Οκτωβρίου 02, 2022

Ποίηση

Ταρκόφσκι: «Πες της... πες της... γιατί δεν της λες ότι κάθε στιγμή μαζί ήταν γιορτή..»


-Μίλα!

-Μίλα! Γιατί δε μιλάς;

-Μίλα! Δε με νοιάζει τι θα πεις, μίλα!

-Μίλα! Μίλα!

Πες της... πες της... γιατί δεν της λες ότι κάθε στιγμή μαζί ήταν γιορτή.

Επιφάνεια, οι δυο σας μόνοι μέσα στον κόσμο.

Ότι ήταν πιο θαρραλέα, πιο αναλάφρη κι από πουλί, ότι κατέβηκε ορμητική δυο δυο τα σκαλιά σαν ίλιγγος και μέσα από την υγρή πασχαλιά σε οδήγησε στο βασίλειό της, στην άλλη πλευρά, πίσω από τον καθρέφτη.

Πες της, γιατί δεν της λες, ότι όταν ήρθε η νύχτα, άνοιξαν διάπλατα οι πύλες της αγίας τράπεζας, ότι στο σκοτάδι έλαμψε η γύμνια σας, καθώς γείρατε.

Ότι άνοιξες τα μάτια σου και την είδες στο πλάι σου και είπες...

Πες της το.

Αυτό πρέπει να της το πεις: ευλογήμενη να' σαι.

Κι ότι ήξερες πως η ευλογία σου ήταν θράσος.

Ότι κοιμόταν και το χέρι της ήταν ακόμα ζεστό κάτω από τα σκεπάσματα.

Πες της για τα ηλεκτροφόρα σύρματα της κοιλιάς της, ότι βουνά πρόβαλλαν στην ομίχλη, θάλασσες λυσσομανούσαν, ενώ κοιμόταν ακόμα καθισμένη σε θρόνο κι ήταν, θέε μου, δική σου.

Πες της, γιατί δεν της λες ότι όταν ξαπλώνατε μαζί, έσβησαν πόλεις χτισμένες ως εκ θαύματος.

Πουλιά ταξίδευαν στον ίδιο δρόμο.

Ότι ο ουρανός ξετυλιγόταν μπρος στα μάτια σας, ότι τα ψάρια στα ποτάμια κολυμπούσαν αντίδρομα.

Arseny Tarkovsky (Αρσένι Ταρκόφσκι), «Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας», μετάφραση Χρήστος Κολτούκης, Εκδόσεις Ελεγεία 2007

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................

Μενέλαος Λουντέμης

 

 

Ποίηση

Ερωτικό γράμμα του Νίκου Καββαδία προς την Θεανώ Σουνά

Προς τα τέλη της ζωής του, ο ποιητής ερωτεύτηκε την Θεανώ Σουνά, μια νεαρή φιλόλογο. Αυτή 25 ετών και αυτός 63.

Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε καθόλου να της στέλνει ερωτικά γράμματα αλλά και να της αφιερώσει το ποίημα Fata Morgana.

Κοριτσάκι μου, Θαλασσωμένο ἀπόψε τὸ Αἰγαῖο.

Τὸ ἴδιο κι ἐγώ.

Χθὲς δὲν πρόλαβα νὰ καθίσω στὸ τραπέζι κι ἕνα τηλέφωνο

μὲ κατέβασε στὸ λιμάνι. Στὶς ἑφτὰ ποὺ σαλπάραμε, δὲν

μποροῦσα νὰ περπατήσω ἀπὸ τὴν κούραση. Ἡ παρηγοριά μου

ἦταν ἡ «ὥρα» σου. Ἡ λύπη μου ὅτι δὲν κυβέρνησα οὔτε στιγμὴ

τὸ καταπληκτικὸ Θαλασσινὸ σκαρί, τὸ κορμί σου.

Ἀπὸ δείλια καὶ ἀτζαμοσύνη σήκωσα τὸ κόκκινο σινιάλο τῆς Ἀκυβερνησίας.

Εἶδα χθές, πολλὲς φορὲς τὴν κοπέλα τῆς πλώρης:

Τὴ λυσίκομη φιγούρα νὰ σκοτεινιάζει, νὰ θέλει νὰ κλάψει.

Σὰ νά ῾χε πιστέψει γιὰ πρώτη φορὰ ὅτι πέθανε, ὁ Μεγαλέξανδρος,

ὅμως τὸ καρχηδόνιο ἐπίχρισμά του ἔμενε τὸ ἴδιο λαμπρό.

Μὲ τὸ αὐτοκρατορικὸ κάλυμμά του. Κόκκινο της Πομπηίας

Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός.

Βελοῦδο ποὺ σκεπάζει ἱερὸ δισκοπότηρο.

Ὄστρακο ὠκεάνιο ἁλμυρό. Κρασὶ βαθυκόκκινο ποὺ δίνει

δόξα στὸ κρύσταλλο. Πληγὴ ἀπὸ κοπίδι κινέζικο.

Ἀστραπή. Βυσσινὶ ἡλιοβασίλεμα.

Λαμπάδα τῆς πίστης μου.

Ἀνοιχτὸ σημάδι τοῦ ἔρωτά μου

Ὄνειρο καὶ τροφὴ τῆς παραφροσύνης μου

Σὲ ἀγκαλιάζω.

ΚΟΛΙΑΣ

Fata Morgana

Στὴ Θεανὼ Σουνᾶ

Θὰ μεταλάβω μὲ νερὸ θαλασσινὸ
στάλα τὴ στάλα συναγμένο ἀπ᾿ τὸ κορμί σου
σὲ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
ποὺ κοινωνοῦσαν πειρατὲς πρὶν πολεμήσουν.

Στρείδι ὠκεάνιο ἀρραβωνίζεται τὸ φῶς.
Γεύση ἀπὸ φλούδι τοῦ ροδιοῦ, στυφὸ κυδώνι
κι ὁ ἄρρητος τόνος, πιὸ πικρὸς καὶ πιὸ στυφός,
ποὺ ἐναποθέτανε στὰ βάζα οἱ Καρχηδόνιοι.

Πανὶ δερμάτινο ἀλειμμένο μὲ κερί,
ὀσμὴ ἀπὸ κέδρο, ἀπὸ λιβάνι, ἀπὸ βερνίκι,
ὅπως μυρίζει ἀμπάρι σὲ παλιὸ σκαρὶ
χτισμένο τότε στὸν Εὐφράτη στὴ Φοινίκη.

Χόρτο ξανθὸ τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ἕνα ποτάμι μὲ ζεστή, λιωμένη πίσσα,
ἄγριο, ἀκαταμάχητο, ἀπειλητικό,
ποτίζει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ σ᾿ ἀγαπῆσαν.

Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός,
δόξα τοῦ κρύσταλλου, κρασὶ ἀπ᾿ τὴ Σαντορίνη.
Ὁ ἀσκὸς νὰ ρέει, κι ὁ Ἀπόλλωνας βοσκὸς
νὰ κολυμπάει τὰ βέλη του μὲ διοσκορίνη.

Σκουριὰ πυροχρωμη στὶς μνῆμες τοῦ Σινᾶ.
Οἱ κάβες τῆς Γερακινῆς καὶ τὸ Στρατόνι.
Τὸ ἐπίχρισμά του ἅγια σκουριὰ ποὺ μᾶς γερνᾶ,
μᾶς τρέφει, τρέφεται ἀπὸ μᾶς, καὶ μᾶς σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, ἀρτοφόρι.
Ἅγια λαβίδα καὶ ἱερὴ ἀπὸ λαμινάρια.
Μπροστὰ στὴν Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
καὶ τρεῖς Ἀγγέλοι μὲ σπασμένα τὰ κοντάρια.

*

Ποῦθ᾿ ἔρχεσαι; Ἀπ᾿ τὴ Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στὸ μάτι τοῦ κυκλῶνα.
Ποιὰν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τὴ λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οἱ κυκλῶνες ἔχουν γυναικεῖο
ὄνομα. Εὔα ἀπὸ τὴν Κίο.
Ἡ μάγισσα ἔχει τρεῖς κόρες στὸ Ἀμανάτι
καὶ ἡ τέταρτη εἶν᾿ ἕν᾿ ἀγόρι μ᾿ ἕνα μάτι.

Ψάρια ποὺ πετᾶν μέσα στὴν ἄπνοια,
ὄστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια τῆς στεριᾶς καὶ δέντρα σάπια,
ἄρμπουρα, τιμόνια καὶ προπέλες.

Νά ῾χαμε τὸ λύχνο τοῦ Ἀλαδίνου
ἢ τὸ γέρο νάνο ἀπ᾿ τὴν Καντόνα.
Στείλαμε τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου
πάνω σὲ ἄσπρη πέτρα μὲ σφεντόνα.

Δαίμονας γεννᾶ τὴ νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ᾿ ὄνομά του.
Λούφαξεν ὁ δέκτης τοῦ ἀσυρμάτου,
καὶ φυλλομετρᾶ τὸν καζαμία.

Ὁ ἄνεμος κλαίει. Σκυλὶ στὰ λυσσιακά του.
Γειὰ χαρά, στεριά, κι ἀντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε ἡ ψυχή μας ἀπὸ κάτου,
ἔχει καὶ στὴν κόλαση μπορντέλο.

https://perithorio.com/

 

Ποίηση

Δεν είχα κλείσει τα δεκαπέντε

όταν τη δοκίμασα για πρώτη φορά.

Ένα φιλαράκι απ’ τη γειτονιά

λίγο μεγαλύτερο από μένα

μου την προσέφερε στο πάρκο

που συναντιόμασταν

τ’ απογεύματα.

Δοκίμασε αυτό, μου ‘πε,

είναι σαν να χαϊδεύεις τον ουρανό

με τις άκρες των δαχτύλων σου.

Στην αρχή ήταν κτηνώδης.

Μαζευόμασταν σπίτι του

Μακριά από αδιάκριτα βλέμματα

μετά το σχολείο

και περνούσαμε εκεί

τις νεκρές ώρες

καταναλώνοντάς την

δοκιμάζοντάς την

γευόμενοί την

ενώ ακούγαμε δίσκους

του Λου Ριντ,

του Ντέιβιντ Μπόουι

του Τζίμι Χέντριξ.

Οι πρώτες δόσεις

με μετέφεραν

σε κόσμους μακρινούς

σε λέξεις περίεργες

κι ασαφή νοήματα

σύμπαντα που οριακά μάντευα

μερικούς μήνες πριν

που ποτέ δεν σκέφτηκα πως θα υπήρχαν.

Σύντομα αντιλήφθηκα

ότι κάθε φορά χρειαζόμουν περισσότερη

με καλύτερης ποιότητας, με περισσότερη καθαρότητα.

Δεν μ’ ενδιέφερε η χώρα προέλευσής της:

ισπανική, γαλλική, αγγλική,

απ’ οποιαδήποτε ζώνη της Αμερικής

μου έκανε.

Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια

Κι έτσι συνεχίζω

καβάλα στον εθισμό μου

απορροφημένος ως το κόκκαλο

ανίκανος ν’ απομακρυνθώ απ’ αυτή

απ’ τη γλυκιά

αινιγματική

υπνωτική

δυναμική

εξαίσια

μαχητική

Ποίηση

Εθισμός, του Ραφαέλ Καλέρο Πάλμα
(μετάφραση: nathalie)

https://universo2666.blogspot.com/

Ποίηση

Και ξαφνικά, όλα άλλαξαν....Έγινε χαρά...
Αλλάζει  ο χρόνος....
Ανέβηκα στη κορφή για ευχές...Νέα εποχή, νέα μυαλά, φιλιά να σκοτώνουν, αληθινά και στολισμένα!
Ήλιε φώτισέ μας, αγάπα μας.
Λαμπερές μέρες, τώρα και πάντα, φωτεινές ιδέες, χρωματιστά χαμόγελα, αφίσσες όλο παιχνίδι!
Φιλιά να σε κάνουν να χάνεσαι στο παράδεισο ξελογιασμένα μέσα στο άπειρο, με μουσική κιθάρα και αγάπη!!
Αρώματα που αλλάζουν χρώμα στη θάλασσα, άναψε το κερί, κάνε μια ευχή να σωθείς, να αρχίσεις ξανά!
Άλλες σελίδες....
Άλλες ιδέες, ανθρώπινες, επιθυμίες καρδιάς, βελούδινες...και στο βάθος να απολαμβάνεις τη ΖΩΗ σαν σημαντικό σκοπό, σαν γιορτινό και  φωτισμένο καράβι που σε αφυπνίζει! Ευχές αγάπης παντού!

Καλή  νέα χρονιά!

Γράφει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/

Ποίηση

[Εφτά Τάνκα] του Αργύρη Χιόνη
α
Ψυχή δεν έχεις
Άλλο καταφύγιο
Στον κόσμο τούτο

Μονάχ’ αυτούς τους τοίχους
Αυτούς τους πέντε στίχους
β
Πέφτει το βράδι
Λουφάζουν στη μονιά τους
Όλα τ’ αγρίμια

Πάψε κι εσύ ψυχή μου
Τη σελήνη ν’ αλυχτάς
γ
Όσο κι αν τρέχει
Ο λαγός το βόλι τρέχει
Γρηγορότερα

Κανείς λαγός ωστόσο
Δεν το πίστεψε ακόμα
δ
Βόλι που φεύγει
Απ’ το όπλο δίχως στόχο
Τη βολή του χάνει

Αστόχαστα τελειώνει
Στην καρδιά του μηδενός
ε
Ίσια στα μάτια
Το θάνατο κοιτώντας
Τον ημέρεψα

Άτρομα το κεφάλι
Χώνω στα σαγόνια του
στ
Βολίδα ρίχνει
Ο βουτηχτής μετρώντας
Το κουράγιο του

Μαργαριτάρι λάμπει
Στον πυθμένα ο θάνατος
ζ
Θαμπέ καθρέφτη
Στο γυαλί σου φυλακίζεις
Τα είδωλά μας

Μες στα θολά νερά σου
Αμέτρητοι πνιγμένοι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τάνκα (短歌, «σύντομο ποίημα»), ονομάζεται μια πολύ παλιά μορφή ιαπωνικής ποίησης. Κάθε τάνκα ολοκληρώνεται σε μόλις 31 συλλαβές. Στην επίσημη μορφή τους, τα τάνκα απαρτίζονται από πέντε στίχους των 5, 7, 5, 7 και 7 συλλαβών. Είναι μεταγενέστερα των αρχαίων γουάκα και προγενέστερα των χαϊκού.

Κατά την Χεϊανή Ιαπωνική Περίοδο (平安時代) 794-1185 μ.Χ., τα τάνκα υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλή στους ανθρώπους του πνεύματος, άντρες και γυναίκες, και δήλωναν την πνευματική ανωτερότητα εκείνου που τα συνθέτει. Συνδυάζονταν με τη σχολαστική επιλογή χαρτιού και μελανιού, καθώς και μ’ ένα λουλούδι καρφιτσωμένο στο καλαίσθητο μπιλιέτο.

Σχετικά με το περιεχόμενό τους, τα τάνκα, αποτύπωναν, σχεδόν επιγραμματικά, το τέλος, την ολοκλήρωση δηλαδή ενός πράγματος, γεγονότος ή συναισθήματος. Άλλοτε μπορούσε να μιλούν για τον έρωτα ο οποίος παρήλθε οριστικά κι άλλοτε για τον έρωτα ο οποίος σφραγίστηκε με τα δεσμά του γάμου. Κάθε τι περατωμένο, ευχάριστα ή μη, βρίσκει τη θέση του μέσα σ’ ένα τάνκα.

Οι τρεις πρώτοι στίχοι (σε μετρική χαϊκού, 5-7-5), ονομάζονται στα ιαπωνικά, «καμί νο κου», «άνω ποίημα», ενώ οι επόμενοι δύο (7 και 7 συλλαβές), «σιμό νο κου», «κάτω ποίημα». Βασικό στοιχείο όλων των ιαπωνικών τάνκα είναι η ομορφιά της φύσης, όχι όμως αυτή καθαυτή, μα άρρηκτα συνδεδεμένη με την εσωτερική ψυχική κατάσταση του ποιητή τους.

Σήμερα, τα πιο παλιά και φημισμένα ιαπωνικά τάνκα, συγκεντρώθηκαν στην ολότητά τους από τους λαογράφους και μελετητές, κωδικοποιήθηκαν και βρίσκονται σε μια μεγάλη ανθολογία με τον τίτλο: «Μαν-γου-σου». («Δέκα-χιλιάδες-φύλλα»).

https://pyroessa-artemusica.blogspot.com/

Ποίηση


• Όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι είναι άθεοι.

• Σε ότι αφορά την ηθική, γνωρίζω μόνο ένα πράμα: είναι ηθικό εκείνο ύστερα από το οποίο νοιώθεις τον εαυτό σου καλύτερα και είναι ανήθικο, αν νοιώθεις χειρότερα.

• Η ευτυχία σε έξυπνους ανθρώπους είναι το πιο σπάνιο πράγμα που ξέρω.

• Μερικές φορές, ένας έξυπνος άνθρωπος αναγκάζεται να μεθύσει, για να περάσει την ώρα του με ηλίθιους.

• Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον είναι να τον εμπιστευτείς.

• Να γράφεις μεθυσμένος. Να διορθώνεις ξεμέθυστος.

• Ποτέ μην κάθεσαι σε τραπέζι όταν μπορείς να σταθείς στο μπαρ.

• Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τον εαυτό σου μετακινούμενος από το ένα μέρος στο άλλο.

• Πίνω για να κάνω τους άλλους ανθρώπους πιο ενδιαφέροντες.

• Η ζωή κάθε ανθρώπου, ειπωμένη αληθινά, είναι ένα μυθιστόρημα.

• Το πιο δύσκολο κομμάτι στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι να το τελειώσεις.

• Η δειλία είναι απλώς η έλλειψη της ικανότητας να αναστείλεις τη λειτουργία της φαντασίας.

• Ένας άντρας μπορεί να καταστραφεί αλλά όχι να ηττηθεί.

• Αλλά η ζωή δεν είναι δύσκολο να την κουμαντάρεις, όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις.

• Όλα τα καλά βιβλία έχουν κάτι κοινό: είναι πιο αληθινά απ’ ό,τι αν είχαν συμβεί πραγματικά.

• Μετά το γράψιμο μιας ιστορίας ήμουν πάντα άδειος και ταυτόχρονα λυπημένος και χαρούμενος, σαν να είχα κάνει έρωτα.

• Ο πατέρας μου ήταν ένας βαθιά ευαίσθητος άνθρωπος. Και όπως όλοι οι ευαίσθητοι άνθρωποι, ήταν επίσης πολύ σκληρός.

• Ποτέ μη μπερδεύεις την κίνηση με τη δράση.

• Αν είσαι αρκετά τυχερός για να έχεις ζήσει στο Παρίσι όταν ήσουν νέος, τότε όπου και να πάς την υπόλοιπη ζωή σου, μένει πάντα μαζί σου, γιατί το Παρίσι είναι μια κινητή γιορτή.

• Θυμήσου να βάλεις τον καιρό στα αναθεματισμένο το βιβλίο σου -ο καιρός είναι πολύ σημαντικός.

• Σε όλη μου τη ζωή κοίταζα τις λέξεις σαν να τις έβλεπα για πρώτη φορά.

• Ο πεζός λόγος είναι αρχιτεκτονική, δεν είναι εσωτερική διακόσμηση.

• Όλη η σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία προέρχεται από ένα βιβλίο του Μαρκ Τουαίν, το «Χώλκμπερυ Φιν».

• Σαν συγγραφέας, δεν πρέπει να επικρίνεις, πρέπει να κατανοείς.

• Ποτέ δε χρειάστηκε να διαλέξω ένα θέμα. Μάλλον τα θέματα διάλεγαν εμένα.

• Είμαστε όλοι μαθητευόμενοι σε μια τέχνη που κανένας ποτέ δεν γίνεται μάστορας.

• Μερικές φορές, το να ακολουθείς την καρδιά σου σημαίνει να χάνεις το μυαλό σου.

• Οι αγώνες αυτοκινήτων οι ταυρομαχίες και η ορειβασία είναι τα μόνα πραγματικά αθλήματα. Όλα τα άλλα είναι απλώς παιχνίδια.

• Οι κριτικοί είναι κάποιοι που παρακολουθούν μια μάχη από ένα απρόσιτο σημείο και μετά κατεβαίνουν κάτω και πυροβολούν τους επιζήσαντες.

• Πώς χρεοκόπησα; Με δύο τρόπους: Σταδιακά, και μετά απότομα.

Έρνεστ Χέμινγουεη, 1899-1961, Αμερικανός συγγραφέας, Νόμπελ 1954

O Χέμινγουεϊ ήταν από τους πιο σημαντικούς και τους πιο γνωστούς Αμερικανούς συγγραφείς του περασμένου αιώνα. Έργα του "Για ποιον χτυπά η καμπάνα", "Αποχαιρετισμός στα όπλα", "Ο Γέρος και η θάλασσα".

Πηγή: gnomikologikon.gr

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Ελπίζω μόνο να μη σ' ερωτευτώ
Γιατί όποτε ερωτεύομαι με πνίγει ο μαύρος πόνος
Ξεχύνεται η μουσική κι εσύ μπροστά στα μάτια μου

Γυμνώνεις την καρδιά σου
Τελείωσα την μπύρα μου κι ακούω
να φωνάζεις τ' όνομά μου
Κι ελπίζω μόνο να μη σ' ερωτευτώ.

Κόσμος παντού, το μαγαζί γεμάτο
Να σου προσφέρω άραγε τη διπλανή μου θέση;
Μα αν κάτσεις με τούτο τον γέρο παλιάτσο
σβησ' του απ' το πρόσωπο τη μάσκα αυτή της θλίψης,
Πριν φύγει η νύχτα και περάσει
νομίζω οι δυο μας θα τα έχουμε ταιριάξει
Κι ελπίζω μόνο να μη σ' ερωτευτώ.

Η νύχτα παίζει τα παιχνίδια της μες στο μυαλό ενός άντρα
Κείνα τα δονζουανικά αισθήματα που δεν καταλαβαίνεις
Γυρίζω πάλι να σε δω
που ανάβεις το τσιγάρο σου,
Να 'χα το θάρρος να σου έκανα τράκα ένα για μένα,
μα δεν σε έχω ξαναδεί
Κι ελπίζω μόνο να μη σ' ερωτευτώ.

Είσαι μόνη σου όπως είμαι κι εγώ
κι η ώρα είναι περασμένη, θα 'θελες κι εσύ λίγη παρέα,
Γυρίζω πάλι να σε δω
και συναντώ το βλέμμα σου που με κοιτάζει,
Ο τύπος που ήταν δίπλα σου σηκώθηκε και έφυγε,
η θέση του είναι κενή
Κι ελπίζω μόνο να μη μ’ ερωτευτείς.

Είν’ ώρα πια το μπαρ να κλείσει, η μουσική χαμήλωσε,
Τα τελευταία ποτά σερβίρονται, θα πιω μια μπύρα ακόμα.
Γυρίζω πάλι να σε δω,
μα δεν σε βλέπω πουθενά,
Και ψάχνω γύρω μου για τη χαμένη σου μορφή,
θα πιω λιγάκι ακόμα απ’ ό,τι φαίνεται
Και νομίζω πως μόλις σ’ ερωτεύτηκα.

Tom Waits | 7 Δεκεμβρίου 1949 | Ελπίζω Μόνο Να Μη Σ' Ερωτευτώ | μτφρ.: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Πηγή: MikroKaravi

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τραγουδιστής, μουσικός, τραγουδοποιός, ηθοποιός, με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή και το παρουσιαστικό αιώνιου έφηβου ή καταραμένου ποιητή των Μπίτνικς, αν τον ακούσεις να ερμηνεύει αποκλείεται να σου περάσει απαρατήρητος.

Ο Τόμας Άλαν Γουέιτς (Thomas Alan Waits) γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1949 και είναι Αμερικανός μουσικός, τραγουδοποιός, συνθέτης και ηθοποιός.
Έχοντας διαμορφώσει ένα αμιγώς προσωπικό ιδίωμα, αντλεί υλικό από ένα ευρύ φάσμα μουσικών ειδών, από τα μπλουζ, την γκόσπελ και την τζαζ μέχρι το μουσικό θέατρο και την οπερέτα, χωρίς να είναι δυνατό να καταταχθεί σαφώς σε μια συγκεκριμένη μουσική σκηνή. Το πολύπλευρο και αντικονφορμιστικό έργο του περιλαμβάνει επίσης συνθέσεις για το μουσικό θέατρο και τον κινηματογράφο, ενώ έχει ασχοληθεί με την ηθοποιία αναλαμβάνοντας κυρίως μικρούς ρόλους.
Η θεματολογία των τραγουδιών του κυριαρχείται από ατμοσφαιρικές περιγραφές περιθωριακών και γκροτέσκ χαρακτήρων, αλλόκοτες ιστορίες, αλλά και ρομαντικές αφηγήσεις δοσμένες συνήθως στη μορφή μιας συμβατικής μπαλάντας. Διακρίνεται για την ιδιόρρυθμη και ευέλικτη φωνή του. Έχει τιμηθεί με δύο βραβεία Γκράμι για τους δίσκους Bone Machine και Mule Variations. -Πληροφορίες από https://www.allyou.gr/.

Ποίηση

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της σύγχρονης εποχής που γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια, είναι γνωστό ότι έχει ξεπεράσει τα σύνορα της χώρας μας και αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς ποιητές παγκοσμίως!

Μάλιστα, όπως ανακάλυψε χρήστης του Twitter, στην πόλη Λάιντεν της Νότιας Ολλανδίας, ένα ποίημα του μεγάλου Κωνσταντίνου Καβάφη από την συλλογή «Κρυμμένα», είναι αναρτημένο σε τοίχο και μάλιστα στα ελληνικά.

Και φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που έργο Έλληνα ποιητή κοσμεί κτίριο εκτός Ελλάδας. Αυτό αποδεικνύει ότι πολλοί σημαντικοί Έλληνες της σύγχρονης εποχής έχουν ξεπεράσει τα σύνορα της χώρας μας και μας κάνει υπερήφανους!

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.

Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.

Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

_______________________

Πηγή: tilestwra.com

https://antikleidi.com/

Ποίηση

Σε φωνάζουν Ανθρωπάκο, Κοινό Άνθρωπο. Λένε πως χάραξε η εποχή σου, η «Εποχή του Κοινού Ανθρώπου».

Μα δεν είσαι συ που το λες, ανθρωπάκο. Το λένε εκείνοι, οι αντιπρόεδροι των μεγάλων εθνών, οι εργατοπατέρες, οι μετανιωμένοι γιοι των αστών, οι πολιτικοί και οι φιλόσοφοι. Σου προσφέρουν το μέλλον, μα δε ρωτούν για το παρελθόν σου.

Κι όμως, είσαι κληρονόμος ενός τρομερού παρελθόντος. Τούτη η κληρονομιά καίει στη χούφτα σου σα διαμάντι φλεγόμενο. Εγώ αυτό έχω να σου πω.

Ο γιατρός, ο τσαγκάρης, ο μηχανικός ή ο εκπαιδευτικός, για να προκόψουν στη δουλειά τους και να κερδίσουν το ψωμί τους, πρέπει να γνωρίζουν τις ελλείψεις τους. Εδώ και κάμποσες δεκαετίες παίρνεις παγκοσμίως τα ηνία στα χέρια σου. Το μέλλον της ανθρωπότητας θα εξαρτηθεί από τις σκέψεις και τις πράξεις σου. Όμως, οι δάσκαλοι κι οι αφέντες σου δε σου μιλάνε για τον τρόπο που σκέφτεσαι πραγματικά. Δε σου λένε ποιος είσαι στα αλήθεια. Κανένας δεν τολμά να σε φέρει αντιμέτωπο με τη μοναδική πραγματικότητα που έχει τη δύναμη να σε καταστήσει κύριο του πεπρωμένου σου. Είσαι «ελεύθερος» από μια άποψη μονάχα: ελεύθερος από την αυτοκριτική, που μπορεί να σε Βοηθήσει να κουμαντάρεις τη ζωή σου.

Δε σ’ άκουσα να παραπονιέσαι ποτέ: «Με εκθειάζετε σαν το μελλοντικό αφέντη του εαυτού μου και του κόσμου μου. Αλλά δε μου λέτε πώς γίνεται κανείς αφέντης του εαυτού του. Δε μου λέτε ποια είναι τα λάθη και τα ελαττώματά μου, πού σφάλλω στον τρόπο που σκέφτομαι και πράττω».

Επιτρέπεις στους ισχυρούς να απαιτούν τη δύναμη εν ονόματι «του ανθρωπάκου». Όμως, εσύ ο ίδιος παραμένεις βουβός. Ενισχύεις τους ισχυρούς με περισσότερη δύναμη. Επιλέγεις για εκπροσώπους ανθρώπους αδύναμους και κακοήθεις. Τελικά διαπιστώνεις πάντα, πολύ αργά, πως σ’ έπιασαν κορόιδο.

Σε καταλαβαίνω! Κι ετούτο επειδή αντίκρισα αμέτρητες φορές γυμνό το κορμί και την ψυχή σου. Σε είδα δίχως τη μάσκα σου, την κομματική σου ταυτότητα ή την εθνική σου υπερηφάνεια. Γυμνό σα νεογέννητο, γυμνό σα στρατάρχη ξεβράκωτο. Σ’ άκουσα να κλαις και να οδύρεσαι. Μου μίλησες για τα προβλήματά σου, τις αγάπες και τους πόθους σου. Σε ξέρω και σε καταλαβαίνω. Και θα σου πω τι είσαι, ανθρωπάκο, επειδή πιστεύω πραγματικά στο τρανό σου μέλλον. Μα επειδή το μέλλον σού ανήκει, αναμφίβολα σου ανήκει, ρίξε μια ματιά στον εαυτό σου. Κοίτα τον όπως είναι πραγματικά. Άκου αυτό που κανένας από τους ηγέτες και τους αντιπροσώπους σου δεν τολμά να σου πει:

Είσαι «άνθρωπος μικρός, κοινός». Συλλογίσου τη διπλή έννοια που έχουν τούτες οι λέξεις, «μικρός» και «κοινός»…

Μην το βάζεις στα πόδια! Βρες το κουράγιο να αντικρίσεις τον εαυτό σου!

«Με ποιο δικαίωμα μου κάνεις κήρυγμα;» Βλέπω την ερώτηση στο τρομαγμένο βλέμμα σου. Σ’ ακούω να την ξεστομίζεις όλο αυθάδεια. Φοβάσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου, ανθρωπάκο. Φοβάσαι την κριτική, όσο και τη δύναμη που σου υποσχέθηκαν. Αλήθεια, πώς σκέφτεσαι να χρησιμοποιήσεις τη δύναμή σου; Δεν ξέρεις. Φοβάσαι και να σκεφτείς ακόμη πως μπορεί κάποια μέρα να ’σαι διαφορετικός: ελεύθερος αντί φοβισμένος, ειλικρινής αντί ραδιούργος, να χαίρεσαι τον έρωτα, όχι σαν τον κλέφτη μες στη νύκτα, αλλά ανοικτά, στο φως του ήλιου. Απεχθάνεσαι τον εαυτό σου, ανθρωπάκο. Αναρωτιέσαι, «Ποιος είμαι εγώ που θα ’χω άποψη, θα κουμαντάρω τη ζωή μου και θα αποκαλώ ολάκερη την οικουμένη δική μου;» Δίκιο έχεις. Ποιος είσαι εσύ που θα διεκδικήσεις τη ζωή σου; Ε, λοιπόν, θα σου πω ποιος είσαι.

Διαφέρεις από τον ισχυρό σε τούτο μόνο, ο ισχυρός υπήρξε κάποτε ένας πολύ μικρός ανθρωπάκος, αλλά ανέπτυξε μια σημαντική ικανότητα. Αναγνώρισε την ποταπότητα και την ανεπάρκεια των σκέψεων και των πράξεών του. Κάτω από την πίεση κάποιου έργου που θεώρησε σημαντικό, έμαθε να διακρίνει ότι η μικρότητα κι η ευτέλειά του απειλούσαν την ευτυχία του. Με άλλα λόγια ο ισχυρός γνωρίζει πότε και σε τι είναι ανθρωπάκος. Ο ανθρωπάκος, όμως, δε γνωρίζει ότι είναι ποταπός και φοβάται να το μάθει. Κρύβει την ποταπότητα και την ανεπάρκειά του πίσω από αυταπάτες δύναμης και μεγαλείου, τη δύναμη και του μεγαλείου κάποιου άλλου. Είναι περήφανος για τους μεγάλους στρατηγούς του, αλλά όχι για τον εαυτό του. Θαυμάζει την ιδέα που δεν είχε κι όχι εκείνη που είχε. Όσο λιγότερο καταλαβαίνει κάτι, τόσο περισσότερο πιστεύει σ’ αυτό. Κι όσο καλύτερα αντιλαμβάνεται μια ιδέα, τόσο η πίστη του σ’ αυτήν κλονίζεται.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.