Οκτωβρίου 02, 2022

Ποίηση

«Κι εγώ τώρα κάθουμαι σε πολυκατοικία. Έχω ένα εσωτερικό δυάρι στον τρίτο όροφο. Εσωτερικά τα λένε τώρα τα διαμερίσματα που δε βλέπουν στο δρόμο αλλά στην αυλή. Μα και η αυλή πια δε λέγεται αυλή αλλά ακάλυπτος χώρος.

Στις περισσότερες απ’ αυτές τις πολυκατοικίες, που χτίζονται η μια ύστερα απ’ την άλλη, σπάνια θα δεις παράθυρο. Είναι όλο μπαλκονόπορτες και βγαίνουν σ’ ένα μπαλκόνι που ζώνει την πολυκατοικία ένα γύρο και θυμίζει κατάστρωμα βαποριού. Έτσι λοιπόν, μπαλκονόπορτα και κάμαρα, και η κάθε κάμαρα μοιάζει διάδρομος. Πώς επιπλώνεται, πώς κατοικείται αυτός ο χώρος, δεν έχεις ανάγκη να το σκεφτείς εσύ. Το αποφάσισε προκαταβολικά ο αρχιτέκτονας. Σου έβαλε την πρίζα για την τηλεόραση εκεί που πρέπει να την τοποθετήσεις, σου έβαλε τις απλίκες εκεί που θα μπει το «καθιστικό», δηλαδή ο καναπές, το χαμηλό τραπέζι και οι δυο τεράστιες πολυθρόνες της μόδας.

Δεν υπάρχει κατάλληλη γωνιά για να εγκαταστήσει η νοικοκυρά την «κόχη» της. Εκεί που θα κουρνιάσει να πιει το καφεδάκι της, να πάρει τη γάτα στην αγκαλιά της, και να αφουγκραστεί την ανάσα του σπιτιού της. Ίσως γι’ αυτό η σημερινή γυναίκα δεν αγαπά το σπίτι της. Ξένο πράμα. Όλα τυποποιημένα, όλα προμελετημένα. Η απόσταση που μπορείς να απλώσεις το πόδι σου και το χέρι σου. Πόσο πρέπει να σκύψεις το κεφάλι σου όταν σηκώνεσαι όρθιος μέσα στην μπανιέρα, έτσι που να μην κουτουλήσεις στο σώμα του καλοριφέρ που κρέμεται στον τοίχο.
Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν και οι άνθρωποι. Μέσα στις πολυκατοικίες οι άνθρωποι γίνανε αγγλοπρεπείς. Βλέπεις κάποιον στη σκάλα ή στο ασανσέρ και δε σε χαιρετά. Στέκεται μπροστά σου σαν κολόνα πάγου, φοβάσαι να τον χαιρετήσεις κι εσύ. Δεν ξέρεις καλά καλά συγκάτοικος είναι ή ξένος. Έχασαν οι Ρωμιοί τη ρωμιοσύνη τους.
Τα μούτρα των συγκατοίκων μου ας μην τα ξέρω. Ξέρω όμως τη φωνή τους, το βήχα τους. Ξέρω της διπλανής μου τον αναστεναγμό και το βογκητό. Βογκά τα βράδια όταν πέφτει στο κρεβάτι της, βογκά και τη νύχτα. Φαίνεται πως έχει άλατα στις κλειδώσεις της και πονεί. Κάθε πρωί στις έξι ακούω το ξυπνητήρι της. Όλα αυτά ακούονται γιατί το κρεβάτι της είναι δίπλα στο δικό μου και μας χωρίζει ένας τοίχος.
Από το λουτροκαμπινέ συνορεύω με το διαμέρισμα που η πόρτα του είναι απέναντι στην πόρτα του δικού μου διαμερίσματος.
Εκεί πάλι ακούς σπαραχτικές φωνές παιδιού. Κάθε πρωί η μητέρα του προσπαθεί να το ντύσει, εκείνο, αγουροξυπνημένο, αμύνεται, και φαίνεται πως το δέρνει.
– Κυρία μου, φωνάζω εγώ από το παράθυρο του μπάνιου, αφήστε το παιδί να ηρεμήσει. Είναι σε ηλικία που πρέπει να μάθει να ντύνεται μόνο του.
– Τι λες, κυρά μου; φωνάζει έξαλλη από μέσα η μητέρα. Εγώ πρέπει στις οχτώ να είμαι στη δουλειά μου. Ήρθε και το αυτοκίνητο του σχολείου να την πάρει, δεν το ακούτε στο δρόμο που κορνάρει;
Πραγματικά, από το δρόμο ακούγεται το μπικ-μπικ του αυτοκινήτου. Δε μίλησα. Ήξερα από την Παναγιώτα την καθαρίστρια πως η μητέρα και ο πατέρας ήταν τραπεζικοί υπάλληλοι.
Λίγες ώρες ησυχία, και το μεσημέρι πάλι φωνές παιδιού. Το αυτοκίνητο του σχολείου έφτασε, όμως η μητέρα άργησε, και ο σωφέρ δεν μπορεί ν’ αφήσει το παιδί στο πεζοδρόμιο. Το παίρνει μαζί του και ξεκινά. Το παιδί από μέσα ωρύεται.
Για κανένα μήνα ησύχασα όταν το αντρόγυνο πήρε την άδειά του την καλοκαιρινή. Ξεκίνησαν οι δυο με τ’ αυτοκίνητό τους για το εξωτερικό και το κοριτσάκι το άφησαν στη γιαγιά του που έμενε στο Χαϊδάρι. Μια μέρα, από τις φωνές του παιδιού και της μητέρας, κατάλαβα πως η άδεια τελείωσε. Γύρισαν πίσω. Ακούω ένα βράδυ σπαραχτικές φωνές παιδιού, φωνές πόνου.
– Φά’ το! φά’ το είπα! Δεν το τρως;
Σε λίγο η σπαραχτική φωνή πάλι.
– Άνοιξε το στόμα σου! Θα σε μπατσίσω!
Και πάλι η φωνή.
Δε βάσταξα. Πετιέμαι έξω, μ’ αρπάζει η Νέλλη, με τραβοκοπά.
– Πού πας;
– Πάω να πιάσω την πόρτα τους με τις κλοτσιές. Άσε με.
– Τρελάθηκες;
Ναι, πραγματικά τρελάθηκα. Σκέφτομαι σε ποιον ν’ αποταθώ. Στην Αστυνομία; Σε κανένα σύλλογο; Φωνάζω την Παναγιώτα και τη ρωτώ τι συμβαίνει.
– Το παιδάκι από τον καιρό που γύρισαν πίσω δεν τρώει τίποτα. Έγινε πετσί και κόκαλο. Το κακόμαθε η γιαγιά του φαίνεται.
Οι Γάλλοι λένε: Les enfants, quand ils sont petits, ils nous aiment. Quand ils grandissent, ils nous jugent, et parfois ils nous pardonnent. Τα παιδιά, όταν είναι μικρά μας αγαπάνε, όταν μεγαλώνουν μας κρίνουνε, και καμιά φορά μάς συγχωρούνε.

Αυτή η μικρούλα, φαίνεται, μεγάλωσε πριν από την ώρα της, έκρινε τη μητέρα της και δεν τη συγχώρεσε ούτε για το ξύλο ούτε για την εγκατάλειψη. Την εκδικείται, πώς αλλιώς μπορεί να την εκδικηθεί. Έχουν την αξιοπρέπειά τους και τα παιδιά.

Η ζωή μου μέσα σ’ αυτή την πολυκατοικία είχε καταντήσει αφόρητη. Ευτυχώς όμως η οικογένεια αγόρασε δικό της διαμέρισμα και μετακόμισε. Το διαμέρισμα ξανανοικιάστηκε πολύ γρήγορα. Το έπιασε ένας εργένης και ησυχάσαμε.

***

Απόσπασμα από τον πρόλογο του μυθιστορήματος της Μαρίας Ιορδανίδου, «Η αυλή μας», «Βιβλιοπωλείον της Εστίας».

***

Σε ηλικία 65 χρονών έκανε την πρώτη της εμφάνιση στη λογοτεχνία

Η Μαρία Κριεζή – Ιορδανίδου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897. Ήταν κόρη του Υδραίου Νικόλα Κριεζή, μηχανικού του εμπορικού ναυτικού και της Πολίτισσας Ευφροσύνης Μάγκου.
Έμεινε για 8 χρόνια στον Πειραιά για να επιστρέψει πάλι στην Κωνσταντινούπολη όπου και φοίτησε στο Αμερικανικό Κολέγιο. Το 1914 βρέθηκε στο Βατούμ της τότε Ρωσικής Αυτοκρατορίας καλεσμένη από ένα θείο της για διακοπές, αλλά αποκλείστηκε εκεί με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την Οκτωβριανή Επανάσταση στη συνέχεια. Έμεινε πέντε χρόνια εκεί και σ’ αυτό το διάστημα φοίτησε στο Γυμνάσιο της Σεβαστουπόλεως.
Το 1919 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εργάστηκε σε αμερικανική εμπορική εταιρεία. Το 1920 πήρε μετάθεση για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους, έγινε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος Αιγύπτου και το 1923 παντρεύτηκε τον εκπαιδευτικό Ιορδάνη Ιορδανίδη, καθηγητή στο «Βικτόρια Κόλετζ».
Μετά το γάμο της εγκαταστάθηκε με το σύζυγο και τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1931 χώρισε από τον Ιορδανίδη, με τον οποίο είχε εν τω μεταξύ αποκτήσει δύο παιδιά.
Το 1939 απολύθηκε από την πρεσβεία και ξανάρχισε να ασχολείται με τα μαθήματα ξένων γλωσσών.
Της χρειάστηκαν 10 χρόνια (1928–1938) και πολύς κόπος για να χτίσει στο Ελληνικό το δικό της σπίτι, που τόσο αγάπησε. Αυτό το σπίτι κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής καταστράφηκε ενώ η ίδια διώχτηκε και κλείστηκε σε διάφορα στρατόπεδα.
Εξαιτίας των συνθηκών της ζωής της η Ιορδανίδου απέκτησε μεγάλη γλωσσομάθεια και εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος. Έγινε γνωστή στο λογοτεχνικό χώρο με το έργο «Λωξάντρα», που έγραψε σε ηλικία 65 χρονών, το 1962, και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις.
Η Λωξάντρα περιγράφει με μεγάλη ζωντάνια και χιούμορ τα έθιμα και τη ζωή των Ελλήνων της Πόλης και βασίζεται στις αναμνήσεις της Ιορδανίδου πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ουσιαστικά η ιστορία της γιαγιάς της.

Τη ζωή της στη Ρωσία περιγράφει η Ιορδανίδου στο βιβλίο της «Διακοπές στον Καύκασο» (1965), ενώ στο «Σαν τα τρελά πουλιά» (1978) μιλά για τα χρόνια στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα κατά το Μεσοπόλεμο. Τελευταία της έργα είναι: «Στου κύκλου τα γυρίσματα» (1979) και «Η αυλή μας» (1981).

Σε ηλικία 92 ετών «άλλαξε αυλή» τη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου του 1989. https://www.catisart.gr/

Ποίηση

O Σουφί μυστικιστής Τζελαλεντίν Ρουμί μας λέει στο ονομαστό ποίημά του, “Ο Ξενώνας”, πως κράτηση στον ξενώνα μας μπορεί να κάνουν απρόσμενοι επισκέπτες, όπως είναι η κατάθλιψη, η θλίψη και η κακία των άλλων, αλλά εμείς πρέπει να τις καλωσορίζουμε, να είμαστε δεκτικοί και να τις φιλοξενούμε ευχάριστα μέσα μας.

Οι Πέρσες μουσουλμάνοι μυστικιστές του 13ου αιώνα που ασχολήθηκαν με την ερωτική ποίηση παρακινούνταν από μια συνειδητή έλξη και από το έντονο πάθος, ίδιο με αυτό που αισθάνεται ένας εραστής, της εκστατικής κατάδυσης στο θείο. Ο Ρουμί ήταν ένας φωτισμένος εραστής, ένας αληθινός άνθρωπος. Η ερωτική του ποίηση έχει ως στόχο να απογυμνώσει τους εραστές από το εγώ τους και να τους κάνει να παραδοθούν ο ένας στον άλλον σαν μια οντότητα.

Η φιλοσοφία του Ρουμί στοχεύει στην τελική συγχώνευση με τη θεία ολότητα του σύμπαντος, μια φιλοσοφία που έχει βρεθεί ξανά στην επικαιρότητα από τους διάφορους πνευματικούς και διασημότητες τις τελευταίες δεκαετίες. Μάλλον ειρωνικά γι’ αυτούς, όμως, η φιλοσοφία του Ρουμί απευθύνεται σε εκείνους που αναζητούν ένα αντίδοτο στο σύγχρονο καταναλωτισμό.

Σε μια κοινωνία που ο καθένας ψάχνει τρόπους αντιμετώπισης της κατάθλιψης που προέρχεται από τις σχέσεις, ο Ρουμί προτείνει μια διαφορετική κατανόηση της αγάπης και το ποίημά του αποτελεί μια σανίδα σωτηρίας για μας περισσότερο από ποτέ. Το έγραψε, μάλλον, με βάση τις εμπειρίες του ως παιδί, όταν ο ποιητής και η οικογένειά του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους μετά την εισβολή των στρατευμάτων του Τζένγκις Χαν στο σημερινό Αφγανιστάν.

Ο Ξενώνας

Ο άνθρωπος είναι ένας ξενώνας.
Κάθε μέρα ένας καινούργιος ερχομός,
μια χαρά, μια θλίψη, μια κακία,
μια στιγμιαία συνειδητοποίηση φτάνει όπως ένας απρόσμενος επισκέπτης.
Υποδέξου τα όλα!
Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα πλήθος καημών,
που βίαια αδειάζουν το σπίτι από τα έπιπλά του,
φέρσου σε κάθε καλεσμένο με αξιοπρέπεια,
θα μπορούσε κάλλιστα να σε ετοιμάζει
για μια χαρά καινούργια.
Τη νηφάλια σκέψη, την ντροπή, τη υστεροβουλία,
υποδέξου τες στην πόρτα χαμογελώντας και κάλεσέ τες μέσα.
Να είσαι ευγνώμων για καθετί που έρχεται,
γιατί έχει σταλεί ως οδηγός απ’ τον επέκεινα κόσμο.

* Ο Τζελαλεντίν Ρουμί (30 Σεπτεμβρίου 1207 – 17 Δεκεμβρίου 1273) ήταν Πέρσης ποιητής και δάσκαλος θεολογίας και δικαίου στο Ικόνιο (Κόνια, Τουρκία) με μεγάλη επιρροή στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του Ισλάμ και ιδιαίτερα στον μουσουλμανικό μυστικισμό. Τα σπουδαιότερα έργα του είναι το “Ντιβάν”, συλλογή λυρικών ποιημάτων και το “Μεσνεβί” (δίστιχα) που περιέχει 40.000 δίστιχα σε ηθικά και ασκητικά θέματα, μέσα από μυστικισμό και αλληγορίες. Ίδρυσε το σουφικό τάγμα των Μεβλεβήδων.

Το όνομά του Jalal-Al-Din Rumi προέρχεται από το πλήρες όνομα Jalal al-Din Mohammad Ibn Mohammad Ibn Mohammad Ibn Husain al-Rumi, (Περσικά: مولانا جلال الدين محمد رومي‎ ​ , τουρκικά: Mevlânâ Celâleddin Mehmed Rumi). Από τους συγχρόνους του, του δόθηκε το όνομα «Μεβλανά» που σημαίνει «ο δάσκαλός μας». Έτσι λοιπόν τον αποκαλούσαν και Μεβλανά Τζελαλεντίν (όπως φαίνεται και στην τουρκική έκδοση του ονόματός του) ή και Muhammad Balkhī (Περσικά: محمد بلخى‎ ​ ) (“ο Μωάμεθ από τη Μπαλχ”), στα περσικά. Αναφέρεται επίσης και απλά ως Ρουμί. Το τελευταίο αυτό κομμάτι του ονόματός του, Ρουμί, σημαίνει Ρωμαίος, Ρωμιός, προερχόμενος από τη χώρα των Ρουμ, όπως ήταν γνωστή στους Σελτζούκους η βυζαντινή Μικρά Ασία (Ανατολία).

Γεννήθηκε το 604 έτος Εγίρας (1207 μ.Χ.) στην πόλη Μπαλχ (τότε μέρος του Μεγάλου Χορασάν, στο σημερινό Αφγανιστάν) και πέθανε στο Ικόνιο (σημερινή Κόνια της Τουρκίας) το 1273. Έγραψε τα ποιήματά του στα περσικά και τα έργα του διαβάζονται στο Ιράν, αλλά και το Αφγανιστάν, όπου μιλιέται η γλώσσα νταρί, διάλεκτος της περσικής γλώσσας. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αυτοκρατορία των Σελτζούκων και ιδιαίτερα στο Σουλτανάτο του Ρουμ, δηλαδή το Σουλτανάτο των Σελτζούκων του Ικονίου.

Ο πατέρας του, Μπαχά αντ-Ντιν (Baha ad-Din) ήταν φημισμένος λόγιος. Υπό την κηδεμονία του ο Ρουμί έλαβε την πρώτη του μόρφωση από τον Σιεντ Μπουρχάν-αντ-Ντιν (Syed Burhan-ad-Din). Όταν έγινε 18 ετών, η οικογένεια ξεφεύγοντας από τις επιδρομές των Μογγόλων, ύστερα από αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις εγκαταστάθηκε στο Ικόνιο, και στην ηλικία των 25 ο Ρουμί πήγε στη Δαμασκό για να συμπληρώσει την εκπαίδευσή του.

Στο μυστικισμό τον εισήγαγε ένας περιπλανώμενος δερβίσης, ο Σαμσουντίν από την Ταυρίδα. Ο Ρουμί είναι ο συγγραφέας ενός εξάτομου διδακτικού έπους, του Μασναβί (Mathnawi) ή “Masnavi-ye Manavi”, που αποκαλείται ενίοτε από ορισμένους λόγιους και “Qur’an-e Farsi”, δηλαδή “Κοράνιο στα περσικά”. Έγραψε επίσης και διαλόγους Φιχί μα Φιχί (Fihi ma Fihi), που γράφτηκαν για να εισάγουν τους μαθητές του στη μεταφυσική. Το συνολικό ποιητικό έργο του άσκησε βαθιά επίδραση σε όλες τις μορφές αισθητικής έκφρασης του ισλαμικού κόσμου και κυριαρχείται από την απόλυτη αγάπη προς τον Θεό.

Η διδασκαλία του καλούσε ανθρώπους από οποιαδήποτε πίστη, θεωρώντας ότι ο Θεός Μουσουλμάνων, Χριστιανών και Εβραίων είναι ένας.

Όταν πέθανε, στις 17 Δεκεμβρίου του 1273, άνθρωποι από πέντε διαφορετικές πίστεις και θρησκείες ακολούθησαν τη νεκρική πομπή του. Η νύχτα της ταφής ονομάστηκε Σεμπούλ Αρούζ (Sebul Arus), δηλαδή Νύχτα της Ένωσης. Από τότε οι Μεβλεβί Ντερβίς κράτησαν αυτή την ημερομηνία ως γιορτή.

Η σημασία του Τζελαλεντίν Ρουμί περνά τα σύνορα των χωρών και των εθνοτήτων και έχει επηρεάσει ιδιαίτερα και την περσική και την τουρκική λογοτεχνία. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Ήταν ο ιδρυτής του τάγματος των Μεβλεβήδων δερβίσηδων. Ενδεικτικό της επιρροής του Τζελαλεντίν και του σεβασμού που του έτρεφαν και του τρέφουν ακόμη οι χριστιανοί, είναι η επίσκεψη του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου στο Ικόνιο (Δεκέμβριος 2004) για να λάβει μέρος στους εορτασμούς της 731ης επετείου του θανάτου του Μεβλανά.

Στις ελληνικές επιρροές στο έργο του Ρουμί αναφέρεται το άρθρο «Τα ελληνικά ποιήματα του Μαυλανά Ρουμή και του γυιου του Βαλέντ κατά τον 13ο αιώνα». Από εκεί συνάγονται τα εξής:

Στο έργο του Ρουμί υπάρχουν πολλά νεοπλατωνικά και γνωστικά στοιχεία. Αυτό οφείλεται –πέρα από τις ελληνικές επιδράσεις που υπήρχαν ήδη στην ισλαμική φιλοσοφία και θεολογία– στο ότι ο Ρουμί είχε ο ίδιος επαφή με Έλληνες διανοούμενους της περιοχής, κυρίως κληρικούς. Ο Αφλακί, βιογράφος του Ρουμί, περιγράφει τις φιλοσοφικές συζητήσεις του Ρουμί με τον ηγούμενο της Μονής του Αγίου Χαρίτωνος (κατά τους Τούρκους Ακ Μαναστίρ), κοντά στην ελληνική κωμόπολη Σίλλη του Ικονίου, την οποία μάλιστα αναφέρει ως «μονή του Πλάτωνος» (Ντέιρε Αφλατούν).

Από τα λίγα ποιήματα του Ρουμί σε τοπικό ελληνικό ιδίωμα δεν είναι εμφανές σε ποιον βαθμό γνώριζε την ελληνική. Φαίνεται όμως ότι ο γιος του, ο Σουλτάν Βαλέντ, γνώριζε πολύ καλά τα ελληνικά, διότι έγραψε αρκετά ποιήματα σ’ αυτή τη γλώσσα. Οι τελετουργίες που αυτοσχεδίασε ο Ρουμί (μουσική, χορός, απαγγελίες) φαίνεται ότι είχαν ως στόχο περισσότερο να προσελκύσουν στον ισλαμισμό τους Έλληνες της περιοχής παρά απευθύνονταν στους μουσουλμάνους. Κατά τον Αφλακί, ο Ρουμί έλεγε: «Ο Ύψιστος επεφύλαξε μεγάλες χαρές στους κατοίκους της Μικράς Ασίας. …Η περιοχή της έχει το καλύτερο κλίμα, αλλά οι κάτοικοί της αγνοούσαν τον μυστικόν έρωτα προς τον αληθινόν Κύριο των δυνάμεων»… «Με πήρες (ω Θεέ) από το Χορασάν και μ’ έφερες στη χώρα των Ελλήνων για να συναναστραφώ μ’ αυτούς και να τους οδηγήσω στο ορθό δόγμα. Όταν είδαμε ότι δεν στρέφονταν κατά κανένα τρόπο προς τον δρόμο του Θεού, και στερούνταν τα θεία μυστήρια, τους υποβάλαμε τις ιδέες αυτές με τρόπο πιο ευχάριστο, με μουσικές συναυλίες και με τον ρυθμό της ποίησης, πράγματα που ανταποκρίνονται στις ορέξεις των ανθρώπων. Διότι οι κάτοικοι της Μικρασίας είναι χαροκόποι και υπόκεινται στην επιρροή του πλανήτη της Αφροδίτης».

Μερικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι εκστατικοί χοροί των δερβίσηδων είναι επιβιώσεις αρχαίων διονυσιακών λατρειών που ήταν διαδεδομένες στη Μ. Ασία. Υπάρχουν μαρτυρίες για την επιβίωση διονυσιακών τελετουργιών κατά τους Μέσους Χρόνους, ίσως και μέχρι την εποχή του Ρουμί. Ο ΞΒ’ κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως, το 691, ορίζει στους τρυγητές όπως «μη το του βδελυκτού Διονύσου όνομα επιβοάν» και «έτι και τας ονόματι των παρ’ Έλλησι ψευδώς ονομασθέντων θεών ή εξ ανδρών ή γυναικών γινομένας ορχήσεις, και τελετάς … αποπεμπόμεθα». Ένα σχόλιο του Ιωάννου Ζωναρά (12ος αιών) στον ανωτέρω κανόνα επιβεβαιώνει ότι και στην εποχή του (έναν αιώνα πριν τον Ρουμί) επιβίωναν οι ίδιες διονυσιακές τελετές μεταξύ των αγροτών.

Η μελέτη των ελληνικών στίχων του Ρουμί από Δυτικούς ερευνητές είναι αρκετά δύσκολη, διότι είναι γραμμένοι στην αραβική γραφή. Λόγω της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας από τους Τούρκους και Πέρσες αντιγραφείς χειρογράφων, αλλά και λόγω της ελλειπτικότητας του αραβικού αλφαβήτου, λείπουν τα πολύ σημαντικά για την ελληνική γλώσσα φωνήεντα, ενώ υπάρχουν και λάθη στον αριθμό των στιγμών που διαφοροποιούν μερικά αραβικά γράμματα μεταξύ τους. Υπάρχουν ελάχιστες μεταγραφές των ελληνικών στίχων του Ρουμί σε ελληνικό αλφάβητο.

Ένα ποίημα του Ρουμί με ελληνικούς και περσικούς στίχους.

Αφέντης μας έν κι αγαπούμεν τον
Κι απ’ εκείνον έν καλή η ζωή μας.
Γιατί γύρισες γιατί βρώμισες;
Πέ με τι έπαθες, πέ με τι έχασες;
Άι καρδιά μου, άι ψυχή μου!
Άι το ετούτο μου, άι το εκείνο μου,
Άχ σπί τμου, άχ στέγη μου!
Άχ θησαυρέ μου, αχ χρυσοπηγή!
Έλα καλέ μου, έλα σάχη μου,
Χαρά δεν δίδεις, δός μας άνεμο!
Πού διψά πίνει, πού πονεί λαλεί,
Μηδέν τσάκωσες,καλέ, το γυαλί;

Υπόμνημα:

έν: είναι, πβ. τον τύπο «ένι» του ιδιώματος της Σίλλης.
Το γυαλί, περσικά «τζαμ» (εδώ σημαίνει «ποτήρι»), είναι ένα αγαπητό σύμβολο στην περσική ποίηση.

Η σημασία του Ρουμί ξεπερνά τα εθνικά και κρατικά σύνορα. Όσοι μιλούν την περσική γλώσσα στο Ιράν, Αφγανιστάν και το Τατζικιστάν, τον θεωρούν σαν ένα από τους πιο σημαντικούς κλασικούς ποιητές, που έχει επηρεάσει πολλούς ποιητές στην ιστορία. Είχε επίσης σημαντικότατη επίδραση στην τουρκική λογοτεχνία. Η ποίησή του είναι η βάση της κλασικής ιρανικής και αφγανικής μουσικής. https://www.catisart.gr/

Ποίηση

-1-
Φθινοπώριασε
έλα κοντά μου βροχή
πέφτει ελπίδα.
-2-
Τα φύλλα τρέχουν
φωνάζουν οι καρδιές μας
παμπάλαιη ανάσα μου.
-3-
Στοργικό φιλί
θάλασσας ανεμώνες
αγκάλιασέ με.
-4-
Η φωνή κρύα
παντού δροσεροί τοίχοι
γυμνά κλαδιά.
-5-
Γωνιά που βρήκα
στα γκρίζα τα σύννεφα
βρεγμένο χώμα.
-6-
Μέρες που λείπουν
κιτρινιασμένα φύλλα
αέρας γκρί.
-7-
Ζωή μου ήλθες
περπάτησε στο νερό
ο γκιώνης γελά.

````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.

Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή.

Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου...

Τα χαϊκού είναι εμπνευσμένα απ’ την απλότητα της φύσης και των εποχών του χρόνου, αποδεικνύοντας πως όλοι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν ποιητές.

Είναι ποιήματα που “αιχμαλωτίζουν” μια φευγαλέα στιγμή και την παγιώνουν στο αιώνιο συμπαντικό γίγνεσθαι.

φωτό https://gr.pinterest.com/pin/33354853480979944/

Από τη Συλλογή "Χαϊκού - Επέμβαση"

Γράφει Η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Ονειρεύτηκα αυτό τ’ όνειρο κι ακόμα τ’ ονειρεύομαι

Και κάποτε πάλι θα αυτό ξαναονειρευτώ,

Κι όλα θα ξαναγίνουν, όλα θα μετενσαρκωθούν,

Και τα όνειρα μου θα γίνουνε δικά σου.

Εκεί, στη μία μας πλευρά, στη μια πλευρά του κόσμου

Κύματα κυνηγιούνται και σκάνε στην ακτή,

Σε κάθε κύμα ένα αστέρι, ένας άνθρωπος, ένα πουλί,

Πραγματικότητα, όνειρα και θάνατος –στα κύματα που κυνηγιούνται.

Οι ημερομηνίες περιττές. Ήμουν, είμαι, θα είμαι,

Θαύμα θαυμάτων η ζωή,

κι εγώ μονάχος γονατιστός μπροστά στο θαύμα σαν ορφανό.

Μονάχος ανάμεσα στους καθρέφτες, κυκλωμένος απ’ αντανακλάσεις,

Θάλασσες και πολιτείες αστραποβολούν μες στους καπνούς,

Μια μητέρα δακρυσμένη σφίγγει πάνω της ένα παιδί.

Αρσένυ Ταρκόφσκι: Ένα ποίημα – Μτφρ. Έφη Φρυδά

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~Αρ
Ο Αρσένι Ταρκόφσκι (25 Ιουνίου 1907 - 27 Μαΐου 1989) ήταν Ουκρανός συγγραφέας. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Λογοτεχνίας και λόγω της κριτικής που δέχτηκε για το μυστικισμό του, αποσύρθηκε στην ποίηση και στη μετάφραση ξένης λογοτεχνίας. Έχει μεταφράσει Εβραίους, Γεωργιανούς, Αρμένιους, Τουρκμένιους ποιητές.

Επί δεκαετίες ο σοβιετικός αναγνώστης τον γνώριζε μόνο ως μεταφραστή ξένων ποιητών. Ο Ταρκόφσκι έπρεπε να περιμένει 20 ολόκληρα χρόνια έως ότου να επιτραπεί η έκδοση της πρώτης του συλλογής με τίτλο "Πριν το χιόνι" (1962), η οποία εξαντλήθηκε πολύ γρήγορα.

Η επίσημη λογοτεχνία τον αγνόησε προκλητικά, διότι δεν κολάκευε το καθεστώς. Τα ποιήματα του Αρσένι Ταρκόφσκι έγιναν γνωστά σε όλον τον κόσμο μέσα από τις ταινίες του διάσημου γιου του, Αντρέι. Στις ταινίες Καθρέφτης, Στάλκερ και Νοσταλγία ακούγονται ποιήματα του που κάποιες φορές διαβάζει ο ίδιος Όλα αυτά τα χρόνια τα ποιήματα του κυκλοφορούσαν παράνομα γνωρίζοντας μεγάλη δημοτικότητα, κυρίως ανάμεσα στη νεολαία και πολλά σοβιετικά ροκ συγκροτήματα μελοποίησαν στίχους του.

Στη δεκαετία του '70 τα ποιήματα του Αρσένι Ταρκόφσκι έγιναν γνωστά σε όλον τον κόσμο μέσα από τις ταινίες του διάσημου γιου του, Αντρέι. Στις ταινίες Καθρέφτης, Στάλκερ και Νοσταλγία ακούγονται ποιήματα του που κάποιες φορές τα διαβάζει ο ίδιος.

Το 1966 εκδόθηκε η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Της γης-γήινα, και ακολούθησαν οι συλλογές: Ειδήσεις (1969), Αγγελιαφόρος (1966-71), Μαγικά Βουνά (1978), Χειμωνιάτικη Μέρα (1980), Επιλογές (1982), Από τα νιάτα στα γηρατειά (1987) και Τα αστέρια πάνω από το Αραγκάντς (1989).

Ο ίδιος έκανε μια επιλογή από τα πιο αγαπημένα του ποιήματα της περιόδου 1929-1977 και τα ενέταξε σε μια συλλογή στην οποία έδωσε τον τίτλο Λευκή μέρα, ενώ τα Άπαντά του κυκλοφόρησαν σε 3 τόμους το 1992.

Πέθανε από καρκίνο το 1989 σε ηλικία 82 ετών. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Πηγή: www.doctv.gr

 

Ποίηση

Άνεμος του Νοεμβρίου – Τάσος Λειβαδίτης
Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’ αγαπήσουν.

Φωτό - Nikolai Matveevich Pozdneev, “Autumn Day,” 1961

Ποίηση

Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ

κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου του 1922. Καταγόταν από την Κοντοβάζαινα Γορτυνίας, από την πλευρά του πατέρα του, Λύσανδρου Λειβαδίτη. Σπούδασε νομικά, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Πέθανε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου του 1988.

Ποίηση

Μαχμούντ Νταρουίς: Να σκέφτεσαι τους άλλους
Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.

Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.

Όταν τ’ αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.

Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους, τους άλλους,
Στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~Mahmoud Darwish (13 Μαρτίου 1941-9 Αυγούστου 2008)
ήταν Παλαιστίνιος ποιητής και συγγραφέας που θεωρήθηκε ως Παλαιστίνιος εθνικός ποιητής. Κέρδισε πολλά βραβεία για τα έργα του και τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν. Ο Darwish χρησιμοποίησε την Παλαιστίνη ως μεταφορά για την απώλεια της Εδέμ, τη γέννηση και την ανάσταση, και την αγωνία της κατάληψης και της εξορίας.

Τον Απρίλιο του 2009, σε μια καταχώρηση στην ιστότοπο του, ο Πορτογάλος συγγραφέας και Νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου είχε αποτίσει φόρο τιμής στον Παλαιστίνιο ποιητή ως εξής:

Αν ο κόσμος μας ήταν λιγάκι πιό ευαίσθητος, λιγάκι πιό νοήμων, και με μεγαλύτερη επίγνωση για το θεσπέσιο μεγαλείο της κάθε ζωής, χωριστά, που παράγει, τότε το όνομα του θα ήταν τόσο γνωστό και θαυμαστό όσο, επί παραδέιγματι, και το όνομα του Πάμπλο Νερούδα κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Τα ποιήματα του Νταρουίς, ριζωμένα στη ζωή, στα πάθη και στους πόθους του Παλαιστινιακού λαού, έχουν ένα κάλλος μορφής που συχνά προσπερνά τις ύψιστες στιγμές του ανείπωτου με λίγες απλές λέξεις, σαν ένα ημερολόγιο όπου μπορείς να ακολουθήσεις βήμα με βήμα, δάκρυ το δάκρυ, τα δεινά – μα και τις βαθιές, αν και σπάνιες, στιγμές χαράς – ενός λαού που έχει υποφέρει μαρτύρια εξήντα χρόνια τώρα χωρίς κανένα τέλος ακόμη στον ορίζοντα.

Το να διαβάζεις τον Μαχμούντ Νταρουίς, πέραν της αξέχαστης αισθητικής εμπειρίας, είναι σαν να ξεκινάς μια πορεία σε μια Via Dolorosa κατα μήκος κατεστραμένων δρόμων ατίμωσης και αδικίας, εν τω μέσω μιας Παλαιστινιακής γής που έχει υποφέρει άγρια στα χέρια των Ισραηλινών.» ΦΩΤΟ https://gr.pinterest.com/pin/44332377562390385/

Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Κάπλα https://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Ποίηση


Σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημόσπιτο, σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημάδι.
Ἀγριόχορτα στὸ δῶμά σου τὰ χρόνια ἔχουνε σπείρει.
Χιόνια, βροχὲς σ' ἐγέρασαν, ἀντάρες σ' ἔχουν φθείρει,
καὶ στέκεις καὶ ὀνειρεύεσαι στὸ μακρινὸ λαγκάδι.

Τὸ μάτι μου, ἀπ' ὀνείρατα ποιητικὰ γεμᾶτο,
ποῦ τ' ἄπειρο διάστημα γοργὰ τὸ ταξειδεύει,
καὶ λούεται μὲς στὰ κύματα ποῦ λάμπουν ἐκεῖ κάτω −
μ' ἀγάπη καὶ προτίμησι στὸ δῶμά σου σταθμεύει.

Οἱ στοχασμοί μου − ἀναλαμπές, ποῦ στέλλουν οἱ αἰῶνες
καὶ ἡ Ζωὴ − στὸ δῶμά σου ἀνεβοκατεβαίνουν,
καὶ μέσα στὰ χαλάσματα, ποῦ ἀράχνες τώρα ὑφαίνουν,
πετοῦν τῆς φαντασίας μου ᾑ ρόδινες εἰκόνες.

Τί βρίσκει στὰ συντρίμμια σου τὰ θλιβερὰ τὸ μάτι;
ποιὰ βρύσι τρέχει ἀπόκρυφη στὰ σκόρπια σου λιθάρια,
καὶ πίνει ἡ φαντασία μου κι' ὡραίους κόσμους πλάττει,
κόσμους ζωῆς στὰ κρύα σου, νεκρά σου ἀπομεινάρια;

Καὶ κἄποτε μέσ' ἀπὸ κεῖ βαρειὰ φωνὴ μοῦ κράζει:
"Ὦ σύ, ποῦ ὁ νοῦς σου μέσα 'δῶ μ' αὐθάδειαν ὀργιάζει
κ' εὐδαιμονίας ὄνειρα στὰ ἐρείπια χρυσοπλέκει,
ξέρεις μιὰ μέρ' ἂν μ' ἔκαψε τοῦ πόνου ἀστροπελέκι;"

Α. Προβελέγγιος, Ποιήματα: Διπλή Ζωή, Νικητήρια, Τα νησιά μας, (Διπλή Ζωή), Αθήνα, Εστία,1916, σ. 8

 

Ποίηση

Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα

Το στόμα σου φύτεψε

μ’ εκείνο το φιλί στο δικό μου

ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα,

κι οι ρίζες τους τρων την καρδιά μου.

Είταν φθινόπωρο. Ο άμετρος ουρανός

άρπαξε με τον ήλιο του

όλο το χρυσάφι –κίονες λάμψεων–

από τη ζωή.

Το καλοκαίρι ήρθε σκληρό·

το μπουκέτο μάδησε,

μα άφησε να σπάσουν στα μάτια μου

δύο μπουμπούκια πόνος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (Juan Ramón Jiménez Mantecón, 24 Δεκεμβρίου 1881 – 29 Μαΐου 1958) ήταν Ισπανός ποιητής.

Αρχικά ταξίδεψε στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Ελβετία, αλλά αναγκάστηκε κατόπιν να ζήσει για έξι περίπου χρόνια σε σανατόριο. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Σεβίλης, αλλά δεν τελείωσε τις σπουδές του, γιατί πήγε στις ΗΠΑ, όπου γνώρισε και κατόπιν νυμφεύθηκε τη Ζηνοβία Καμπρουμπί, μεταφράστρια του Ταγκόρ.

Τα πρώτα του ποιήματα, που εγκαινίασαν μαζί με τον ποιητή Αντόνιο Ματσάδο τη μεγάλη εποχή της ισπανικής ποίησης του 20ού αι., δημοσιεύτηκαν το 1900 με τον τίτλο «Θλιμμένοι σκοποί» και φέρουν φανερά την επίδραση του συμβολισμού. Η έκρηξη του ισπανικού εμφύλιου πολέμου (1936) τον ανάγκασε να μείνει εξόριστος στο εξωτερικό μακριά από τον αγώνα που δίχαζε την πατρίδα του και να ζήσει τον περισσότερο καιρό τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στο Πουέρτο Ρίκο. Στο έργο του διαφαίνεται μία έντονη προσπάθεια για την ιδεώδη έκφραση της σκέψης του μέσα από μία λεπτότητα ύφους και μία γεμάτη διαύγεια καθαρότητα αισθημάτων και μορφών.
Ακολούθησαν τα έργα του «Ελεγείες» και «Η εύηχος σιωπή», «Ψυχές βιολέτας», «Ρίμες», «Ισπανοί των τριών κόσμων», «Πνευματικά σονέτα», «Ο Θεός που επιθυμείται και επιθυμεί» (ελλ.μτφ. Κώστας Τσιρόπουλους, εκδ. "Αστρολάβος/Ευθύνη, 1984) [3]το λυρικό του διήγημα «Ο Πλατέρο κι εγώ» (ελλ. μτφ. Ιουλία Ιατρίδη, εκδ. "Δίφρος", 1956,) το «Ζώο του βυθού», «Προς άλλη γυμνότητα» (ελλ.μτφ. Κώστας Τσιρόπουλος, εκδ. "Ευθύνη, 1999) και άλλα.

Τιμήθηκε το 1956 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

 

(Μτφ.: Γιώργος Κεντρωτής)

Ποίηση

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Τότε δεν έπεσες.
Τι κι αν όλα γύρω σου ήταν γκρεμισμένα
Κι εσύ γυμνός και ματωμένος
Έφαγες απ’ τα σκουπίδια πατατόφλουδες
Κι απ’ το παγούρι σκοτωμένου ήπιες νερό,
Στάθηκες κολόνα πίσω απ’ το οδόφραγμα
Σαν πλάτανος ορθός.

Τώρα εχθροί και «φίλοι» σε δολοφονούν πισώπλατα
Γλυκά και με χαμόγελο
Εσένα δε σε σπάραξαν λιοντάρια
Και την ολάνοιχτη παιδιάτικη καρδιά σου
Δεν την κομμάτιασαν περήφανοι αετοί.

Τις δικές σου πληγές έγλειψαν τσακάλια
Τυφλοπόντικοι ροκάνισαν τις μέρες σου,
Έμποροι φτηνοί και Φιλισταίοι
-ταπεινοί μεταπράτες της ρουτίνας-
«έβαλαν κλήρο και διαμοίρασαν τα ιμάτια σου»,
Εσένα βαλθήκανε την ψυχή σου να ξεφτίσουν
Μικρά αδηφάγα τρωκτικά.

Τότε δεν έπεσες
Κι ούτε θα πέσεις.

Μανώλης Αλεξίου (1907-1963)Γεννήθηκε στον Πειραιά. Χρημάτισε διευθυντής του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Πετρελαιοειδών. Έργα: «Τοπία δίχως ουρανό», «Μουσική με σπασμένα πλήχτρα» .

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.