Σεπτεμβρίου 19, 2019

Ποίηση

Η Σαραγώ έφερε μαστόρους, έβαψε το σπίτι ροζ παλ και το στόλισε με ακροκέραμα και γύψινες ροζέτες.
-Ωραία το φτιάξατε, κυρία Σαραγώ. Παλατάκι!
Θαύμαζαν οι μαθητευόμενες.
-Γύρω-γύρω τα λουλούδια, μέσα τα υφαντά σας, σαν τεράστιος αμυγδαλανθός μοιάζει τώρα αυτό το σπίτι!
-Πρέπει κάτι να κάνεις, για να καλοδέχεσαι τη ζωή.

Να της δίνεις το στίγμα σου.

Όταν έπεσα κάποτε στα «βαθιά νερά», χωρίς να ξέρω κολύμπι, ο λόγος που δεν πνίγηκα ήταν γιατί ξεδίπλωσα από μέσα μου, σαν σωσίβιο, τα όνειρά μου.

Κάρφωνα το βλέμμα μου στην απέναντι στεριά και χαιρετούσα.

Θα φτάσω ως εκεί, έλεγα. Έχω πολλά να κάμω εκεί…

Αλκυόνη Παπαδάκη, Αν ήταν όλα αλλιώς, Καλέντης

Ποίηση

Τίτος Πατρίκιος | 21 Μαΐου 1928 |

[...]εκεί που φέρνεις στο νου σου περιστατικά περασμένων
χρόνων
τη ζεστασιά, μέχρι πνιγμού καμιά φορά, της μάνας
τη συγκίνηση όταν σ' αναγνώρισε για ισότιμο ο πατέρας
τον ενθουσιασμό άμα γνώριζες αυτούς που θα σε
σφράγιζαν
τον ίλιγγο στη συνάντηση με τη γυναίκα που άλλαξε
τη ζωή σου
τη χαρά και τ' απρόβλεπτα με τη γέννηση ενός παιδιού
τη λύπη από τις ρήξεις, τους χωρισμούς, τις ματαιώσεις
των ελπίδων
την οδύνη από τον θάνατο που δεν πίστευες ποτέ πως
θα 'ρθει

εκεί που ανώφελα πασχίζεις να ξαναφτιάξεις
ανθρώπους και βιώματα
σαν μαραγκός που ξαναφτιάχνει παλιά έπιπλα με νέα
υλικά
να διορθώσεις σαν μηχανές τα σώματα για να κινούνται
όπως πριν
ν' ανάψεις με νέα προσανάμματα αισθήσεις που
παλιότερα πυρπόλησαν
ν' αναστηλώσεις τα ενδόμυχα όπως αναστηλώνουν
τ' αρχαία μνημεία

εκεί που βλέπεις ότι δεν μιλάς με τον κόσμο όπως νόμιζες
ότι μιλάς μόνο με τον εαυτό σου, οπότε λες να τα
παρατήσεις...

Εκεί πάνω σε βρίσκει η ποίηση.

 εκδόσεις Κίχλη

Ποίηση

Το βιβλίο που με κράτησε στη ζωή


Το ένιωσα αυτό, πολύ περισσότερο κι από τη σκηνή στο μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα.

Κι ο Θεός βοηθός. Έτυχε να περάσω τη μεγάλη κρίση τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα.

Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια. Με τους Γερμανούς δεν ήτανε φρόνιμο να παρασταίνουν το παλικάρι.

Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν.

Αυτό πια δεν ήταν πόλεμος, ήταν μια μονομαχία. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά.

Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: «πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα».
Θα ‘ναι φαίνεται, στη μοναξιά και στον άνισο αγώνα που ξυπνάει όλος ο άντρας.

Και ο ποιητής. Η ιδέα ενός βιβλίου με κρατούσε – όπως άλλους ένα εικόνισμα.

Το έβλεπα, το φυλλομετρούσα, τα ποιήματα που δεν είχα γράψει, και που θα ήθελα να είχα γράψει, γεμίζανε με το εξωτερικό τους σχήμα τις σελίδες του, δεν απόμενε παρά να τα «γεμίσω», όπως γεμίζεις μια σειρά από άδεια ποτήρια, και αμέσως τι δύναμη, τι ελευθερία, τι αψηφησιά στις βόμβες και στο θάνατο. Να ‘χεις βγάλει τον εαυτό σου τον πραγματικό, από τον άλλο τον καθημερινό, έξω, και να τον βλέπεις αντίκρυ σου άτρωτον, άφθαρτον, προσιτό στα μέλλοντα όπου πια εσύ δε θα συμμετέχεις, τι ανακούφιση!

(…)

Την άλλη μέρα, όταν είδα να με πλησιάζει ένας παπάς με το δισκοπότηρο στο χέρι, μόνο που δε γάβγισα. Το ‘βαλε στα πόδια, και οι άλλοι άρρωστοι, θαρρώ, γελούσανε.

Όμως εγώ δε βάσταξα πια κι έβαλα τα κλάματα. Οι γιατροί μαζεύτηκαν γύρω μου, κάτι είπανε μεταξύ τους, και στο τέλος ένας απ’ αυτούς μου έκανε μια ένεση. Βυθίστηκα στον ύπνο για ώρες πολλές. Και την άλλη μέρα – κάτι απίστευτο – ξύπνησα σχεδόν απύρετος.

Είχα περάσει τη μεγάλη κρίση. Το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει.
Και τώρα, βέβαια, που γράφω, ύστερα από τόσα χρόνια, το ιδανικό αυτό βιβλίο δεν έγινε. Αλλά τι σημαίνει; Η ελπίδα του με κράτησε στη ζωή, και τότε που δεν ήξερα και τώρα που κατάλαβα ότι τα ιδανικά βιβλία δε γίνονται ποτέ

. «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.» Να πάλι το passe-partout Καβάφη.

Ο. Ελύτης, Το χρονικό μιας δεκαετίας, «Ανοιχτά Χαρτιά», εκδ. Ίκαρος (απόσπασμα)

https://lambrinim.wordpress.com

/to23ogramma.wordpress.com

Ποίηση

Γιατί; Γιατί έτσι.

Σκέψεις μου΄ρχονται πάλι….Κάθε βράδυ μου κάνουν το μυαλό ρημαδιό. Κοιτάζω στο παράθυρο, μάτια στον ουρανό, προσπαθώ να ηρεμήσω από την ένταση της ημέρας. Η στιγμή είναι για μένα, δική μου, λέω….

Μα αυτή η ψυχή τόσο ανήσυχη, γεμάτη σιωπή!

Τα Τελευταία λόγια του, χτυπήματα στη καρδιά μου..

Γιατί;;

Γιατί να πάρει η ευχή τώρα;

Γιατί; Γιατί έτσι...

Βολεμένη στην υπέροχη καθημερινότητά μου δεν κατάλαβα και πολλά από αυτά που είπες, λόγια περιττά, πίστευα.

Οχυρωμένη για τα καλά στην παθητικότητά μου προχωρούσα μπροστά σαν να μην καταλάβαινα τι γινόταν, και εμείς χωρίζαμε.

Μικρό μου παράπονο, νύχτωσε, θα ΄ρθεις; Έλα, πασπάλισέ με Αγάπη, και κάνε με αγνώριστη ξανά, έτσι να αναστηθώ...

Όχι!.... Είπε!

Γιατί;

Γιατί; Γιατί έτσι.

Έχει απόψε φεγγάρι, θα το απολαύσουμε παρέα;

Που να το πω, ότι έφυγες, Έλα, πασπάλισέ με έρωτα..

Πως να πιστέψω ότι έφυγες στο φως του φεγγαριού;

Απόψε έχει φεγγάρι καλέ μου…μη φεύγεις..Θυμάσαι τι λέγαμε;

Μουδιάζει το κορμί μου, ατέλειωτα παραμύθια, στιχάκια που μου λέγες…..

Θα΄ρθεις; Γιατί λείπεις πάλι;

Γιατί; Γιατί έτσι...

Έρχεσαι και φεύγεις…Σκέψεις και μυαλό ρημαδιό περιμένοντας εσένα ξανά και ξανά, σαν το καράβι που ψάχνει το λιμάνι που ΄χασε..

Οδύνη και προσευχή στην ύπαρξή σου!

Καημός στη σειρά…..Απόψε κάποιος χάνεται…

Ανήσυχη ψυχή είπε κάποιος!

Και εγώ έκλαψα, αλλά δε λύγισα, και εσύ  έκλαψες αλλά δεν, λύγισες..

Γιατί;

Γιατί; Γιατί έτσι....Εγώ και Εσύ!

Όχι, είπα!

Δεν αγαπούν αυτοί..Δεν Αγαπάς εσύ, ναυλώνω το τίποτα!

 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/index.php

Ποίηση

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ’μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ’ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ’ αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Τα Γυάλινα Γιάννενα, που επανακυκλοφορεί σε έβδομη έκδοση, είναι το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Μιχάλη Γκανά (Ακάθιστος Δείπνος 1978, Μαύρα Λιθάρια 1980) και το χωρίζει μια δεκαετία σχεδόν από το προηγούμενο. Το 1981 κυκλοφόρησε το πεζογράφημα Μητριά Πατρίδα.

Στα Γυάλινα Γιάννενα ο ποιητής, χωρίς να μετατοπίζεται θεματικά από την προηγούμενη δουλειά του, επιδιώκει μια εκφραστική απλότητα τόσο αβίαστη και φυσική, ώστε ο λόγος να είναι εξίσου «απαρατήρητος» και δραστικός με την αναπνοή.Τα Γυάλινα Γιάννενα, που επανακυκλοφορεί σε έβδομη έκδοση, είναι το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Μιχάλη Γκανά (Ακάθιστος Δείπνος 1978, Μαύρα Λιθάρια 1980) και το χωρίζει μια δεκαετία σχεδόν από το προηγούμενο.

Το 1981 κυκλοφόρησε το πεζογράφημα Μητριά Πατρίδα. Στα Γυάλινα Γιάννενα ο ποιητής, χωρίς να μετατοπίζεται θεματικά από την προηγούμενη δουλειά του, επιδιώκει μια εκφραστική απλότητα τόσο αβίαστη και φυσική, ώστε ο λόγος να είναι εξίσου «απαρατήρητος» και δραστικός με την αναπνοή.

 Μιχάλης Γκανάς - Γυάλινα Γιάννενα, εκδόσεις Μελάνι |

Ποίηση

Για σένα που φεύγεις
για σένα που πονάς
για σένα που μεγάλωσες
στους δρόμους και στις διαδρομές της νύχτας μου
για σένα που σκαρφαλώνεις στον ουρανό δειλά
για σένα που δεν φαίνεσαι, αλλά σε ψάχνω
για σένα που δεν έρχεσαι πια στη προσευχή μου
για σένα που χάνεσαι στη καταιγίδα σαν άγρια κύμα με θόρυβο τρομαχτικό
για σένα που γίνεσαι μόνο σκιά τολμηρή στο καθρέφτη μου με κάτασπρα φτερά
για σένα που ζεις μόνο, που ζεις μα δεν είσαι τα φεγγάρια μου τα φωτεινά
για σένα που δεν περίμενες άλλο
για σένα που ερωτεύεσαι τον θάνατο σιγά σιγά
για σένα που ψάχνεις τα σκοτάδια να φωτίσεις τους δρόμους σου, θε μου μη ξημερώνεις..
για το άδικο που κουβαλάς
για σένα που τρέχεις στον αφρό του ονείρου
για σένα που ξεκουράζεσαι στη γραμμή του μπλε του Παραδείσου και της κόλασης
για σένα που δεν χωράς στη φορεμένη μου σκέψη πια...
για σένα που δεν είσαι ίδια με κείνους τους δήθεν αθώους, ή κακούς,,
για σένα που δε ξεχνώ, μα την αλήθεια δε γίνεται
για σένα που μπερδεύεσαι, ανάσα με φόβο του τίποτα
το χάραμα πριν το φως..μες στα λευκά
για σένα που είσαι ζωή μου θα κάνω την αγάπη μας παντοτινή, θα δεις!
για σένα που είσαι ΕΓΩ μα φεύγεις με Διπλές Εισπνοές, Απώλειες Ακριβές,  είσαι ολόκληρη η ομορφιά του κόσμου...και σε πεθύμησα κιόλας μίλα μου, Ανάγκη μου!

Γράφει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/index.php

Ποίηση

Θυμάμαι, θυμάσαι;

Σε μια ξένη πόλη ούτε δική μου
ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα
Μπορεί και να μ' ήξερες από παλιά
κι απλά με ξαναβρήκες
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
Το θυμάσαι;

την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο
κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε
και ταξιδεύαμε τη γη...
νύχτες ταξιδεύαμε
στον ουρανό...
αστέρι και σταθμός
Θυμάσαι;

βρήκες το πιο μακρινό αστέρι
κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λεύκα
να μείνουμε για πάντα εκεί
Θυμάσαι;

όταν σου έδινα πορτοκάλι
πήναινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα
την πίναμε μισή μισή
Θυμάσαι;

Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ' όλη τη γη
να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι
για σένα βέβαια...
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ
και μου 'φερνες ένα κοχύλι
Θυμάσαι;

Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός...
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ
Θυμάσαι;

Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα
καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα
και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα
Θυμάσαι;

θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ' ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο
να τον κρατάς γερά
γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ
το θυμάσαι ακόμη;

Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες...
κι έτρεξα και σε βρήκα
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο
που μέτραγε ως τα χίλια
κι ένα τζιτζίκι
και μια ζίνα
κι ένα πουκάμισο άσπρο...
το θυμάσαι;

και σου μάθα να ζωγραφίζεις
κάμπους και ποτάμια
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου 'λεγα
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο
κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα
Θυμάσαι;

Και μου μάθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια
Και χάρτινα κινέζικα πουλιά
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε την δική μας γραφή
να μην την ξέρει άλλος
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι
κοντά σ' ένα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι
τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;

Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε
τη σαντιγύ
τον ήλιο
τις αυπνίες
την παλίρροια
το σκούρο μπλε
τα θυμάσαι όλα; Ότι δεν χώραγε στις λέξεις

το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;

Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας
το θυμάσαι;

κι ήταν φορές που γινότανε ολοστρόγγυλο
Θυμάσαι πότε;

Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια
Κι όταν μας τέλειωσαν
αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο
Θυμάσαι;

Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας
ένας και πολλοί μαζί
Χωρίζαμε για λίγο μόνο
γιατί αλλιώς
πως θ' ανταμώναμε ξανά;
Και σου 'γραφα κάθε στιγμή
κάτι τεράστια γράμματα
Μου 'γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια
Μια φορά όμως που άργησες
πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε
Κι όταν τέλειωσε
ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
Και δεν μπορούσες να γυρίσεις
Έμεινες μακριά
Και μου 'γραψες
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος...
Μπορεί...
όμως...
τα πιο ωραία μας ταξίδια
δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη
Σε περιμένω...
ΕΛΑ
Θα μετρήσω ώς το δέκα ....

Χρήστος Μπουλώτης

Ποίηση

Δίχως θέα στο μέλλον,
περπατούσες στα νύχια, γονάτιζες,
αφουγκραζόσουν τον ύπνο μας τα μεσάνυχτα,
μάς έλουζες και μάς χτένιζες,
μάς φορούσες καθαρά ρούχα την Κυριακή,
μάς συνόδευες κάτου στην πόρτα
και μάς κοίταζες άφωνη, ώσπου
μάς έπαιρνε ο ήλιος.

Όλα ήταν για μας.
Για σένα δεν είχε τίποτα ο κόσμος.
Για μας τα λουλούδια κι η θάλασσα,
τα τραγούδια και η Λαμπρή.
Χωρίς δαχτυλίδι στο χέρι,
περιχαρακωμένη στη μοίρα σου,
ψήλωνες μέσα στη μοναξιά σου,
μας μάλωνες με την πίκρα σου.

Κι ενώ τρέχαμε μεις
πιασμένοι απ' τα χέρια
ν'αγκαλιάσουμε τον ορίζοντα, εσύ
έψαχνες για παράθυρα,
σ'ένα σπίτι παράξενο και πικρό, που δεν είχε
τίποτε άλλο εκτός
από μια πόρτα να φύγεις.

Μα τα πλοία δεν σε παίρνανε
γιατί είχες τον άνεμο και τη θάλασσα μέσα σου
γιατί είχες μιάν έρημο μέσα σου, δίχως
πουλί και τραγούδι.

| Νικηφόρος Βρεττάκος | Όλα Είναι Μοναξιά στο Καλέντζι | Η Εκλογή Μου | εκδόσεις Ποταμός |

Ποίηση

Eίσαι ο ουρανός ο απέραντος κι είσαι κι η μικρή φωλιά 

Η ακτίνα Σου έρχεται απάνω σε τούτη τη γη, τη δική μου,
με αγκαλιά ορθάνοιχτη, όλη την ημέρα, για να φέρει σα γυρίσει
πίσω στα πόδια Σου σύννεφα
γινωμένα από τα δάκρυά μου,
από τους στεναγμούς μου κι από τα τραγούδια μου 
Πάντα στη ζωή μου Σε αναζήτησα με τα τραγούδια μου.
Ήταν αυτά που μ’ οδήγησαν από πόρτα σε πόρτα και μ’ αυτά ένιωσα
ολόγυρά μου, ψάχνοντας κι αγγίζοντας τον κόσμο μου.

 

Το κείμενο αυτό είναι ένα είδος προσευχής προς το Θεό. 
Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ (1861 - 1941)
Ινδός ποιητής και μυθιστοριογράφος που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1913. Έκανε πολλά ταξίδια και επισκέφθηκε ανάμεσα σε άλλες χώρες και την Ελλάδα. Έγραψε ποιήματα για τη φύση, την αγάπη και την παιδική αθωότητα. Παράλληλα ασχολήθηκε με πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Μερικά από τα βιβλία του είναι: Εκατό ποιήματα του Καμπίρ, Πυγολαμπίδες, Η θρησκεία του ανθρώπου.

http://ebooks.edu.gr

Ποίηση

Καλωσορίζουμε τον Μάιο με ένα τραγούδι
και με λαογραφικά στοιχεία στοιχεία, παροιμίες και έθιμα από τις αλησμόνητες πατρίδες (Πόντος και Σμύρνη) ,από όλη την Ελλάδα και από το Βυζάντιο

“Ο Μάης έχει μυστικά”

Ο Μάης έχει μυστικά κι ένα κλειδί κρυμμένο
που ανοίγει μάτια σκοτεινά και χείλη πικραμένο
έχει και άνεμο τρελό που κουβαλάει τη γύρη
και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγεις στο πανηγύρι
και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγεις στο πανηγύρι…

Ο Μάης είναι μουσική από παλιό τραγούδι
από κλαδί ροδακινιάς και από λεύκας χνούδι
δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει…

Ο Μάης είναι μια φωτιά, μια φλόγα μαγεμένη
έχει τη μέρα αγκαλιά, τη νύχτα ερωμένη
έχει και ήλιο κυνηγό που ξέρει από σημάδι
να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι
να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι..

Δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει.

Τα λαογραφικά του Μαΐου

Μάιος, λατινικά Maius, Meusis πέμπτος μήνας του ημερολογίου μας και τρίτος του δεκάμηνου αρχαίου ρωμαϊκού ημερολογίου.

Η ονομασία του προέρχεται από την αρχαία ρωμαϊκή θεότητα Maja (Μάγια), που με τη σειρά της προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη μαία, τη μάνα της Γης, εκείνης που τρέφει τον άνθρωπο, και την Κυβέλη, η οποία ανάθρεψε τον Ερμή.

Αργότερα η θεά ταυτίστηκε με την ελληνική νύμφη μαία, την ομορφότερη από τις Ατλαντίδες, μητέρα του θεού Ερμή, στον οποίο κυρίως αφιερώθηκε ο μήνας.

Παράλληλα, ο Μάιος είχε τεθεί υπό την προστασία του Απόλλωνα και τον προσωποποιούσαν με τη μορφή άνδρα που βρισκόταν στο μεταίχμιο δύο ηλικιών και έφερε στο κεφάλι του κάνιστρο γεμάτο άνθη.

Μήνας της άνοιξης και του έρωτα…

Μάιος. Σύμβολο της άνοιξης και της νεότητας. Μήνας των λουλουδιών και της βλάστησης αλλά και, σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, μήνας φορτισμένος από μαγική επήρεια. Πάνω απ’ όλα όμως, μήνας χαράς που εκδηλώνεται από την πρώτη κιόλας μέρα.

Η πρωτομαγιά χαρακτηρίζεται και από την οριστική νίκη της φύσης απέναντι στο χειμώνα προετοιμάζοντας τη νέα καρποφορία. Στην προσπάθειά της αυτή έχει και αρωγό τον Άγιο Χριστόφορο, που γιορτάζει στις 9 Μαΐου και είναι προστάτης των γεωργών από το μαγιάτικο χαλάζι.

Στο ίδιο πνεύμα βρίσκονταν τα έθιμα και οι δοξασίες κατά την ημέρα της Αναλήψεως.

Η σημασία της Αναλήψεως (από το ρήμα αναλήβομαι = εξαφανίζομαι)οδηγεί σε μία σειρά από ενέργειες που έχουν σκοπό να προστατεύσουν τα κεκτημένα (γάλα, ζώα) και να εξαφανίσουν τα δεινά.

«Μέρα Μαγιού»

«Πρωτομαγιά, τα λουλούδια γιορτάζουν και τα πουλιά το ταίρι τους φωνάζουν…» Αν και άλλη παροιμία διαφωνεί, αφού υποστηρίζει ότι «ο Μάης έχει τ’ όνομα κι ο Απρίλης τα λουλούδια», οι άνθρωποι θέλουν το Μάη μήνα των λουλουδιών και έχουν ορίσει την Πρωτομαγιά ως ημέρα γιορτής τους.

Έθιμα Μαΐου

Οι αλησμόνητες πατρίδες έχουν δύο ημέρες μνήμης το Μάϊο. Η μία είναι η 29η Μαΐου 1453,ημέρα Τρίτη, σημείο μελανό στην ιστορία. Για τους Έλληνες η πτώση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε ένα σημαντικό γεγονός που πλήγωσε την ιστορική μας μνήμη.

Η 19η Μαΐου είναι η ημέρα μνήμης των εκατοντάδων χιλιάδων Ποντίων που δολοφονήθηκαν από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλικούς. Μια ημέρα διώξεων, παθών και θανάτου, που μετατράπηκε σε ημέρα ζωής, αφετηρία ανάστασης και αναγέννησης από τους Ποντίους.

Ο Μάιος στον Πόντο

Σύμβολο της άνοιξης και της νεότητας ο μήνας των λουλουδιών, της βλάστησης και της καρποφορίας στον Πόντο ο Μάιος λεγόταν Καλομηνάς, από το επίθετο καλός και το ουσιαστικό μήνας.

Έρθεν ο Καλομηνάς, πία γάλαν, αν πεινάς. Όνταν έρτ’ ο Καλομηνάς, φυτρώνε τα χορτάρια, ντ’ έμορφα επρασίντσανε τα τσόλια τα παρχάρια.

Το πρωί της 1ης του Καλομηνά, έτρωγαν άρτο που είχαν φυλάξει από τη Μ. Πέμπτη, έπιναν γάλα, έβγαζαν τα ζώα από το μαντρί και τα οδηγούσαν στη βοσκή αφού τα στόλιζαν με πολύχρωμες κορδέλες, «τραχολίδια», και με κουδούνια. Τα οδηγούσαν κρατώντας στο χέρι βέργες από ανθισμένες αγριοτριανταφυλλιές, που τις έλεγαν μασούρας.

Στον Πόντο ο Μάιος συνδεόταν με δοξασίες και προλήψεις. Οι κάτοικοι πίστευαν ότι κινδύνευαν από μάγια και γι’ αυτό εκείνη την ημέρα προσπαθούσαν όλοι να προφυλαχθούν με σκόρδα, κρεμμύδια και μαγιοβότανα. Σύμφωνα με το έθιμο, κρεμούσαν στα σπίτια στεφάνια, σύμβολα της δροσιάς και της δύναμης της μαγιάτικης φύσης, θεωρώντας ότι θα τους μεταδοθεί η υγεία και η ζωντάνια της φύσης. Η έξοδος των αγελάδων για τις εαρινές βοσκές έπρεπε απαραίτητα να γίνει την πρωτομαγιά. Στα τέλη του Μαΐου θα άρχιζε η ομαδική μετάβαση των ζώων στους ορεινούς βοσκότοπους (παρχάρια).

Το Μάιο στον Πόντο γιόρταζαν τη μνήμη του Αγίου Χριστόφορου, μεγαλομάρτυρα από τα αρχαία Σούρμενα του Πόντου. Στις 21 Μαΐου γιόρταζαν τη μνήμη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, που λάτρευαν ιδιαίτερα.

.

Πρωτομαγιά στη Σμύρνη

«Στην πριγκηπέσα Σμύρνη αιώνια είναι η άνοιξη»

Ο Μάιος εκτός από μήνας φορτισμένος με μαγική επήρεια, ήταν μήνας χαράς και λατρείας της βλάστησης με δοξασίες και έθιμα που οι Σμυρνιοί τηρούσαν ευλαβικά.

Από την παραμονή της Πρωτομαγιάς, οι κάτοικοι ήταν στο πόδι. Άλλοι στα περιβόλια, άλλοι στα σπίτια τους παρέες παρέες, ενώ γεμάτα ήταν και τα καφενεία και οι ταβέρνες της Προκυμαίας. Την Πρωτομαγιά κάθε σπίτι έπρεπε απαραίτητα να κρεμάσει το «Μάη»

Για το «Μάη» χρησιμοποιούσαν ένα συνδυασμό πολλών διαφορετικών λουλουδιών γιατί το κάθε λουλούδι είχε ξεχωριστή σημασία.

Κάθε λουλούδι ήταν και μια ευχή, για να έρθουν τα καλά του Μάη στο σπίτι αλλά και στην προσωπική ζωή των ανθρώπων.

Το αγιόκλημα ήταν για την ευτυχία του σπιτιού, οι μαργαρίτες και οι παπαρούνες συμβόλιζαν τα αγαθά, ενώ η λυγαριά ήταν για την αγάπη των κοριτσιών. Όποιος λυγαριά δεν πιάσει την αγάπη του θα χάσει. Το στεφάνι πολλές φορές είχε και ρίζες φυτών, για να διώχνουν τη γλωσσοφαγιά καθώς και σκόρδο για να μην τους πιάνει μάτι.

Τα περιβόλια της Σμύρνης καταπράσινα εκείνη την εποχή προσέφεραν «απλόχερα» την πρώτη ύλη για την κατασκευή των στεφανιών.

Τα κουκιά, τα αμπελοφάσουλα, οι διάφοροι βλαστοί, το αφράτο και ζυμωμένο με προζύμι ψωμί, τα παξιμάδια αλλά και οι μεζέδες για το βραδινό γλέντι ήταν το μέλημα της νοικοκυράς από την προηγούμενη μέρα.

Την Πρωτομαγιά η Σμύρνη και τα γύρω προάστια έμοιαζαν σαν ένα τεράστιο μπουκέτο. Το λιμάνι είχε μια σπάνια λάμψη, τα πουλιά χαίρονταν τον ερωτικό τους θρίαμβο, οι Σμυρνιοί τη ζωή και την οριστική νίκη της φύσης στον αγώνα της για νέα καρποφορία…

Και μερικά ακόμα λαογραφικά στοιχεία από όλη την Ελλάδα:

Πιστεύεται ότι πήρε το όνομά του από την μητέρα του Ερμή, τη Μαία. Απεικονίζεται με ένα νέο άνδρα που φέρει στο κεφάλι καλάθι γεμάτο λουλούδια. Ο λαός μας, συσχετίζοντας παρετυμολογικά το όνομα του Μαΐου με τα μάγια, τον θεωρεί μαγεμένο μήνα. Ο μήνας των λουλουδιών και της βλάστησης. Οι Αγραφιώτες τον ονομάζουν «χαλαζά» και οι Τήνιοι «βροχάρη». Οι Θρακιώτες ονομάζουν τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο «Τριαντάφυλλα», γιατί το κυριότερο από τα λουλούδια του Μάη είναι το τριαντάφυλλο. ΣτηΜακεδονία ονομάζεται «Κερασάρης», στον Πόντο «Καλομήνας», στην Κύπρο «Πεντεφάς ή Πενταδείλινος», γιατί εξαιτίας του μεγάλου μήκους των ημερών του, αναγκάζονται να τρώνε 5 φορές την ημέρα. Επίσης Πράσινος και Λούλουδος.
.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Θερίζουν τα σανά, τη σίκαλη, τη βρώμη & το κριθάρι.
Σπέρνουν μπαμπάκι, καλαμπόκι.
Μεταφυτεύουν τα καπνά.
Φυτεύουν λαχανικά.
Κάνουν τα τελευταία «μπόλια» (=εμβολιασμούς).
Παρασκευή τυριού.
Κούρεμα προβάτων & γιδιών.
.
Animated Gifs - Vanampadi's Collections 1 | !!~ദലങ്ങൾ~!!
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Στον καταραμένο τόπο (στων αμαρτωλών τη χώρα), Μάη μήνα βρέχει».
«Ζήσε, Μάη μου, να φας τριφύλλι & τον Αύγουστο σταφύλι».
«Μάης άβροχος, τρυγητής άμετρος».
«Μην βγάλεις μήτε μπάλωμα, πριν βγει ο Μάιος μήνας».
«Απρίλης Μάης κουκιά μεστωμένα (ή μετρημένα)»
«Θε μου, δος μου την υγειά μου κι ας φορώ το Μάη γούνα»
«Τώρα είν’ ο Μάης κι Άνοιξη, τώρα είναι καλοκαίρι»
«Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει»
«Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα τότε τ’ αμπελοχώραφα χαίρονται τα καημένα».
«Απρίλης, Μάης, κοντά ειν’ το θέρος».
«Ένας κούκος (ή χελιδόνι) δε φέρνει την άνοιξη».
«Ήρθεν ο Μας (Μάης);Των γυναικών ταμνάς» [δηλ. από τις πολλές δουλειές]
«Κάθου, γέρο, λίμενε (περίμενε) να φας το Μάη χορτάρι».
«Καλός ο ήλιος του Μαγιού, τ’ Αυγούστου το φεγγάρι».
«Μάης άβρεχτος, χρόνια ευτυχισμένα».
«Μάης άβροχος, τρυγητός χαρούμενος».
«Μάης πενταδείληνος και πάντα δείλι θέλει».
«Μην πάρεις το Μάη άλογο, μήτε γυναίκα τη Λαμπρή» [δηλ. το Μάιο τα άλογα φαίνονται πιο γερά γιατί τρώνε περισσότερο κι έτσι ο αγοραστής μπορεί να ξεγελαστεί- επίσης οι γυναίκες τη Λαμπρή στολίζονται με τα καλά τους ρούχα και μπορεί κανείς να νομίσει ότι κάποια είναι όμορφη μόνο και μόνο επειδή είναι καλοντυμένη]
«Μήνας που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό».
«Ο Απρίλης έχει τ’ όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια».
«Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα».
«Ο Απρίλης ο γρίλλης, ο Μάης ο πολυψωμάς» [δηλ. το μήνα Απρίλιο οι γεωργοί έχουν λίγες αγροτικές εργασίες ενώ τον Μάιο έχουν πολλές και χρειάζονται πολλά ψωμιά για τους εργάτες]
«Ο Αύγουστος πουλά κρασί κι Ο Μάης πουλά σιτάρι» [δηλ. μπορείς από πριν να κρίνεις τη σοδειά και να καθορίσεις την τιμή]
«Ο γάμος ο μαγιάτικος πολλά κακά αποδίδει».
«Ο Μάης ρίχνει την δροσιά κι ο Απρίλης τα λουλούδια».
«Ο Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει».
«Οντά ’πρεπε δεν έβρεχε κι ο Μάης χαλαζώνει».
«Όποιος φιλάει τον Αύγουστο, τον Μάη θερίζει μόνος».
«Οπού σπείρει ή δε σπείρει, το Μάη μετανοεί» [δηλ. τότε κάποιος καταλαβαίνει αν έκανε καλά που καλλιέργησε τη γη ή όχι]
«Όταν πρέπει δε βροντά και το Μάη δροσολογά».
«Σαν έπρεπε δεν έβρεχε, το Μάη εχαμοβρόντα».
«Στο κακορίζικο χωριό το Μάη ρίχνει το νερό».
«Το Μάη βάζε εργάτες κι ας είναι κι ακαμάτες» [δηλ. όσο κι αν τεμπελιάζουν, Θα κάνουν δουλειά γιατί είναι οι μέρες μεγάλες]
«Το Μάη εγεννήθηκα και μάγια δε φοβούμαι» [πρόληψη που συνδέει την ονομασία του Μαΐου με τη λέξη μάγια-έλεγαν ότι όσοι είναι γεννημένοι το Μάη δε παθαίνουν τίποτα από μάγια]
«Το Μάη με πουκάμισο, τον Αύγουστο με κάπα».
«Τον Απρίλη και το Μάη κατά τόπους τα νερά».
«Τον Μάη κρασί μην πίνετε κι ύπνο μην αγαπάτε».
«Του καλού γεμιτζή (ναύτη) η γυναίκα το Μάη χήρεψε» [δηλ. στη θάλασσα τον Μάιο κάνει ξαφνικές και μεγάλες φουρτούνες]
«Των καλών ναυτών τα ταίρια τον Απριλομά χηρεύουν».
«Τώρα μάγια, τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι».


.
Πρωτομαγιά στην Ελλάδα μέσα από την καταγεγραμμένη λαογραφία
Όπως καταγράφει ο λαογράφος μας Γ.Α. Μέγας («Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας»)
Στην Πάργα
«στην ηρωική Πάργα, από το πρωί της Πρωτομαγιάς τα παιδιά εγύριζαν τα σπίτια και τραγουδούσαν το τραγούδι του Μαΐου, στεφανωμένα με λουλούδια και κρατώντας στα χέρια τους μεγάλους κλώνους πορτοκαλιάς ή νεραντζιάς, γεμάτους άνθη.»
Στην Κέρκυρα
«Στην Κέρκυρα περιφέρουν κορμό τρυφερού κυπαρισσιού, ίσιου και φουντωτού τον έχουν σκεπασμένο με κίτρινες μαργαρίτες και άλλα άνθη, του κρεμούνε κι ένα στεφάνι από τα χλωρά κλαδιά του δένουνε μεταξωτά μαντίλια, ζουνάρια και κορδέλες από το στεφάνι τέλος κρεμάνε φρούτα και χορταρικά πρώιμα..»
Στον Άγιο Λαυρέντιο του Βόλου
«Αλλού, όπως στον άγιο Λαυρέντιο του Βόλου, ο Μάης ενσαρκώνεται στο Μαγιόπουλο, ένα παιδί στολισμένο με λουλούδια χορός από προσωπιδοφόρους το συνοδεύουν τραγουδώντας τα Μαγιάπριλα τραγούδια τους στους δρόμους του χωριού, ενώ χορεύει το Μαγιόπουλο.»
Στη Ναύπακτο
«Στη Ναύπακτο το Μαγιόπουλο το συντροφεύουν γέροι φουστανελάδες βαστώντας στο ένα χέρι κουδούνια στολισμένα με ανθισμένη ιτιά.
Στο Ξηροχώρι Ευβοίας»
«Το έθιμο το βρίσκουμε και στο Ξηροχώρι Ευβοίας, συνδιασμένο με την παράκληση για βροχή. Εκεί ένας χωρικός, ντυμένος σ’ όλο του το σώμα με λουλούδια και κλαδιά ελιάς, καρυδιάς και άλλων δέντρων, λέγεται Πιπεριά. »
Στην Πορταριά
«Στην Πορταριά (πριν από 80 περίπου χρόνια) την Πρωτομαγιά μεταμφιέζοντο πέντε πρόσωπα: το κορίτσι, ο γιανίτσαρος, όλο άρματα κι ασήμι, ο γιατρός με το ψηλό φράγκικο καπέλο και δυο άλλα πρόσωπα. Πήγαιναν εν πομπή ανά το χωρίον και στην πλατεία άρχιζε η παράστασις. Ο γιανίτσαρος εδοκίμαζε να κλέψει το κορίτσι’ το κορίτσι απ’την τρομάρα του πέφτει λιγωμένο. Ακολουθούν μοιρολόγια και κοπετοί. Ο γιατρός ανασταίνει την κοπέλα. Ακολουθούν χοροί, τραγούδια και χαρές.
Στο Τρίκερι της Θεσσαλίας
Επίσης όπως γράφει η Μαρία Μιχαήλ-Δέδε («Γιορτές-έθιμα και τα τραγούδια τους»)
«Την ημέρα της Πρωτομαγιάς, η Τρικεριώτισσα γυναίκα του βαρκάρη, θα φτιάξει μια ανθοδέσμη και θα την προσφέρει στον άντρα της. Αυτός με τη σειρά του, θα την προσφέρει στη βάρκα του που τον περιμένει στο γιαλό. Μα η σημασία του λουλουδιού, δε δηλώνεται μόνο έτσι. Οι κοπέλλες έχουν τη σειρά τους το απόγευμα. Φοράνε τα καλά τους που τα ταυτίζουν σε ένα θαυμάσιο ψυχολογικό κρίκο με την όμορφη και πλούσια τοπική τους φορεσιά. Θα μαζέψουνε λουλούδια στις πλαγιές και τα πλατώματα των αγρών κι ύστερα κρατώντας λουλούδια θα κατέβουν στην πλατεία του χωριού τους να χορέψουν. Η πρώτη του χορού δε θ’αποχωριστεί την ανθοδέσμη της και θα δηλώνει έτσι ολόκληρος ο χορός την πραγματική του έννοια. Τον θαυμασμό, την αγάπη, την τιμή στο Μάη»
.
Animated Gifs - Vanampadi's Collections 1 | !!~ദലങ്ങൾ~!!
Πρωτομαγιά και Βυζάντιο
Τα βυζαντινά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη πραγματοποιούνταν ειδική τελετή στο Στάδιο της πόλης με την παρουσία του αυτοκράτορα στη διάρκεια της οποίας ο λαός υποδεχόταν με ύμνους τον ερχομό της άνοιξης.
Oι χρονογράφοι και οι ιστορικοί, που κατέγιναν με την ιστορία της Eπτανήσου, διέσωσαν την περιγραφή των εθίμων της Πρωτομαγιάς από την μεσαιωνική Κέρκυρα όπου ήταν αληθινή τελετουργία! Το νησί από το 1272 ως το 1386 έμεινε κάτω από την κυριαρχία των Aνδεγαυών, Γάλλων αρχόντων της Nεάπολης. Το νησί χωρίστηκε σε μερίδια, σε τιμάρια και τα μοιράστηκαν οι Iταλοί και Γάλλοι πολεμικοί αρχηγοί, που βοήθησαν τους Aνδεγαυούς στην κατάκτηση του νησιού. Ένα από τα τιμάρια αυτά ήταν και «των Aτσιγγάνων», γιατί όλοι οι Aτσίγγανοι, που ήταν τότε στην Κέρκυρα ήταν δούλοι της γης σ’ αυτό το τιμάριο.
O Βαρώνος, που ήταν εξουσιαστής του τιμαρίου είχε το δικαίωμα να φυλακίζει, να εξορίζει και να βασανίζει τους δούλους του Aτσιγγάνους.

Oι Aτσίγγανοι, λοιπόν, κάθε πρώτη του Μάη έμπαιναν στην πόλη της Κέρκυρας όλοι μαζί. Μπροστά πήγαινε η σημαία με τα σήματα ευγενείας του Bαρώνου και ακολουθούσαν μουσικά όργανα, φλογέρες και τύμπανα. Έφερναν μαζί τους από την εξοχή κι ένα κορμό κυπαρισσιού, στολισμένο με πολύχρωμα λουλούδια, κορδέλες, μεταξωτά μαντήλια, μπαμπάκι σε τούφες, κόκκινα αυγά του Πάσχα, κουκουνάρες, περιστέρια και ορνίθια ζωντανά, φρούτα χρυσωμένα και κάθε τι που βγαίνει την άνοιξη. M αυτόν τον μεγαλόπρεπο «Μάη» πήγαιναν έξω από το μέγαρο του Bαρώνου και τον εγκωμίαζαν με στίχους. Την επόμενη της Πρωτομαγιάς ο Bαρώνος επιθεωρούσε τους δούλους του κι εισέπραττε από τον καθένα τους τον τιμαριωτικό φόρο: 17 άσπρα και 2 όρνιθες για κάθε παντρεμένο και 1 χρυσό φλουρί για τον σημαιοφόρο.
.
.
πηγές:
http://mikrasiatis.gr/
http://users.sch.gr/vaxtsavanis/maios.html
http://www.folkpedia.gr (αρχική εικόνα)
https://prokopion.wordpress.com

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!

 

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή