Ιανουαρίου 17, 2019

Ποίηση

Γράφει η Μίκα Καππάτου

Μια φορά και ένα καιρό, ήσουν εσύ και εγώ
Ζούσαμε ήρεμα στο σπίτι το μικρούλι πάνω στο λόφο...Άλλοτε μας άρεσε και άλλοτε θέλαμε να φύγουμε γιατί πιστεύαμε οτι τα όνειρα μας θαβόταν στις πλαγές του βουνού, του κοντινού ουρανού
Ήρεμα..
Η αγάπη μας ήταν δύναμη για τη δύσκολη ζωή της εποχής..Ζωή χαρούμενη, κοινή και όμορφη..
Μα Ξάφνου έγινες θάνατος,  ο θάνατος του ονείρου μου..

Μια φορά και ένα καιρό δεν ήταν κανείς..... ούτε εσύ, ούτε εγώ
Χαθήκαμε...χορός ενός παράξενου θανάτου
Ορκίστηκες στο φως του ήλιου, της καρδιάς και της ψυχής
Μα ο τροχός της προδοσίας λύγισε στη κάμαρη και το ποτάμι του πόνου και της θλίψης πλημμύρισε το σπιτικό....
Χάθηκαν όλα πάνω στη κορυφή του λόφου με γκρίζα σύννεφα - σταγόνες - δάκρυα της μοίρας..

Ήταν μια φορά κι ένα καιρό εσύ και εγώ
Ήταν μια φορά κι ένα καιρό εγώ και εσύ
Ποτέ δεν γίναμε εμείς, ταξίδι και αθωότητα, ξεφάντωμα ζωή
Ξοδεύτηκε η αγάπη, μέλι και μνήμη σε ρυθμό γρήγορο και πεθαίνωντας......  μοίρασα θαραλλέα τις ασημένιες αγκαλιές, το λιγοστό
εδώ εθάφτηκαν μετάξια της ψυχής σε μια γη που τρέμει

 

Μίκα Καππάτου
ForWoman.gr

Ποίηση

Γράφει η Μίκα Καππάτου

Είναι αυτό το ΜΟΝΑΔΙΚΟ που λες, Μον - άδικο
Νοσταλγικοί έρωτες που ταλαιπωρούνται στο μισοσκόταδο της ψυχής
Λένε αντίο όπως πέρισυ..
Μα αυτή η γεύση του φιλιού σου
κλέβει κάτι από τον αγέρα της θάλασσας..

Περαστικοί άνθρωποι φυλακισμένοι
στους δρόμους της μοναξιάς..
Επικίνδυνα, ατέλειωτα ταξίδια
στη φουρτούνα της προδοσίας

Με κυκλώνει το βλέμμα σου
Μα σε δικαιολογώ που ΄χει μια θλίψη,
Σημαδεύει τη ζωή - φοβάμαι, ζωή μου
ΜΟΝΑΔΙΚΟ, ΜΟΝ - άδικο
απαρηγόρητα σε χαιρετώ
στου φθινοπώρου την αυγή

Στέκομαι πλάι σου
με χτυπά το κύμα της καρδιάς σου
Πληγή του έρωτα εχτές
άνθος της φυλακής
που φύτρωσε στη πόρτα της διαδρομής

Πες μου μια καληνύχτα
τουλάχιστον αυτή , γράψε τους χτύπους της καρδιάς στη πέτρα να μην χαθούν, να μην παλιώσουν
κι΄ύστερα φύγε, φύγε στο όνειρο της ερημιάς
απαρηγόρητα σε χαιρετώ και πονώ....

(Απόσπασμα)

Μίκα Καππάτου

ForWoman.gr

Ποίηση

Δίπλα η άμορφη απεραντοσύνη του σύμπαντος.
Πως θα σκεφτόμουν,
πώς θα 'παιρνα έστω και μιαν ανάσα,
πώς θα μιλούσα,
αν απο μόνος μου δεν μπορούσα
να ριχτώ σ'αυτό το απέραντο σύμπαν;
Ζαρώνω στη σκέψη του θεού,
στη σκέψη της φύσης
και των θαυμάτων της,
στη σκέψη του Χώρου
και του χρόνου
και του θανάτου,
μα εγώ γυρίζω και σε φωνάζω,
Θεέ μου
αληθινό μου Είναι,
Εσύ ζευγαρώνεις με το Χρόνο
χαμογελάς χαρούμενα στο Θάνατο
γεμίζεις και πλημμυρίζεις
την απεραντοσύνη του Χώρου.

Γουόλτ Γουίτμαν
ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ (1819-1892)

Ποίηση

Σα να 'τανε φτιαγμένος για το κέφι σου ο κόσμος ζήσε,
λες και τον χουνε ξομπλιάσει για την αφεντιά σου μόνο.
Μα μην το λησμονάς πώς δεν εισ' άλλο από μια χούφτα χιόνι
στην αμμουδιά στρωμένο μια δύο μέρες, που θα λιώσει.
.
Σύννεφο τις κακοκεφιάς να μην αφήνεις να σε σκιάζει
κι ας μη χαθούν οι μέρες σου σ' αναίτιας λύπης την ομίχλη.
Μην απαρνιέσαι το λιβάδι, το φιλί, το ερωτικό τραγούδι
μέχρι με τον πηλό να ζυμωθεί, μια μέρα, ο πηλός σου..Έσφιξ' αχόρταγα τα χείλια μου ρωτώντας το ποτήρι
μη θα μπορούσα τάχα να γυρέψω τ' άγουρά μου χρόνια.
Και κείνο μουρμουρίζει σφίγγοντας τα χείλια στα δικά μου:
«Πιες άλλη μια γουλιά. Δέν έχει γυρισμό αυτός ο δρόμος».
.Αυτός ο θόλος, π' όλοι ζούμε κάτωθέ του ζαλισμένοι,
είναι του Αλλάχ το μαγικό το θέατρο σκιών, ας πούμε.
Λυχνάρι του ο ήλιος και πλατύ λευκό πανί του ο κόσμος
κι αμέτρητες φιγούρες πίσω του σκοτεινές, που παραδέρνουν.
. Τη μέρα την αυριανή, φωνή καμιά δε σου την τάζει.
Γι' αυτό φεγγάρι μου θνητό με την ψυχή σου γλέντα,
αδειάζοντας στη φωτοφεγγαριά.
Μπορεί ένα μεσονύχτι

επιλεγμένα Ρουμπαγιάτ

Ποίηση

Γράφει Μίκα Καππάτου

Μ΄αρέσει η ιδέα σου...
Ναι, πριν μας προλάβει τούτη δω η εποχή, πριν έλθει το φθινόπωρο να θυμηθείς να κοιμηθούμε ένα βράδυ στην θάλασσα, στην αμμουδιά - θυμάσαι; Όπως τότε που ήμασταν παιδιά λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία....
Θυμήσου να πάρουμε τη κιθάρα και όπως κοιτάμε τον ουρανό να σιγοτραγουδάμε, παρέα με τα όνειρα, το αγαπημένο μας τραγούδι
Λίγο πριν φθινοπωριάσει....
Μη με ρωτάς γιατί;;; Δεν υπάρχει γιατί στις μικρές στιγμές της ζωής....
Το γλυκό αεράκι να μας χτυπά απαλά, να χαιδεύει το δέρμα, τα μάτια, το πρόσωπο, το σώμα, τη ψυχή...
Μη με ρωτάς γιατί, θα μείνουμε στη στιγμή να απολαύσουμε τα άστρα, τον ουρανό, το σύμπαν λίγο πριν το φθινόπωρο
Να θυμηθείς να απολαύσουμε το φως μες στο σκοτάδι της θάλασσας...

Θυμάσαι; Όπως τότε που ήμασταν παιδιά
Όχι, μη το πεις σε κανέναν, και αν καποια στιγμή πυκνώσουν τα σύννεφα και ρίξει βροχή θα μπούμε στη θάλασσα να προστατευτούμε και ας βρέχεται το πρόσωπο, να μας μεθύσει η δυνατή μπόρα..
Τότε ξέρεις;;

Να θυμηθείς να ανοίξεις την αγκαλιά σου σαν πουλί που πετά βαρετά και συνηθισμένα στον ουρανό της νύχτας, να κουρνιάσω, να ζεσταθώ, να γίνει το βάλσαμο μου...
Ναι, πριν μας προλάβει το φθινόπωρο να θυμηθείς να κοιμηθούμε ένα βράδυ στην αμμουδιά.

Aπόσπασμα - Φθινοπωρινά

Μίκα Καππάτου
ForWoman.gr

Ποίηση

Γράφει η Μίκα Καππάτου
- 1 -
Κόσμος μεγάλος
κοντά σου να σκύβει
 νεκρή αγάπη
- 2 -
Μαύρο χιόνι τριγύρω
 παντού σκεπάζει
περσινός νους
- 3-
Αβάσταχτος ουρανός
υποψία έρωτα
μετάξια ψεύτικα
- 4 -
γλιστρά το φεγγάρι
γέρνει κουρασμένα
σαν γιασεμί 
- 5 -
Μαντάτο του αέρα
φθάνει στα αστέρια
αθώα, άτολμα
- 6 -
ονειροπερπατώντας
θαρρώ βιάζεται
φιλί στεγνό
- 7 -
Μοναξιά αδέσποτη
γυροφέρνει
σκέψη, αλλόκοτη
- 8 -
Ξημερώνει φθινόπωρο
στα σύννεφα πάνω
θλιμμένη ματιά
- 9 -
Γλάροι περπατούν
σε μπλε κοχύλια
αναστάτωση

 

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Γράφει

Μίκα Καππάτου - forwoman.gr

Ποίηση

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

Ποίηση

Έρωτας (Τάσος Λειβαδίτης)
Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν απ’ τον εαυτό τους,
δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε
σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι,
βγάλανε μια κραυγή
σα ναυαγοί, που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα,
κάπου μακριά.

Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους σα δυο μεγάλα ψαροκόκαλα
ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού

Τάσος Λειβαδίτης, Έρωτας (απόσπασμα)

Ποίηση

Από Μίκα Καππάτου

Εσύ με κάλεσες, να μιλήσουμε. Εγώ στο είπα προχθές για άλλη μια φορά, τελειώσαμε για πάντα και παντοτεινά.
Να μιλήσουμε, έτσι για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, ίσως μια τελευταία προσπάθεια όπως είπες
Γιατί προσπάθεια;
Τι να πρσπαθήσουμε;
Ένα σχοινί στο λαιμό μου ήσουν όλα αυτά τα χρόνια που πότε το άφηνες χαλαρό για να ανασαίνω και να ζω, και πότε το έκλεινες σφιχτά γύρω μου  για να σβήνεις τη ζωή μου να μην σαλεύω καν...
Μιλάς για λάθη, σφάλματα για πεπρωμένο που δεν φοβάται 
Όλα ήταν ψέματα
Έγιναν όλα μια θάλασσα φουρτιουνιασμένη, μπερδεμένη, θολή σκοτεινή.
Ποτέ δεν θα σ΄αφήσω μου έλεγες, και γω σε πίστευα, σε άκουγα, σε έπινα, χανόμουνα στο βήμα σου
Σε λίγο ξημερώνει, μείνε λίγο στην αγκαλιά μου, στα μάτια μου, στη ζωή μου
Τι να προσπαθήσουμε; Ήθελα να φύγω μακρυά
Όλα ήταν ψέματα
Σε θέλω, η αγάπη μας θα είναι αιώνια, αγάπα με πέρα από τα όρια του θεού, σ΄αγαπώ πέρα από τους αέρηδες, μα πως;
Όλα ήταν ψέμματα
Ξεεψυχώ στη ψυχή σου, ψυχή, στη ψυχή μου. Έπαιξες, ήμουν ακίνητη στους δικούς σου ερωτικούς χάρτες, σκιές που τρυπώνουν στο μυαλό μου, δεν ωφελεί
Τι να προσπαθήσουμε;
Όλα ήταν ψέματα
Παγωνιά, ένιωθα παγωνιά, ζητιάνευα την αγάπη σου και μου ΄δινες το λίγο, και περίμενα σιωπηλά κολημένη σε μια ξέρα..το λίγο 
Ποτέ δεν θα σ΄αφήσω και εγω σε πίστευα, και πέρασαν τα χρόνια, πέντε...Ξέρεις τι σημαίνει πέντε χρόνια, μέρες, ώρες, στιγμές, στείρα γη, κόλαση γεμάτη ξερούς και άχρωμους ανθούς
Ζητούσα λίγο από τον ουρανό σου και μου ΄δινες ένα μικρό σύννεφο..το πιο μικρό το πιο αδύναμο. Πόση αγωνία, καρφιά που συνεχώς έμπηγες μέσα μου
Ύστερα μου ΄λεγες κοιμήσου κοντά μου, στην αγκαλιά μου και ήθελα να σε πιστεύω και έγερνα στη τεράστια φυλακής φωλιά σου
Τι να προσπαθήσουμε;
Όλα ήταν ψέματα, ένα τελευταίο σ, αγαπώ θα σου πω σήμερα λες
Το τελευταίο σ, αγαπώ
Πέταξα, με τα δικά μου φτερά αυτά που με έκανες και βοήθησες να φτιάξω
Φτερά δύναμης.
Δεν σε πιστεύω πια, ότι κι αν πεις
Δεν χρειάζομαι τα λόγια σου, τις πράξεις, τα όνειρα, τις υποσχέσεις, την αγκαλιά σου.
Φύλαγα καραούλι για να σε δω, μπερδευόμουν , κάθε τόσο, σε έψαχνα, δεν σ΄αγαπώ 
Τι να προσπαθήσουμε;
Όλα ήταν ψέματα
Φεύγω παρέα με μένα και χάνομαι στους δικούς μου δρόμους βολτάροντας βιαστικά γιατί ξέρεις, η ζωή δεν μπορεί να περιμένει
Κουράστηκα φίλε να ακουμπώ στις πλάτες σου, στην άστεγη ανηφόρα σου. 
Βαρέθηκα πια, η αγάπη πάει αλλού όσο και να σπαράζεις ψυχή, ψυχή μου.
Δραπέτευσε - δραπέτευσα και το σώψυχο μου πήρε μπρος, η πιο μεγάλη μου κατάκτηση ως τώρα, το πιο μεγάλο μου ταξίδι, τ΄ακούς;
Φύσηξε άνεμος και πήγα αλλού!
Συγχώρά με που δεν άντεξα να κολυμπώ στη άδεια θάλασσα
Συγχώρά με που δεν ακολούθησα τα γκρίζα όνειρα, τους σκοτεινούς σου φάρους, ακόμα περιμένω να φανερωθούν καμπύλες αδέσποτων δρόμων για να διαβούμε - Όχι δεν μου λείπεις, πόσο να προσπαθήσουμε;

 

(Απόσπασμα από Τη Συλλογή - Γιγάντια Γη  2004)

Γράφει η Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Γράφει η ΜίΚα Καππάτου

Δεν το χωράει ο νους μου....Σάββατο βράδυ και εγώ μέσα κλεισμένη στη σοφίτα να κλείνω βαλίτσες....
Τελειώνει η άδεια και με πιάνει μια θίψη, κάτι σαν στενοχώρια...
Μετά ψύχραιμα ξανακοιτώ τον κατάλογο με τις δουλειές και τα πράγματα που πρέπει να κουβαλήσω....Προσέχω μήπως μου ξεφύγει ΚΑΤΙ...
Σιγά μη ξεχάσω Κάτι....Γατόνι η Νησιώτισσα.....

Κάτι; σαν τι δηλαδή;
Κουράστηκα, κοιτώ το ρολόι και βλέπω 11 βράδυ...ή όπως λέει η Άλεξ 23.00
Τι άλλο έχω να κάνω...Α ναι, οι φορτιστές και οι άσπρες πέτρες που μάζεψα από τη παραλία του Λουρδά εκείνες τις αυγουλερές.

Να μην ξεχάσω το μέλι που μου έδωσαν στο χωριό που πήγα τις προάλλες. Ντόπιο, χρυσοκίτρινο  - χρυσοπορτοκαλί αρωματικό, μικτό ανθέων με θυμάρι του βουνού, του "Μεγάλου ΒουΝού"
Θα το γεύομαι το χειμώνα με τις ιώσεις και θα σκέφτομαι καλοκαίρι στο νησί..
Όχι πράγματι βοηθάει το λαιμό!
Τι έχουμε λοιπόν;
Ναι, μαύρα σύννεφα η σκέψη μου, θολό το σκηνικό.....Διακοπές τέλος...Πάλι δουλειά..
Ύστερα, σκέφτομαι πως σαν και μένα πολλοί και πολλές....Στρατιές και πλήθος....
Όλοι ζούμε κάτι τέτοιο στο τέλος των διακοπών μας..Η στιγμή που κλείνει Η βαλίτσα και παίρνεις το δρόμο της επιστροφής άλλο πράμα, δύσπεπτο...

Ξανά στη πόλη και στη δράση...Η ανατροπή του χαλαρού.
Πρωινό ξύπνημα, πρωινό - πρόγευμα - πρόγραμμα και ρουτίνα.

Μα που πήγε το ημερολόγιο μου;;; Η επόμενη αργία; Αντέχω μέχρι τότε;..
Ότι έγινε έγινε.

Και κάπως έτσι η βαλίτσα κλείδωσε και η νύχτα προχώρησε..
Όμως έχει και τα καλά του αυτό το τέλος...
Μια νέα σεζόν, σχέδια, όνειρα, στόχοι..
Όχι δεν θα τα βάψω μαύρα βρε αδελφέ, Όχι!

Τα Xριστούγεννα πλησιάζουν, θα κλείσω τα μάτια και θα σκεφτώ δια - κοπές, σκι στις χιονισμένες πλαγιές του βουνού ή το απέραντο γαλάζιο μου, το χαμένο βλέμμα καρφωμένο στη γραμμή που χωρίζει τα μπλε της θάλασσας και του ουρανού.
Λοιπόν κορίτσια μου, από Δευτέρα ξεκινάμε δουλειά και έχουμε και λέμε... αποτοξίνωση, γυμναστήριο, οπωσδήποτε ραντεβού στην αισθητικό μας για καθαρισμό προσώπου - ίσως και την μάσκα φρούτων που μας είχε προτείνει την άνοιξη, κομμωτήριο για ενυδάτωση τρίχας και ας κλείσουμε και εκείνα τα εισιτήρια που λέγαμε στο ιστορικό ΠΑΛΛΑΣ της οδού Βουκουρεστίου για να δούμε τις εμβληματικές "Μάγισσες της Σμύρνης" από τον Σταμάτη Φασουλή.

Ε; Τι λέτε;

Ωραία ακούγονται τα σχέδια μα οι σκέψεις μου σιγά σιγά με αφήνουν, λιγοστεύουν...ήδη μεσάνυχτα περασμένα.
Έχω ταξίδι το πρωί, να κοιμηθώ ακούγοντας τον φιλαράκο γρύλο μου τον πεδινό!

Τι Ευτυχία!
Νομίζω πως Η Ζωή Είναι Όμορφη - Πανέμορφη και προπαντός οι Στιγμές της, μα Λίγη και μικρή.

Γι αυτό να ζω - ζείτε και το μόνο που χρειάζεται είναι αγάπη - άντε και λίγο μέλι απ΄το βουνό!

 

ΜίKα Καππάτου - forwoman.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή