυ…
Τους ήξερες ποτέ; Άγνωστά μας
ονόματα στην αλισάχνη
τώρα που βούλιαξαν πια τα δικά μας
Έρωτας – δίχως ν’ αγαπάμε
Ζωή – χωρίς ποτέ να ζούμε
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε
να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε
Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…
—Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία
δική σου ή άλλη… —Τι σκαλίζεις
τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;
Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει
σάπια βροχή και τιποτένια.
Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,
το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου
— Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω,
ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου
να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…»
(Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία»

Ποίηση

Οι άνθρωποι είμαστε περίεργα πλάσματα. Ενυπάρχει στην φύση μας η τάση για το οξύμωρο. Το σώμα, ο νους, το πρόσωπο, η ψυχή μας είναι φτιαγμένα να αλλάζουν κι όμως, ταυτόχρονα είμαστε προγραμματισμένοι να φοβόμαστε το άγνωστο.

Η ζωή μας χαρακτηρίζεται στο μεγαλυτέρο μέρος της από κόλπα  ισορροπίας ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα. Κάποιοι γίνονται εξαιρετικοί ακροβάτες και περπατούν στο λεπτό σχοινί της αυτογνωσίας γρήγορα και άνετα, χωρίς να κοιτούν κάτω. Άλλοι πάλι ζαλίζονται, αργοπατούν και σταματούν συχνά ψάχνοντας για τον από μηχανής Θεό τους.

Εκεί ξεκινούν τα λάθη. Για να βρει κανείς τους αγαπημένους του, πρέπει να έχει περάσει τουλάχιστον μια φορά μόνος του απέναντι.
Τα παρακάτω ποίηματα δεν γράφτηκαν όλα μαζί, ουδέποτε ήταν σχεδιασμένο να θεωρηθούν μια ενότητα κι ας ήταν το καθένα ολοκληρωμένο. Αφού όμως το καθένα είχε διανύσει την πορεία του για μένα, τα έβαλα δίπλα- δίπλα κι αμέσως απέκτησαν ένα ιδιαίτερο νόημα.

Οι ανθρώπινες σχέσεις, όποια κι αν είναι η φύση τους, χρειάζονται έμπειρους ακροβάτες. Ο δρόμος προς την αυτοβελτίωση δεν είναι εύκολος, αλλά αξίζει. ΕνίοτΕ πρέπει να θυσιάσουμε αυτά που ξέρουμε για να βρούμε αυτά που ψάχνουμε. Ακόμα κι όταν μοιάζει δύσκολο, να εκτιμάτε τις δικές σας δυνάμεις και να πιστεύετε με πάθος στα ευτυχισμένα τέλη.

Το σπίτι μας.

Οι άνθρωποι κλείνουν τις πόρτες που φοβούνται ότι θα διαβούν.

Γι’ αυτό σε χαιρετώ απόψε εγώ και κλειδώνω διπλά. 

Θα μείνω εδώ.

Αν ακολουθήσεις, θα χαθείς.

Αν χαθείς, θα ξεχάσεις.

Αν ξεχάσεις, θα μετανιώσεις.
Αν δεν κλειδώσεις, θα βγεις.

Αν βγεις, θα γυρίσεις. Πάντα θα γυρίζεις.
Μην γυρίσεις.

Κλείσε την πόρτα.

Φύγε.

Ήρθε λοιπόν και πάλι καιρός
να πέσουν τα σάπια στο χώμα.
Γυμνά να μείνουν τα κλαριά στα δέντρα να ξαναγεννηθούν λουλούδια.
Σαν να ‘ναι η πρώτη άνοιξη του κόσμου.

Έχω μαζέψει τα πάντα, καμία εκκρεμότητα.
Κόπιασα για όσα έλειπαν, πάρε λοιπόν όσα περισσεύουν και φύγε.

Οι λογαριασμοί έμειναν στο τραπέζι.
Λάθη σε τιμή ευκαιρίας, με ωραίο περιτύλιγμα.
Μην τρέμεις καλέ μου… τα δικά μου τα πλήρωσα, τα δικά σου στα χαρίζω.
Πάρε τα ψέμματά σου και φύγε.

Τακτοποίησα το σπίτι.
Στο πρώτο συρτάρι οι φωτογραφίες, στο δεύτερο τα σημειώματα.
Στο τελευταίο, διπλωμένες προσεκτικά, όλες οι δικαιολογίες.
Μην κουράζεσαι να ψάχνεις, είναι όλα εδώ.
Το χθες δεν αλλάζει. Τα κανόνισα όλα.
Τακτοποίησα το σπίτι, τακτοποίησε τη ζωή σου και φύγε.

Δεν χρειάζεσαι τα κλειδιά μου.
Όσα έχεις δεν τα θέλω κι όσα θέλω δεν τα είχες ποτέ.

Σε παρακαλώ, δεν θέλω να μ’ αγαπάς πια, μόνο να φύγεις.
Πάρε τις υποσχέσεις σου και κλείσε την πόρτα.

Ξύλινό μου αγόρι,
τα λόγια σου έχουν παράξενη ροή.
Όταν σε πίστευα όλο μιλούσες, όταν σε έμαθα είχες πια στερέψει.
Μην ιδρώνεις γλυκέ μου, δεν θα τα μαρτυρήσω.

Ήρθε λοιπόν και πάλι καιρός
οι άνθρωποι που ούρλιαζαν σαν λύκοι
στις φεγγαρόλουστες ταράτσες τους
να τραγουδήσουν μελωδικά
στον δικό τους τόνο και ρυθμό.

Η πρώτη άνοιξη.

Μάθε να δίνεις στην αγάπη.
Οι αγκαλιές φτιάχτηκαν για να ‘ναι ανοιχτές, άπλωσε τα χέρια σου.
Μάζεψε τραγούδια από τα χείλη μου και δάκρυα απ’ τα μάτια μου.
Κλείστα σφιχτά και φίλησέ τα. Πάρε φως απ’ τη ματιά μου κι άσε με να σ’
ακολουθώ.

Μην ζητάς περισσότερα απ’όσα μπορείς να κλέψεις στον έρωτα.
Ένα λεπτό, ένα ψιθυριστό «κι εγώ», ένα γέλιο πεταχτό και αθώο.
Ζήσε το παραμύθι σου σαν πρίγκιπας πριν γίνεις αυλικός
κι ας χρειαστεί να παλέψεις με μερικούς δράκους. Μόνο έτσι ο έρωτας αξίζει.

Εγώ θα μείνω πάντα μάγισσα ψυχή μου και ας μη μπω ποτέ μου σε παλάτι.
Ζητούν μαγεία οι στιγμές και το ‘χω σκοπό να μείνω ταγμένος, πιστός συλλέκτης.
Τις φυτεύω, τις φροντίζω, τις ξορκίζω να μη μαραίνονται ποτέ.
Μόνο έτσι η αγάπη ανθίζει.

Penelope Gialeli – healingeffect.gr

https://www.healingeffect.gr/

Ποίηση

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»

«Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..»

«Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Αυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει»

«Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.»

«Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.»

«Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….»

«Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.»

«Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.»

«Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο»

«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου»  Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…»

«Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις»

«Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.»

«Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..»

«Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα»

«Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.»

«Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….»

«Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…»

«Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…»

«…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος.»

«…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;»

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ' έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

«Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….»

«Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία»

«Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν»

«Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;» «Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;»

«Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…»

«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ» «Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…»

«Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»

 

Ο Γεώργιος Σεφέρης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900. Ο ίδιος και ο Οδυσσέας Ελύτης είναι οι μόνοι Έλληνες ποιητές που έχουν τιμηθεί με Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η ποίησή του επηρεάστηκε από τον Τ.Σ. Έλιοτ και τον Έζρα Πάουντ. Το γεγονός όμως που έβαλε τη σφραγίδα του στη συνείδηση του ποιητή ήταν η εθνική καταστροφή του 1922 κι ο ξεριζωμός του μικρασιατικού ελληνισμού. Κινείται στις λογοτεχνικές κατηγορίες της ποίησης, της πεζογραφίας, των δοκιμίων, των μεταφράσεων και των μελετών. Η σκέψη και η γραφή του ανανέωσαν τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας τη γνώση της παράδοσης με τα παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα

doctv.

Ποίηση

Σχεδόν Να Μη Βλέπω..

Μια καθημερινή από όλες τις απόψεις μέρα ξαναρχίζει...Δευτέρα πάλι, Δευτέρα...
Σκέφτομαι θεέ μου..
Πόσο μισώ αυτή την αρχή της βδομάδας...Τα ίδια και πάλι τα ίδια.
Δουλειά, ταγιέρ, πρέπει και αηδία. Μήπως να τα παρατήσω, να παραιτηθώ και να γυρίσω πίσω στο χωριό;
Φουλ ο καπνός ως το βορρά και να οι φιλόδοξες σκέψεις μου ξεπρόβαλαν ξανά.
Όχι, όχι ευχαριστώ δεν θα πάρω, εδώ είναι η ζωή μου, η οικογένεια, οι φίλοι η δουλειά μου. Τι λες;;; Το χωριό είναι μόνο για διακοπές. (η άλλη φωνή, λέει).
Πίσω ξανά, ο δάσκαλος στον διαλογισμό, μας ομιλά και μας μαθαίνει πως να εστιάζουμε στο παρόν και στη στιγμή.
Μα πόσο δύσκολο είναι Δευτεριάτικα να το κάνω..τώρα, στη στιγμή.
Έτσι μου ΄ρχεται να μη πάω πουθενά σήμερα, σκέφτομαι, δουλειά χωρίς κέφι γίνεται;; Δεν γίνεται. Μα είμαι μια δουλευταρού εγώ για να είμαι ειλικρινής.
Θα μου περάσει, θα το ξεχάσω μόλις ξεκινήσω στο γραφείο, τι;; αύριο Τρίτη κιόλας...Μεθαύριο Τετάρτη και τσουπ....κοντοφθάνει το ΣΚ...Το ΣΚ της παρηγοριάς, της νοσταλγίας, της μοναξιάς, της καραντίνας, του φόβου..
Μα τι νόμιζες, περνάει ο καιρός, θα δεις, μεγάλωσε και η ημέρα, κοντοφθάνει η άνοιξη, θα βγάλουμε τις μάσκες και έφθασε το καλοκαίρι. Καλοκαίρι στο χωριό.
Θε μου, πόσο αργεί ακόμα....
Μα πάλι φλυαρώ..
Έτσι μου ΄ρχεται τώρα, σχεδόν να μη βλέπω, μέχρι να φθάσει το όνειρο.

Γράφει η Μίκα Καππάτου

Φωτο -https://gr.pinterest.com/
https://www.forwoman.gr/

Ποίηση

''γίνε ο λύχνος''

Ζωγράφος : Λιούμπεν Πασκούλσκι

Κι αν δεν μπορείς λάμπα θυέλλης στη ζωή για να γενείς.. γίνε ένας λύχνος ταπεινός..
του έρποντος του πλήθους τα σκοτάδια να φωτίζεις..
λάδι να 'ναι η αγάπη σου στο καντηλέρι τους..
όσων βρεθήκαν σε υπονόμους στα θολά νερά..
να τους ξεπλένεις..
ρούχο που μυρίζει γιασεμί να τους φορείς..
να τα φωτίζεις τα κατώγια τους..
μη γίνεσαι ο δικαστής..κι αν χρειαστεί
τις δέκα εντολές να παραβαίνεις..
τις αντοχές τ' ανθρώπου να μετράς..
χωρίς συγκριτικά η καταγραφή των
έδωσες όρκο..στους Θεούς..στους ποιητές και στα παιδιά..
εις την παραμυθία αφέθηκες μεθυστικά
στου λυχναριού του Αλλαντίν..ονειρευάμενη..
στο σμίλεμα αφέθηκες..
ως φως να γίνεις και να μοιάζεις
μην λησμονείς του ονείρου τα μηνύματα
τον κόσμο να αφήσεις φωτεινότερο
όταν στους ουρανούς μεταναστεύσεις.
κι όταν νυχτώνει στα λιβάδια και στις ακροποταμιές
αλαφροϊσκιωτα να περπατείς
άνθρωπος είσαι..και αν δεν έχεις τη μορφή
ιεραπόστολου και μύστη..έχεις καρδιά
χτυπάει γρήγορα..και άλλοτες λυγά..
γι αυτό σου λέω πάρε το μήνυμα..
κάτω απ' το πανωφόρι σου μονάχα για τα σε
το λύχνο σου μην κρύβεις

στα έρημα καλύβια ν'ατενίζεις τη ματιά
ανέβα ως την τελευταία κορφή
μην μένουνε στα σκοτεινά οι ανηλεείς
να 'χει ένα σκοπό στα χέρια σου κι ο λύχνος..

''γίνε ο λύχνος'' - Σοφίας Θεοδοσιάδη

https://aromasofias.blogspot.com/2020/11/blog-post_30.html?fbclid=IwAR1V1Pybnf-Y8KrU5OFXBqiMnhRnZIiMenxKCn0ELs0FBBt-j2tnC10_L_M

Ποίηση

"Λαχταρώ": Το αμύθητο ερωτικό ποίημα της Σάρα Κέιν που θα στοιχειώνει όποιον τόλμησε να ερωτευτεί, έστω μία φορά στη ζωή του
Κοραλία Ξεπαπαδέα

"Άντε και γαμήσου Θεέ που με έκανες να αγαπήσω έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει"
Για όποιον δεν τη γνωρίζει, η Σάρα Κέιν (Sarah Kane) είναι μια θρύλος του σύγχρονου θεάτρου, μια υπέροχη ύπαρξη που αγωνιούσε, μια ρομαντική και βαθιά τραυματισμένη ψυχή που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της στη μοντέρνα θεατρική σκηνή. Κανένας και καμία άλλη συγγραφέας της γενιάς της δεν αναλύθηκε τόσο, όσο η κορυφαία αυτή δραματουργός, που έφτυσε κυριολεκτικά στα μούτρα τις θεατρικές συμβάσεις και την καθωσπρέπει γλώσσα!

Το έτος 1999, η Σάρα Κέιν έδωσε μόνη της ένα τέλος στην κατάθλιψη, την οποία περιγράφει ανατριχιαστικά και σχεδόν προφητικά στο τελευταίο της έργο, “4:48 Ψύχωση”.

Στις 20 Φεβρουαρίου, η ίδια φτιάχνει ένα βρόγχο με τα κορδόνια των παπουτσιών της και αυτοκτονεί στο μπάνιο ενός νοσοκομείου στο Λονδίνο, όπου νοσηλευόταν, ούσα μόλις 28 χρονών, αφού κατάφερε προηγουμένως να μετασχηματίσει την “ψυχοσύνθεση” του θεάτρου μέσα σε μόλις 4 χρόνια.

Στα έργα της μιλάει κυρίως για την αγάπη, το θάνατο, τον ψυχοσωματικό πόνο και τη σεξουαλική επιθυμία, ενώ δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι επέλεξε το θέατρο για να εκφράσει την υπαρξιακή της αγωνία. Η ίδια θεωρούσε ότι το θέατρο είναι η πιο υπαρξιακή τέχνη, καθώς το “θέατρο δεν έχει μνήμη”.

Η Σάρα Κέιν μυήθηκε σε ένα θεατρικό ρεύμα, το οποίο αναζητούσε και πραγμάτωνε την ωμή αναπαράσταση της πραγματικότητας, πράγμα που επηρέασε καθοριστικά τα έργα της και ταρακούνησε το θεατρικό κοινό: “Δε μ’ αρέσει καθόλου το θέατρο ως απλή αφορμή για νυχτερινή έξοδο. Το θέατρο πρέπει να ερεθίζει και τα συναισθήματα και το μυαλό. Λατρεύω το ποδόσφαιρο. Οι αναλύσεις που ακούς στις κερκίδες είναι εκπληκτικές, την ίδια ώρα που η συγκίνηση χτυπάει κόκκινο. Αν ήταν έτσι και το θέατρο…”, έλεγε η ίδια.

Το “Λαχταρώ” (“Crave”) είναι το προτελευταίο ποίημα που έγραψε το 1998, λίγο πριν την αυτοκτονία της το 1999. Το έργο αυτό αποτελεί ορόσημο στη δραματουργική της πορεία και είναι αδιαμφισβήτητα ένα απ’ τα κορυφαία ποιήματα και θεατρικά έργα του 20ου αιώνα, το οποίο ανέβηκε το 1998, σε μια εποχή που η ίδια είχε χάσει την πίστη της στην αγάπη.

Πρόκειται για ένα διάλογο τεσσάρων ατόμων, τεσσάρων φωνών, τεσσάρων ψυχών, χωρίς καμία σκηνική βία και οδηγία. Το έργο αυτό αποτέλεσε ουσιαστικά μια απόπειρα αναζήτησης μιας νέας δραματικής φόρμας, την οποία ο καθένας μπορεί να διαβάσει και να δει με διαφορετικό τρόπο.

Είναι ποίημα μεγάλο, ένα ποίημα λυρικό, στο οποίο “κραυγάζουν” οι εσωτερικές δονήσεις της Σάρα Κέιν για τον έρωτα και περιγράφουν με τραγική ειρωνεία την επερχόμενη κατάρρευσή της. Το “Λαχταρώ” είναι μια σύγχρονη “ωδή” στον έρωτα, σ’ αυτό το τόσο υπέροχο όσο και καταστροφικό συναίσθημα, που απ’ τη μία μας τσακίζει απ’ την κορυφή ως τα νύχια και απ’ την άλλη μας προσφέρει μια διέξοδο απ’ την “κόλαση” της λογικής και του εφικτού.

Το έργο αυτό εκφράζει, με εκπληκτικό τρόπο, το τοπίο του μοντέρνου έρωτα. Του έρωτα που αναζητά όλες τις απαντήσεις στο πρόσωπο του “άλλου”, που τρέμει απο φόβο μόνο στην παραμικρή πιθανότητα απώλειας του “άλλου”, που “χάνεται” στον εαυτό του, που ζητά απ’ τον “άλλον” να επουλώσει τις πληγές, να τον “σώσει” απ’ το τυχαίο μαρτύριο, να απαντήσει στα μυστήρια του κόσμου και της ύπαρξης, του γιατί, του πώς και του πότε.

Αυτό που περιγράφει η Κέιν είναι ο ίδιος ο Θεός και ο Δαίμονας, όπως συναντιούνται στο πρόσωπο του έρωτα, αφήνοντας μια ανθρώπινη ψυχή να “πεινάσει” και να “χορτάσει” ταυτόχρονα. Του έρωτα που μοιάζει με “αλήθεια” και ταυτόχρονα δε διαφέρει καθόλου από μια κοινή ψευδαίσθηση, που, στην πιο ακραία του μορφή, αποστραγγίζει και την τελευταία σταγόνα φαιάς ουσίας στο νευρικό σου σύστημα.

Ο μοντέρνος έρωτας, αυτός που ζητά τα πάντα και αναιρεί τα πάντα, που μας αδειάζει και μας γεμίζει την ίδια στιγμή, που μοιάζει με “θέωση”, με “σταύρωση”, με “πλήρωση”, με θάνατο.

Άλλωστε, το ίδιο της το έργο “Cleansed” (“Καθαροί πια”), που ανέβηκε το Μάιο του 1998, στηρίχθηκε στον ισχυρισμό του Ρολάν Μπαρτ, τον οποίο αφουγκράστηκε βαθιά η ποιήτρια: “Το να είσαι ερωτευμένος χωρίς ανταπόκριση, είναι σα να είσαι έγκλειστος στο Άουσβιτς”.

Το “Λαχταρώ” είναι ο πιο ρομαντικός μονόλογος που έχει γράψει ποτέ η Σάρα Κέιν. Και είναι ένας μονόλογος που εκφράζει πολύ άνετα, όποιον και όποια έχει τολμήσει να κάνει, έστω και μόνο μια βουτιά, στο αβέβαιο και την “παράνοια” του σύγχρονου έρωτα.

“Λαχταρώ”, (Σάρα Κέιν, 1998)

«Και θέλω να παίζουμε κρυφτό και να σου δίνω τα ρούχα μου

και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου

και να κάθομαι στα σκαλιά ενώ εσύ κάνεις ντουζ

και να σου τρίβω το σβέρκο

και να σου φιλάω τα πόδια και να σε κρατάω απ’ το χέρι

και να βγαίνουμε για φαγητό

και να μη με νοιάζει που τρως το δικό μου

και να σε συναντώ στου Ρούντυ και να μιλάμε για τον καιρό

και να πληκτρολογώ τα γράμματά σου

και να κουβαλάω τα πράγματά σου

και να γελάω με την παράνοιά σου

και να σου δίνω κασέτες που δεν τις ακούς

και να βλέπουμε σπουδαίες ταινίες και να βλέπουμε άθλιες ταινίες

και να γκρινιάζουμε για το ραδιόφωνο

και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι

και να σηκώνομαι για να σου φέρνω καφέ

και κουλούρια και κρουασάν

και να πηγαίνουμε στου Φλόρεντ

και να πίνουμε καφέ τα μεσάνυχτα

και να μου κλέβεις τα τσιγάρα

και ποτέ να μην μπορώ να βρω ένα σπίρτο

και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ

και να σε πηγαίνω στον οφθαλμίατρο

και να μη γελάω με τα αστεία σου

και να σε θέλω το πρωί μα να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα

και να φιλάω την πλάτη σου και να χαϊδεύω το δέρμα σου

και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα μαλλιά σου,

τα μάτια σου, τα χείλη σου,

ο λαιμός σου, το στήθος σου, ο κώλος σου

και να περιμένω στα σκαλιά καπνίζοντας

μέχρι να γυρίσει σπίτι ο γείτονάς σου

και να περιμένω στα σκαλιά καπνίζοντας

μέχρι εσύ να γυρίσεις σπίτι

και να ανησυχώ όταν αργείς

και να ξαφνιάζομαι όταν έρχεσαι νωρίς

και να σου δίνω ηλιοτρόπια

και να πηγαίνω στο πάρτι σου

και να χορεύω μέχρι τελικής πτώσης

και να μετανιώνω όταν κάνω λάθος

και να χαίρομαι όταν με συγχωρείς

και να κοιτάω τις φωτογραφίες σου

και να εύχομαι να σε ήξερα από πάντα

και ν’ ακούω τη φωνή σου στα αυτιά μου

και να νιώθω το δέρμα σου στο δέρμα μου

και να τρομάζω όταν θυμώνεις

και το ένα σου μάτι έχει γίνει κόκκινο

και το άλλο γαλάζιο και η χωρίστρα σου στα αριστερά

και το πρόσωπο σου σαν Κινέζου

και να σου λέω ότι είσαι πανέμορφος

και να σε αγκαλιάζω όταν αγχώνεσαι

και να σε κρατάω όταν πονάς

και να σε θέλω όταν σε μυρίζω

και να σε προσβάλλω όταν σε αγγίζω

και να κλαψουρίζω όταν είμαι δίπλα σου

και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι

και να μου τρέχουν τα σάλια στο στήθος σου

και να σε πνίγω τη νύχτα

και να κρυώνω όταν παίρνεις την κουβέρτα

και να ζεσταίνομαι όταν δεν την παίρνεις

και να λιώνω όταν χαμογελάς

και να διαλύομαι όταν γελάς

και να μην καταλαβαίνω γιατί νομίζεις ότι σε απορρίπτω

όταν δε σε απορρίπτω

και να αναρωτιέμαι πως σου πέρασε απ’ το μυαλό

ότι θα μπορούσα

ποτέ να σ’ απορρίψω

και να αναρωτιέμαι ποιος είσαι

αλλά να σε δέχομαι ούτως ή άλλως

και να σου λέω για το μαγεμένο ξωτικό του δάσους

που διέσχισε πετώντας τον ωκεανό επειδή σε αγαπούσε

και να σου γράφω ποιήματα

και να αναρωτιέμαι γιατί δε με πιστεύεις

και να αισθάνομαι κάτι τόσο βαθύ

που να μη βρίσκω λόγια να το περιγράψω

και να θέλω να σου αγοράσω ένα γατάκι

το οποίο θα ζηλεύω επειδή θα το προσέχεις περισσότερο από μένα

και να σε κρατάω στο κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις

και να κλαίω σα μικρό παιδί όταν τελικά το κάνεις

και να διώχνω τις κατσαρίδες

και να σου αγοράζω δώρα που δε θέλεις

και να τα παίρνω πάλι πίσω

και να σου ζητάω να με παντρευτείς

και να λες πάλι όχι

αλλά να συνεχίζω να στο ζητάω

επειδή αν και νομίζεις ότι δεν το εννοώ

πάντα το εννοούσα από την πρώτη φορά που στο ζήτησα

και να περιπλανιέμαι στην πόλη

με τη σκέψη πως είναι άδεια χωρίς εσένα

και να θέλω ό,τι θέλεις

και να νομίζω ότι χάνω τον εαυτό μου

αλλά να ξέρω πως είμαι ασφαλής μαζί σου

και να σου λέω για τη χειρότερη πλευρά μου

και να προσπαθώ να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου

επειδή δεν αξίζεις τίποτα λιγότερο

και να απαντάω στις ερωτήσεις σου

όταν θα προτιμούσα να μην το κάνω

και να σου λέω την αλήθεια

όταν στην πραγματικότητα δεν το θέλω

και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής

επειδή ξέρω ότι το προτιμάς

και να νομίζω ότι όλα έχουν τελειώσει

αλλά να κρατιέμαι για δέκα λεπτά ακόμα

πριν με πετάξεις έξω από τη ζωή σου και ξεχάσω ποια είμαι

και να προσπαθώ να σε πλησιάσω

επειδή είναι όμορφα να σε μαθαίνω και αξίζει τον κόπο

και να σου μιλάω κακά γερμανικά και εβραϊκά χειρότερα

και να σου κάνω έρωτα στις τρεις το πρωί

και κάπως

με κάποιο τρόπο

να σου εκφράζω έστω και λίγο

τον ακάθεκτο

τον ακατάλυτο

τον ακατάσβεστο

τον μεταρσιωτικό

τον ψυχαναλυτικό

τον άνευ όρων

τον τα πάντα πληρούντα

τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,

ερωτά μου για σένα».

Ποίηση

[…]Με το φτερωτό άλογο και τον μαύρο λύκο

βγείτε σ’ έρημους δρόμους άδικα στολισμένους

μ’ εκκλησάκια γύψινα, λουλούδια πλαστικά

και στροφές απότομες στο φως.

[…]Φωτιά, σου λέω φωτιά.

Στα δικά μου τείχη,

σ’ όλες τις γέφυρες που επιστρέφουν,

Στ’ ανοιχτά, μαύρα πανιά του Τίβερη.

Κι ας μείνει μόνο, ν’ αργολιώνει

ένας γοερός λυγμός, βαθιά στην λαίλαπα,

εκείνη την μεγάλη νύχτα του Ιουλίου.

Κι ούτε για μένα, έλεος.

Αποστρέφεται το τώρα που μοιάζει σιωπηλό και αδύναμο έναντι ενός λαμπρού τότε που τον στοιχειώνει. “Στα ρούχα και στης πλάτης τα δεμένα φτερά”, αναμένει “σ’ έρημο δρόμο, σιωπηλή βροχή”.

Απ’ το πρωί ετοιμάζεσαι να πέσεις

πάνω μου με μανία,

στα ρούχα και στης πλάτης

τα δεμένα φτερά.

Κι όλο σκοτεινιάζει η διάθεση μου

περισσότερο κι απ’ τις διαθέσεις σου

Κι όσο πλησιάζεις, τόσο λιγότερο φαίνεσαι

σ’ έρημο δρόμο, μυστική βροχή.

Ένας χαμένος μεγάλος έρωτας καλείται να χαράξει σαν μαχαίρι την καρδιά, και τονίζει την λιτότητα των Τροπικών δεικτών του.

Ν.11

Περίσσεψα πάλι.

Μόλις που μ’ άγγιξες με την άκρη των ματιών σου.

Κι ας ήμουν κάποτε, το αγαπημένο σου σώμα.

Στο θαυμάσιο Επίγραμμα, ενδεικτικό και για την θητεία του ποιητή στην παράδοση, πράγμα σπάνιο πλέον, ο αναγνώστης θα διαβεί ανάμεσα σε λαμπρούς δεκαπεντασυλλάβους για να καταλήξει:

[…]Να’ χα φτερούγα συντροφιά και τ’ αγριμιού λημέρι

αγκάθια αγριολούλουδα, σεισμό στη καταιγίδα

δάση, βουνά στις θάλασσες, στα φύλλα τ’ άγγιγμά σου

κι άστρα φωτιά στα σύννεφα, βροχή ποτάμια η λύρα

Εδώ κι ο ίσκιος πιο βαρύς και το νερό πολύ μου

όπως κι εγώ αμίλητο, μονάχα περιμένει.

Η συλλογή αποτελεί κατάθεση μιας ιδιαίτερα λεπτής αγωνίας για την μοίρα του άλλου και του κόσμου, την δυνατότητα της αγάπης, την αδυνατότητα της μνήμης.

Βήμα το βήμα οδηγείται στην άρνηση της σύγχρονης πόλης, της προδοτικής γκρίζας καθημερινότητας “με γοερό λυγμό” πυρπολώντας τα δικά του τείχη και τις γέφυρες του Τίβερη.

* Η Mαριάννα Παπουτσοπούλου είναι Συγγραφέας-Μεταφράστρια

_______________________________________

Ποιήματα κατά σειρά αναφοράς:

Οι Βαλκυρίες των δρόμων σελ.13

De Clementia σελ.19

Τα ονόματα της βροχής σελ.45

Τροπικοί Δείκτες / Ν.11 σελ.88

Κωνσταντίνος Μούσσας «Τροπικοί δείκτες», εκδ. Αλεξάνδρεια, 2017

Επίγραμμα σελ.25

https://www.fractalart.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.