Μαΐου 09, 2021

Ποίηση

Απο τη Συλλογη Το λίγο του κόσμου (1971). Εκείνο που ιδιαίτερα πρέπει να προσέξετε στο ποίημα είναι ότι η ποιήτρια α) δεν περιορίζεται σε μια στατική και αντικειμενική περιγραφή του εξωτερικού κόσμου, αλλά τον δίνει με εικόνες, που κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η κινητικότητα (λ.χ. ξυπνάει ένα λευκό κουπί-φτεροκοπάει μια στέγη) και β) οι εικόνες εκφράζουν ή συμφύρονται με τις διαθέσεις της (λ.χ. με λήθη μοιάζει η θάλασσα: μας ξέχασαν).

Ανάμεσα νύχτας κι αυγής

σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα.

Ασεβής ευθυμία πουλιών με ξύπνησε τόσο νωρίς

και βγήκα στων σκοταδιών την άμπωτη

Το μπαλκόνι μου ήσυχα λάμνει

στ' αβαθή χρώματα

Ονειρεύονται ακόμα οι κήποι

ερχομό αγνώστου ανθέων.

Αργά ξεδιπλώνεται ο περιβόητος ορίζοντας

σα φθηνή κορδέλα του μέτρου.

Με λήθη μοιάζει η θάλασσα: μας ξέχασαν.

Με λήθη μοιάζει το άπειρο. Άπειρος λήθη.

Ένα καΐκι ξεκουρδίζεται στο βάθος,

το παίρν' η απόσταση και παίζει.

Μουρμουριστά των χρωμάτων η στάθμη ανεβαίνει

Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα5.

Ξυπνάει ένα λευκό κουπί,

φτεροκοπάει μια στέγη,

ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρισε.

Έντρομο αφυπνίζεται κάποιο καμπαναριό,

ένοχο: η πίστη πρέπει να ξυπνάει πρώτη.

Πρώτη απ' όλα.

Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.

Διαγράφονται κλειστές οι πόρτες

και τα όρια πεισμώνουν

Σ' ενάργεια βγήκαν τα βουνά

και σε γυρίζουν πίσω

Και συ προσδοκία πού πας;

Έχουν ξυπνήσει από ώρα οι αρνήσεις

Κι εγώ, εγώ που είμαι και ονομάζομαι

προχωρημένη ώρα,

τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις;

Κ. Δημουλά, «Ονειρικά» Κ. Δημουλά, «Θεμελιώδης προϋπόθεση»

1. Άωρα και παράωρα: για να συλλάβετε το πραγματικό νόημα των στίχων, πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι άωρος είναι ο πρόωρος, αυτός που δεν ωρίμασε, και παράωρος ο παράκαιρος.

2. Βγήκα... άμπωτη: βγήκα την ώρα που αποτραβιούνται τα σκοτάδια (μεταφορά από την άμπωτη της θάλασσας).

3. Αβαθή χρώματα: τα χρώματα που είναι ακόμη αχνά.

4. Μουρμουριστά... ανεβαίνει: τα χρώματα σιγά σιγά γίνονται πιο καθαρά και ζωντανά.

5. Με βήμα... σχήματα: τα σχήματα των πραγμάτων παρουσιάζονται σαν να προχωρούν, επειδή σιγά σιγά ξεκαθαρίζουν, όπως τα χρώματα.

6. Διαγράφονται... πεισμώνουν: οι πόρτες διαγράφονται (φαντάζουν) κλειστές και τα όρια πεισματικά σταθεροποιούνται.

7. Σ' ενάργεια... πίσω: τα βουνά έχουν ξεκαθαρίσει και περιορίζουν τη δημιουργική σου φαντασία και την ύπαρξή σου (την αναστέλλουν, τη γυρίζουν πίσω).

8. έχουν... αρνήσεις: το σταθεροποιημένα σχήματα των πραγμάτων δεν της επιτρέπουν να ζήσει την ατμόσφαιρα, στην οποία έζησε η ποιήτρια στην πρώτη ενότητα.

9. νήπιες διαθέσεις: διαθέσεις νηπιακές, ονειρικές διαθέσεις.

Ποίηση

Τώρα όμως βράδιασε.
Ας κλείσουμε την πόρτα
κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών.

Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε;
Γιατί εσύ κι όχι εγώ;

Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς
την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος
έχει αιώνες να φανεί.

Α, πόσα γράμματα,
πόσα ποιήματα που τα πήρε
ο άνεμος του Νοεμβρίου.

Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα
ασήμαντα:

μια λέξη ή ένα κλειδί,
ένα χθες ή ένα αύριο

όμως οι νύχτες μου
έχουν πάντα
ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι.

Πόσοι φίλοι που έφυγαν
χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση

κι η μουσική σκέφτομαι
είναι η θλίψη εκείνων
που δεν πρόφτασαν
ν’ αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος
δε μένει παρά
μια θολή ανάμνηση
απ’ το παρελθόν
(πότε ζήσαμε;)

Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, Εκδόσεις Κέδρος, 2003.

Ποίηση

Μείνε. Μη φύγεις !…
Συ που με μια φιγούρα χορού,
μπαίνεις στις ζωές αυτών που
με το πνεύμα φτεροκοπούνε…
Μείνε. Μη φύγεις από κοντά μου...
Δώσε μου το ρούχο σου, το από τις ίριδες
περιζωσμένο. Πτερόεσσα μοναξιά που πλημμυρίζεις
τις στιγμές μου!
Στη σιωπή σπαράζει η άρπα σου από τις νότες της
ομορφιάς, και γίνεται πιο γενναιόδωρη η φίλεψή
σου. Το ξέρω, τη μέρα που θα με εγκαταλείψεις,
ένα μέλλον άδειο θα φανερωθεί, και θα έχω
απέναντί μου, του κόσμου το πρόσωπο το
φθαρμένο.

Ήταν σα χτές, που παιδιά σε κάποιο χλοϊσμένο
χωράφι, στον κόρφο σου φουσκώναμε τα πανιά
μας, ταξιδεύοντας για μακρινά αραξοβόλια.
Μπορώ κοντά σου τώρα να συναντήσω,
τη σπίθα, τη δίψα για το νερό που αντικατοπτρίζει,
μια λέξη, μια εικόνα, μια μουσική.
Και θάναι η στιγμή που το φως
του ήλιου θα ζεστάνει, ή του ρολογιού ο χτύπος
θα σημάνει για την ψυχή που θα σηκωθεί από
τη γη, ( ταπεινή σαν το αποκοίμισμα του
ευτυχισμένου! ) Ύστερα θα τρυγηθεί το μέλι από
άγρυπνο μυαλό, και ένας στίχος θα αναβρύσει.
Πρόσχαρο ξεπέταγμα που φωτίζει τον
σκοτεινιασμένο μας κόσμο.
Εκεί κάτω στην πολυθόρυβη πόλη, που τα νέφη
Ισοπεδώνουν την ψυχή, μια σερπαντίνα ήλιου
πλέκεται στον εξώστη, και όπως εκτείνεται,
τον κοντινό βραχότοπο χρυσώνει.

https://gr.pinterest.com/pin/356558495489922624/

__________________________________________________________________________________________________________________

Γράφει - Αριστομένης Λαγουβάρδος

Γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης.
Είναι Μηχανολόγος Μηχανικός και Ναυπηγός
του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας.
Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης.

Ποίηση

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Ποίηση

Πρέπει να σου μιλήσω…
Δίχως σκιάδι στα μάτια,

δίχως μάτια που ν’ απαντούν στον πρωινό σου χαιρετισμό,
μέναμε όρθιοι όταν
ο ήλιος πυρπολούσε βράχια, βλέφαρα, καρδιές,
όταν μες στη βροχή τη νύχτα ξεκλέβαμε μια μακρυνή μουσική,
κι όμως με το μάγουλο πάντα μες στη ζεστή σας παλάμη,
ακόμα κι όταν την τραβούσατε μακρυά,
ακόμα κι όταν καν δεν την απλώνατε,
ακόμα κι όταν λέγαμε:
Καλύτερα έτσι,
καλύτερα!..
Κανείς ποτέ δε μπόρεσε να μας αποστερήσει
την παλάμη αυτή…

Μα τώρα το καλοκαίρι μπήκε μέσα
στο καλύβι μας.
Ίσως να ήρθε ξαφνικά.
Ίσως να πέρασε το φράχτη
όταν εμείς βρισκόμαστε στο πλοίο
και πώς να δεις εκεί τα χόρτα που κιτρίνισαν…
Όμως ήρθε…
Οι σκιές σκληράνανε μαζί με το κριθάρι.
Και οι πέτρες κάτω στο ποτάμι καίνε.
Δε μπορείς άλλο να ρωτάς τον άνεμο…
Όταν γλυκαίνουν τα σταφύλια,
το αύριο πηδάει πίσω απ’ τη μάντρα τ’ αμπελιού και φεύγει.
Οι σκιές σκληράνανε.
Οι λέξεις τεντώσανε και τρίζουν.
Απαιτούν να ειπωθούν…

Θα σου μιλήσω μπροστά στο πέλαγος
και η φωνή μου θα σε φτάση…

…Αλήθεια, έχεις σκεφτεί ποτέ,
τι ‘ναι για μας αυτή η μακρινή ομιλία;

Φυσικά, δεν ξέρεις το πόσο σ’ αγαπώ.
Ίσως καμιά φορά να συλλογιέσαι:
…Μα ναι.., Θα ‘πρεπε!..
Ίσως καμιά φορά να λες..-
μα τι να λες;..
Ένα κλωνί της σκέψης σου δεν μπορώ να πιάσω…
Οι καθημερινές φροντίδες, λέει…
Η ζωή με τις απαιτήσεις της, λέει…
Άλλωστε δεν είναι εκείνη που φαντάζεσαι…
Μα ποιος είπε πως εγώ φαντάζομαι;

***

Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
Όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
Τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σωρεύουν οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θέλεις να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Το γέλιο σου άξαφνα ν’ αρπάζει από το μπράτσο
ένα άλλο γέλιο
και να γυρνάν στους δρόμους ξεκουφαίνοντας τη γειτονιά
σα μαθητές που σπαν’ τα καλαμάρια τους στην πόρτα του
σχολείου…

Ένα κεφάλι ν’ ακουμπάει στον ώμο σου
και ο ήλιος να καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο και να φεύγει
αφήνοντας τη μέρα μες τα χέρια μας
άδειο πακέτο πυκνογραμμένο πολύτιμες σημειώσεις

Μα έπειτα
κι αυτό δε φτάνει.
Θες πιο πολλά.
Κι ετούτο το παρόν που καίει και καίγεται
Ετούτος ο πελώριος λιοψημένος ξυλοκόπος
ακολουθεί παντού με το βαρύ του βήμα
κι εύκολα δε χορταίνει δε γελιέται
όλο ακονίζοντας το τσεκούρι του στα κόκκαλα
όλο γυρεύοντας.
Και ξέρεις πως η δίψα του
είναι η δική σου δίψα.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δε γινόταν αλλιώς.
Ό,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
Ό,τι μας γέμιζε χτες
Ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

Ναι, μα ένας άνθρωπος
δεν είναι πορτοκάλι να τον ξεφλουδίζεις
δεν είναι πράγμα
να τον κόβεις στα δύο και στα τέσσερα.
Είχες μια τρυφερή καρδιά κοριτσάκι.
Πίστεψε αν αδέξια την έσφιγγα
δεν το κανα για να πονάς.
Ήθελα να σ’αγαπώ
μα ήταν πολλά τα όσα ξέραμε
ήταν πολλά τα όσα δεν είχαμε μάθει ακόμα.

Κι αν ήμουν άντρας
κι έπρεπε να ’μαι δυνατός
(έπρεπε…)
να το ξέρεις:
Όπου μ’ άγγιζες πονούσα.
Όπου δε μ’ άγγιζες
πονούσα.

Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα
τα δικά μου ποτάμια
που θα μπορούσαν να ποτίσουν
όλα τα λησμονημένα περιβόλια.
***
Έγινε ξαφνικά
όπως ξαφνικά έρχεται η άνοιξη.
Μιλούσα γι’ αγάπη
κι η αγάπη ήσουν εσύ,
μιλούσα για το φιλί
και το φιλί ήσουν εσύ,
με τ’ όνομά σου,
τη διεύθυνση του σπιτιού σου,
το δειλινό χαμόγελο
που μόνο εγώ μπορούσα να βλέπω.
Πως να υπάρξει τώρα
εκείνο το χαμόγελο
όταν κανείς δεν το καταλαβαίνει;
(Μα κι αν το καταλάβει
θα πάψει πια να ‘ναι το ίδιο.)
Πως να υπάρξει εκείνη η μουσική
που μου ζητούσες να σφυράω;
Πόσες φορές την εμπιστεύτηκα
στο νυχτερινό άνεμο
στα κουρασμένα ηλεκτρικά.
Την άκουσες ποτέ;
Ήταν για σένα.
Δεν το παραδεχόμουνα.
Μα ήταν.
Δεν έβλεπα
τις μικρές σταλαγματιές το φως
που πέφταν στο φεγγίτη μου
διαπερνώντας τις φυλλωσιές των σύννεφων.
Λιώσανε απότομα τα κρύσταλλα.
Μια φωτεινή πλημμύρα
σκόρπισε την επιμονή της σκόνης
τα μισοτελειωμένα χειρόγραφα
τα μισοτελειωμένα βήματα.
Δεν ξέρω πως έγινε
(ίσως και να ξέρω…)
όμως το φως ποτέ δεν είχε στερέψει.
Να μου χαμογέλασες ποτέ
από μακριά;
Δεν γίνεται. Κάποια στιγμή θα χαμογέλασες.
Ακόμα κι όταν έδιωχνες
κάθε τι δικό μου.
Ακόμα κι όταν νόμισες πως το ‘διωξες

***

Αγάπη αγάπη
μόνο η πάχνη του πρώτου άστρου-
άσε να σου μιλήσω.
Αγάπη δεν φοβάμαι πια.
Σ’ αγαπώ.
Άσε ν’ ακουστεί η φωνή μου
πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων
πέρα απ’ τους οριζόντιους καπνούς των πλοίων.

***

…Σου μίλησα ποτέ για κείνη τη νύχτα
που ως το πρωί κουβέντιαζα για σένα;
(Είχε ένα κόκκινο αργοπορημένο φεγγάρι
και λυπόμουν που δεν το ‘βλεπες.)
Ποτέ δε σου ‘πα πως κάποτε βρεχόμουν
τρεις μέρες και τρεις νύχτες
κι ύστερα καθώς στέγνωνα μπρος σ’ ένα τζάκι, νηστικός,
χαιρόμουνα που κάποτε θα ‘ρθεις
για να στο λέω.
Έξι χρόνια καρτέραγα για σένα και δε μίλησα
κι όταν μου λεγες βουβά
“έλα πάρε με”
δεν μπορούσα πια…

***

Να τον πάλι ο κόσμος και τα πράγματα
μπροστά μας.
Να οι άνθρωποι.
Να ‘μαστε εμείς στο κατώφλι της μέρας.
Μπορούμε πάλι να πούμε:
«Αυτό είναι πέτρα, αυτό ένα ποτήρι νερό,
κι αυτό ένα πήλινο πιάτο,
κι αυτό το ξεραμένο αίμα».
Μπορούμε να πούμε:
«Να, ο Γιάννης μας χαιρετάει από πέρα.
Να, αυτό λέγεται χαρά».
Ακουμπάμε πάνω στα γόνατα
το μεγάλο βιβλίο των άστρων
και διαβάζουμε αργά, δυνατά,
ν’ ακούνε όλοι:
Η πατρίς της γεννήσεώς μου
είναι απ’ το Λιδορίκι
χωριό του Λιδορικού
ονομαζόμενον Αβορίτη.
Η πατρίς της γεννήσεώς μας
είναι ο κόσμος.
Πατρίδα μας είναι η αλήθεια.
Καλημέρα λοιπόν.
Καλημέρα.

Τίτος Πατρίκιος

https://poiimata.com/

Ποίηση

Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................

Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη


Μενέλαος Λουντέμης (Κωνσταντινούπολη 1906 - Ἀθήνα 1977):
(ψευδώνυμο τοῦ Γιάννη Βαλασιάδη)· πεζογράφος καὶ ποιητής.

Ποίηση

Βιολέτες για μια εποχή, (απόσπασμα του έργου του)
"Κάποτε θα καταστρέψω όλ' αυτά τα χειρόγραφα που άφησε πάνω
στο τραπέζι μου ο διάβολος και που τα οικειοποιήθηκα χωρίς
ντροπή-και μόνον αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο
δρόμο, μόνον αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος"

"Πίναμε όλη νύχτα, "ακούς αυτήν την υπέροχη μουσική;", τον
ρώτησα, "δεν είναι μουσική", μου λέει. "Εγώ καταστρέφω τη ζωή μου."

"Ζούμε στην τύχη και στον κίνδυνο, η κάθε μέρα μας φθείρει, έτσι
που σε λίγο κάτω απ' τ' όνομά μας δεν θα 'ναι κανείς (και μόνον
η ανωνυμία μας διατηρεί μακριά από μύθους ή λεηλασίες)
Ένας μικροδιεκπεραιωτής του ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά"

"Αγαπώ τις μέρες του χειμώνα που είναι σύντομες ή
μεταμορφώνομαι σε ήρωα (για να αποφύγω τους πραγματικούς
κινδύνους) έτσι και πίσω απ' τις πιο ακόλαστες πράξεις μας
κρύβεται το μίσος για τον εαυτό μας, τι μας έφταιξε; κανείς δεν θα το μάθει"

"Α, φίλοι μου, ζούμε σ' ένα όνειρο που δεν θα επαληθευτεί παρά
μονάχα μέσα σ' ένα άλλο όνειρο, όμως τη νύχτα τ' άστρα έχουν
πάντα κάτι συνταρακτικό να μας πουν"

"Υπάρχουν πράγματα που τα περιμένεις χρόνια κι άλλα που
συμβαίνουν μέσα σε μια στιγμή, καθορίζοντας για πάντα τη ζωή σου"

"Τα βράδια τακτοποιώ τις λέξεις με τ' άλλα φαντάσματα-κι
άξαφνα το ρολόι σταμάτησε, εγώ βρισκόμουν στο υπόγειο, "γιατί
κατέβηκα εδώ;", είπα σιγανά. Αλλά δεν ήταν κανείς ν' απαντήσει"

"Όταν ο Θεός μοίρασε τον κόσμο, τα παιδιά πήρανε τις γωνιές των
δρόμων κι ο διάβολος τις πιο ωραίες λέξεις"

"Τις νύχτες έπαιρνα τις βαλίτσες μου ακόμα και στον ύπνο, γιατί
ποιος ξέρει το τέλος του ταξιδιού;"

"Τα βράδια έριχνα όλες μου τις σκέψεις απ' το παράθυρο μήπως και
βρουν το δρόμο οι χαμένοι ταξιδιώτες"

"Ξύπνησα άξαφνα μια νύχτα χωρίς να θυμάμαι ποιος είμαι ή όπως
αυτή η βρεγμένη ομπρέλα στο διάδρομο είναι η αδιάσειστη
απόδειξη ότι διέσχισα τον κατακλυσμό"

"Είμαι χρεωμένος τόσες σκληρότητες, μα εγώ φεύγοντας θ' αφήσω
ένα γράμμα τρυφερό γι' αυτούς που θα 'ρθουν"

"Μια νύχτα στη βεράντα έκανε να πιάσει έν' άστρο που έπεφτε-και
γκρεμίστηκε απ' τις σκάλες. Από τότε στηριγμένη στα δεκανίκια
προχωράει και χάνεται σε κήπους φανταστικούς"

"Κάθε μέρα κινδυνεύουμε από προδοσίες ή συνήθειες κι οι φλόγες
των κεριών γέρνουν πάντα προς το ακατόρθωτο"

"Η ποίηση είναι η νοσταλγία μας για κάτι ακαθόριστο που ζήσαμε
κάποτε μες στ' όνειρο"

"Το καλοκαίρι ο ουρανός διανυκτερεύει
οι μυρουδιές έχουν την παιδική μας ηλικία
μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο ωραία ταξίδια
κι εγώ δεν έχω αλλο όπλο απ' το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες
και να τις πιστεύω"

"Λυπηθείτε τους ποιητές που τους τρελαίνουν δυο δισεκατομμύρια
εκδοχές για ένα μοναδικό κόσμο"

Περιμένοντας το βράδυ

«Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση

Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα,
ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά».

http://tleivaditis.weebly.com/

Ποίηση

Κουβαλώ την καρδιά σου μαζί μου (την κουβαλώ στην

καρδιά μου) δεν είμαι ούτε στιγμή χωρίς αυτήν (όπου
πηγαίνω εκεί πας, καλή μου· και ό,τι
καμώνεται από μονάχα εμένα είναι δικό σου κάμωμα, ακριβή μου)

φοβάμαι
μοίρα καμιά (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) θέλω
κόσμο κανένα (γιατί ωραία είσαι κόσμε μου, αληθινή μου)
και είσαι εσύ ό,τι ένα φεγγάρι εννόησε ποτέ
και ό,τι ένας ήλιος ποτέ θα τραγουδήσει εσύ είσαι

να το βαθύτερο όλων μυστικό που ουδείς γνωρίζει
(να η ρίζα από την ρίζα και ο ανθός απ' τον ανθό
κι ο ουρανός από τον ουρανό του δέντρου που λέγεται ζωή· που φύεται
ψηλότερο απ' όσο μπορεί να ελπίζει η ψυχή ή το μυαλό να κρύψει)
και να το θαύμα εκείνο που κρατάει τα άστρα χωριστά

κουβαλώ την καρδιά σου (την κουβαλώ στην καρδιά μου)

μόνο με την άνοιξη

 

Ο πολυγραφότατος Aμερικανός Edward Estlin Cummings (1894 -1962) θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές. Ποιητής, συγγραφέας, θεατρικός συγγραφέας, ζωγράφος έγραψε περίπου 2.900 ποιήματα, 2 αυτοβιογραφικές νουβέλες, 4 θεατρικά και πολλά δοκίμια. Πίνακες ζωγραφικής και σχέδια συμπληρώνουν το έργο του. Όπως θα δείτε, σε κάποια ποίηματά του, δεν υπάρχει τίτλος ενώ τα ονόματα των μηνών, μάρτης και απρίλης, δεν γράφονται με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα. Έτσι έγραφε ο cummings, όλα πεζά, ακόμη και το όνομά του, e.e.cummings, ακόμη και το «εγώ» το έγραφε με μικρό (i).
Αναφορά στον Cummings έκανε ο Woody Allen στο έργο του “Η Χάννα και οι αδερφές της” όπου, φλερτάροντας με τη Χάννα, ο ήρωας την πηγαίνει σε ένα βιβλιοπωλείο και της αγοράζει ένα βιβλίο με τα ερωτικά του ποιήματα. Μετά την παίρνει τηλέφωνο και της διαβάζει ένα από αυτά.
Δίχως αμφιβολία, μεγάλος ερωτικός ποιητής, αξίζει να τον ψάξετε και να τα διαβάσετε.

e.e. cummings
(μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός)…

όταν τα φίδια διαπραγματευτούν το δικαίωμά τους να έρπουν
και ο ήλιος απεργήσει για να κερδίσει έναν μισθό της προκοπής
όταν τ’ αγκάθια ατενίσουν έντρομα τα τριαντάφυλλά τους
και τα ουράνια τόξα εξασφαλίσουν τα γερατειά τους
όταν καμία τσίχλα τη νέα σελήνη δεν θα μπορεί να τραγουδήσει
αν όλα τα νυχτοπούλια δεν εγκρίνουν τη φωνή της
—και κάθε κύμα υπογράψει στη γραμμή του ορίζοντα
αλλιώς ένας ωκεανός θα πρέπει να στερέψει
όταν η βελανιδιά ζητήσει άδεια από τη σημύδα
για να κάνει ένα βελανίδι—οι κοιλάδες κατηγορήσουν
τα βουνά πως τις σκιάζουν με το ύψος τους—και ο μάρτης
καταγγείλει τον απρίλη ως δολιοφθορέα
τότε θα πιστέψουμε σε κείνη την αδιανόητη
μη ζωώδη ανθρωπότητα (και όχι πριν)

when serpents bargain for the right to squirm
e.e. cummings
when serpents bargain for the right to squirm
and the sun strikes to gain a living wage—
when thorns regard their roses with alarm
and rainbows are insured against old age
when every thrush may sing no new moon in
if all screech-owls have not okayed his voice
—and any wave signs on the dotted line
or else an ocean is compelled to close
when the oak begs permission of the birch
to make an acorn—valleys accuse their
mountains of having altitude—and march
denounces april as a saboteur
then we’ll believe in that incredible
unanimal mankind (and not until)

H βιογραφία του

Ο Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς (Edward Estlin Cummings, 14 Οκτωβρίου 1894 – 3 Σεπτεμβρίου 1962), αναφερόμενος σχεδόν πάντα ως Ε.Ε. Κάμμινγκς (E.Ε. Cummings, με τα δύο αρχικά «Ε» να γράφονται συχνά πεζά κατά το ύφος κάποιων ποιημάτων του ως e e cummings), ήταν Αμερικανός ποιητής, ζωγράφος, δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Το σώμα του έργου του περιλαμβάνει περί τα 2.900 ποιήματα, 2 αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα, 4 θεατρικά έργα και αρκετά δοκίμια, όπως και πολυάριθμα σχέδια και ζωγραφιές. Είναι κυρίως γνωστός ως μία εξέχουσα φωνή στη μοντερνιστική ποίηση του 20ού αιώνα.

Ο Ε.Ε. Κάμινγκς γεννήθηκε στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης και ήταν γιος δύο πιστών Ουνιταριανών Χριστιανών, του Έντουαρντ Κάμινγκς και της Ρεμπέκα Χάσγουελ Κλαρκ. Ο ίδιος ο ποιητής ανέπτυξε έτσι μία τάση προς το υπερβατικό που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή. Μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας, ο Κάμινγκς μετακινήθηκε προς μία σχέση με τον Θεό μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις με τους συνανθρώπους του.

Ο Ε.Ε. Κάμινγκς ήθελε να γίνει ποιητής από παιδί και έγραφε ποίηση καθημερινά από τα 8 μέχρι τα 22 του χρόνια, εξερευνώντας διάφορες φόρμες. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και ανέπτυξε ενδιαφέρον για τη μοντέρνα ποίηση, η οποία περιφρονούσε τη συμβατική γραμματική και συντακτικό με στόχο μία δυναμικότερη χρήση της γλώσσας. Μετά την αποφοίτησή του εργάσθηκε για έναν έμπορο βιβλίων.

Ήταν συντάκτης και συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού «The Harvard Monthly» όσο σπούδαζε στο Χάρβαρντ.

Το Παρίσι

Το 1917 ο Κάμινγκς εγγράφηκε στο Σώμα Τραυματιοφορέων Norton-Harjes μαζί με τον φίλο και συμφοιτητή του Τζων ντος Πάσος. Εξαιτίας ενός διοικητικού μπερδέματος, ο Κάμινγκς δεν ενσωματώθηκε σε μονάδα ασθενοφόρου επί πέντε εβδομάδες, διάστημα κατά το οποίο παρέμεινε στο Παρίσι. Ερωτεύθηκε την πόλη και θα επέστρεφε σε αυτή κατά την υπόλοιπη ζωή του.

Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο Σώμα Τραυματιοφορέων, έστελναν επιστολές στους δικούς τους που προσέλκυσαν την προσοχή της στρατιωτικής λογοκρισίας, καθώς εξέφραζαν ανοικτά αντιπολεμικές απόψεις: Ο Κάμινγκς μιλούσε για την «έλλειψη μίσους» του για τους Γερμανούς. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1917, μόλις 5 μήνες μετά την έναρξη της υπηρεσίας του, ο Κάμινγκς και ένας φίλος του (ο Γουίλιαμ Σλέιτερ Μπράουν) συνελήφθηκαν από τον γαλλικό στρατό ως ύποπτοι «κατασκοπείας και ανεπιθύμητων δραστηριοτήτων». Κρατήθηκαν επί τρεισήμισι μήνες σε ένα στρατόπεδο κρατουμένων, το Dépôt de Triage στην κωμόπολη Λα Φερτέ Μασέ της Νορμανδίας, όπου στεγάζονταν με άλλους κρατούμενους σε ένα τεράστιο δωμάτιο. Ο πατέρας του απέτυχε να τον απελευθερώσει δια της διπλωματικής οδού και τον Δεκέμβριο του 1917 έφθασε να γράψει ένα γράμμα στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Γούντροου Ουίλσον. Ο Ε.Ε. Κάμινγκς απελευθερώθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1917 και ο Μπράουν δύο μήνες αργότερα. Η εμπειρία του Κάμινγκς ως κρατούμενου χρησίμευσε ως βάση για το μυθιστόρημά του «Τεράστια σάλα» (The Enormous Room, 1922), για το οποίο ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ έγραψε: «Από όλα τα έργα των νεανίσκων που ξεπήδησαν από το 1920 και μετά, ένα βιβλίο επιζεί: Η Τεράστια σάλα του e e cummings… Αυτοί οι λίγοι που κάνουν τα βιβλία να ζουν δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τη σκέψη του θανάτου του.»

Ο Κάμινγκς επέστρεψε στις ΗΠΑ την Πρωτοχρονιά του 1918. Αργότερα το ίδιο έτος τον πήραν στον κανονικό στρατό, όπου υπηρέτησε στη 12η Μεραρχία, στο Φορτ Ντέβενς της Μασαχουσέτης, μέχρι τον Νοέμβριο 1918.
Ο Κάμινγκς επέστρεψε στο Παρίσι το 1921 και παρέμεινε εκεί για δύο χρόνια προτού γυρίσει στις ΗΠΑ. Η ποιητική συλλογή του «Τουλίπες και καμινάδες» (Tulips and Chimneys) εκδόθηκε το 1923 και η επινοητική χρήση της γραμματικής και του συντακτικού είναι ήδη εμφανής σε αυτή. Το περιεχόμενο περιορίσθηκε κατά πολύ από τον εκδότη του. Μαζί με τα 41 ποιήματα (XLI Poems, 1925) έδωσε στον Ε.Ε. Κάμινγκς τη φήμη ενός «αβάν γκαρντ» ποιητή. Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1924 ο ποιητής μετακόμισε και από τότε ζούσε στη διεύθυνση 4 Patchin Place, στο Γκρήνουιτς Βίλατζ, τη συνοικία των «κουλτουριάρηδων» στη Νέα Υόρκη.

Από το 1925 ως το 1939 ο ποιητής επισκέφθηκε το Παρίσι μερικές ακόμα φορές, ενώ ταξίδεψε και σε πολλά άλλα μέρη της Ευρώπης, συναντώντας μεταξύ άλλων και τον Πάμπλο Πικάσο. Την άνοιξη του 1931 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση, διηγούμενος τις εμπειρίες του στο έργο του «Ειμί» (ΕΙΜΙ (I am), 1933). Ταξίδεψε επίσης ως τη Βόρεια Αφρική και το Μεξικό, ενώ εργάσθηκε ως δοκιμιογράφος και προσωπογράφος για το περιοδικό «Vanity Fair» (1924–1927).

Το τροχαίο

Το 1926 οι γονείς του ποιητή είχαν ένα τροχαίο δυστύχημα: Ο πατέρας του σκοτώθηκε και η μητέρα του τραυματίσθηκε σοβαρά. Ο Κάμινγκς περιέγραψε το συμβάν ως εξής στη σειρά «εγώ: 6 μη-διαλέξεις» που έδωσε στο Χάρβαρντ το 1952 και το 1953:

Μία ατμομηχανή έκοψε το αυτοκίνητο στη μέση, σκοτώνοντας τον πατέρα μου ακαριαία. Όταν δύο φρεναδόροι πήδησαν από το σταματημένο τρένο, είδαν μία γυναίκα να στέκει, ζαλισμένη αλλά όρθια, δίπλα σε μία στραπατσαρισμένη μηχανή με αίμα να τρέχει από το κεφάλι της (όπως με πληροφόρησε ο μεγαλύτερος)… …Αυτοί οι άνθρωποι πήραν την εξηνταεξάχρονη μητέρα μου από τους βραχίονες και θέλησαν να την οδηγήσουν προς ένα κοντινό αγροτόσπιτο. Αλλά τους ξέφυγε, βάδισε κατευθείαν ως το σώμα του πατέρα μου και είπε σε μία ομάδα τρομοκρατημένων θεατών να το καλύψουν. Κι όταν αυτό είχε γίνει (και μόνο τότε), τους άφησε να την απομακρύνουν.
Ο θάνατος του πατέρα του άσκησε μία βαθιά επίδραση στον ποιητή, που εισήλθε σε μία νέα περίοδο της καλλιτεχνικής ζωής του, αρχίζοντας να εστιάζει πάνω σε σημαντικότερες πλευρές του βίου στην ποίησή του.

Το Χάρβαρντ

Το 1952 το Χάρβαρντ προσέφερε στον Ε.Ε. Κάμινγκς μία τιμητική θέση ως επισκέπτη καθηγητή. Οι διαλέξεις της έδρας Charles Eliot Norton που έδωσε το 1952 και το 1953 εκδόθηκαν αργότερα υπό τον τίτλο «i: six nonlectures» («εγώ: 6 μη-διαλέξεις»).

Ο Κάμινγκς πέρασε την τελευταία δεκαετία της ζωής του ταξιδεύοντας, δίνοντας διαλέξεις και αναπαυόμενος στη θερινή του κατοικία, που την ονόμασε «Joy Farm» («Αγρόκτημα της Ηδονής»), στο Σίλβερ Λέικ του Νιου Χάμσαϊρ. Πέθανε από εγκεφαλική συμφόρηση σε ηλικία 67 ετών στο νοσοκομείο της γειτονικής κωμόπολης Νορθ Κόνγουεϊ του Νιου Χάμσαϊρ. Η σορός του αποτεφρώθηκε και η τέφρα του τάφηκε στο Κοιμητήριο Φόρεστ Χιλς της Βοστώνης.

Τα χειρόγραφά του φυλάσσονται σήμερα στη Βιβλιοθήκη Houghton του Χάρβαρντ και στο Κέντρο Harry Ransom του Πανεπιστημίου του Τέξας στο ‘Ωστιν.

Ο έρωτας

Ο Ε.Ε. Κάμινγκς έκανε δύο σύντομους γάμους, αλλά η μακροβιότερη σχέση του ήταν εκτός γάμου. Ο πρώτος του γάμος, με την Ιλέιν Ορ (Elaine Orr), ακολούθησε έναν έρωτα που υπήρχε από το 1918, όταν εκείνη ήταν παντρεμένη με τον Σκόφηλντ Θάυερ, έναν από τους φίλους του Κάμινγκς στο Χάρβαρντ. Εκείνα τα χρόνια ο ποιητής έγραψε ένα μεγάλο μέρος της ερωτικής του ποίησης. Απέκτησαν μία νόθα κόρη μαζί, τη Νάνσυ, που γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1919. Η Νάνσυ υπήρξε το μοναδικό παιδί που απέκτησε ποτέ ο Κάμινγκς.

Η Ιλέιν χώρισε τον Θάυερ και στη συνέχεια παντρεύτηκε τον Κάμινγκς στις 19 Μαρτίου 1924. Ωστόσο, τρεις μήνες αργότερα βρίσκονταν ήδη σε διάσταση και πήραν διαζύγιο εννέα μήνες μετά, καθώς η Ιλέιν άφησε τον ποιητή για χάρη ενός πλούσιου Ιρλανδού τραπεζίτη, με τον οποίο έφυγαν στην Ιρλανδία παίρνοντας μαζί τους και τη Νάνσυ. Σύμφωνα με τους όρους του διαζυγίου ο Κάμινγκς είχε την επιμέλεια της Νάνσυ για τρεις μήνες κάθε χρόνο, αλλά η Ιλέιν αρνιόταν να συμμορφωθεί. Έτσι, ο Κάμινγκς δεν ξαναείδε την κόρη του μέχρι το 1946. Αργότερα η Νάνσυ παντρεύτηκε τον πιανίστα και συνθέτη Τζόζεφ Γουίλαρντ Ρούζβελτ, εγγονό του Προέδρου των ΗΠΑ Θεοδώρου Ρούζβελτ.

Ο Κάμινγκς νυμφεύθηκε τη δεύτερη σύζυγό του, την Αν Μίνερλυ Μπάρτον (Anne Minnerly Barton), την Πρωτομαγιά του 1929. Χώρισαν τρία χρόνια αργότερα.

Το 1932 ο Κάμινγκς συνάντησε τη Μάριον Μόρχαουζ (Marion Morehouse), μοντέλο και φωτογράφο. Δεν είναι γνωστό αν τέλεσαν ποτέ ιδιωτικό γάμο, ωστόσο έζησαν μαζί μέχρι τον θάνατο του ποιητή. Η Μάριον πέθανε στις 18 Μαΐου 1969 και τάφηκε δίπλα στον τάφο του ποιητή.

Η πολιτική

Σύμφωνα με τα όσα γράφει στο «Ειμί», ο Κάμινγκς ενδιαφερόταν ελάχιστα για την πολιτική μέχρι το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση το 1931, μετά το οποίο μετατοπίσθηκε προς συντηρητικές απόψεις σε πολλά πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Παρά τη ριζοσπαστική και μποέμικη κοινωνική του δημόσια εικόνα, υπήρξε οπαδός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Το στυλ

Παρά την οικειότητα του Ε.Ε. Κάμινγκς με το ύφος αβάν-γκαρντ (επηρεασμένο από τη συλλογή Calligrammes του Απολλιναίρ, σύμφωνα με μία παρατήρηση της εποχής), μεγάλο μέρος του έργου του είναι αρκετά παραδοσιακό. Πολλά από τα ποιήματά του είναι σονέτα, έστω και αν συχνά έχουν μία αντισυμβατική χροιά. Σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιεί τη φόρμα των στίχων των μπλουζ και ακροστοιχίδες. Θεματικά η ποίηση του Κάμινγκς ασχολείται συχνά με τον έρωτα και τη φύση, όπως και με τη σχέση του ανθρώπου ως ατόμου με τις μάζες και με τον κόσμο. Επίσης, τα ποιήματά του περιέχουν συχνά σε αφθονία το στοιχείο της σάτιρας.

Αν και οι ποιητικές φόρμες και τα θέματά του παρουσιάζουν εκλεκτική συγγένεια με τη ρομαντική παράδοση, ολόκληρο το έργο του Κάμινγκς παρουσιάζει μία ιδιαίτερη ιδιοσυγκρατική σύνταξη. Πολλά από τα δυνατότερα ποιήματά του δεν περιέχουν καινοτομίες στην ορθογραφία ή τη στίξη, αλλά μόνο συντακτικές.

Εκτός από τις επιδράσεις από σημαντικούς μοντερνιστές, όπως τη Γερτρούδη Στάιν και τον Έζρα Πάουντ, ο Κάμινγκς στα πρώιμα έργα του άντλησε από τους εικονιστικούς πειραματισμούς της Έιμυ Λόουελ. Αργότερα, η παραμονή του στο Παρίσι τον έφερε σε επαφή με το Νταντά και τον υπερρεαλισμό, αντανακλάσεις των οποίων βρίσκονται στο έργο του. Από ένα σημείο και ύστερα, άρχισε να στηρίζεται στον συμβολισμό και στην αλληγορία, εκεί όπου προγενέστερα χρησιμοποιούσε την παρομοίωση και τη μεταφορά. Στα ύστερα έργα του χρησιμοποιεί σπανίως συγκρίσεις με αντικείμενα που δεν αναφέρονταν προηγουμένως μέσα στο ποίημα, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει ένα σύμβολο. Σύμφωνα με μία κριτική, για τον λόγο αυτό η μεταγενέστερη ποίησή του είναι «συχνά πιο φωτεινή, πιο συγκινητική και πιο βαθιά από την προγενέστερη.» Ο Κάμινγκς αρέσκεται επίσης να ενσωματώνει εικόνες από τη φύση και τον θάνατο στην ποίησή του.

Παρότι μέρος της ποιητικής του δημιουργίας είναι σε ελεύθερο στίχο (χωρίς ομοιοκαταληξία ή [[Μέτρο (ποίηση)|μέτρο), πολλά ποιήματά του διαθέτουν μία αναγνωρίσιμη δομή σονέτου 14 στίχων, με ένα περίπλοκο σύστημα ομοιοκαταληξιών. Κάποια έχουν μία οργιαστική «τυπογραφία», με λέξεις, τμήματα λέξεων ή σημεία στίξεως διεσπαρμένα στη σελίδα σε διάφορες θέσεις της, που συχνά δεν «βγάζουν νόημα» μέχρι που να διαβαστούν μεγαλοφώνως, οπότε το νόημα ξεκαθαρίζει, όπως και το αίσθημα του ποιητή. Ο Κάμινγκς, που ήταν και ζωγράφος, καταλάβαινε τη σημασία της οπτικής παρουσιάσεως και χρησιμοποιούσε την τυπογραφία για να «ζωγραφίσει μία εικόνα» σε μερικά του ποιήματα.

Μετά το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Τεράστια σάλα», το πρώτο τυπωμένο έργο του Κάμινγκς ήταν η ποιητική συλλογή «Τουλίπες και καμινάδες» (Tulips and Chimneys, 1923). Αυτό το έργο υπήρξε η πρώτη γνωριμία του αναγνωστικού κοινού με τη χαρακτηριστική του εκκεντρική χρήση της γραμματικής και της στίξεως.

Μερικά από τα γνωστότερα ποιήματα του Κάμινγκς περιέχουν λίγη ή και καθόλου παράδοξη τυπογραφία ή στίξη, αλλά πάντα φέρουν το ιδιαίτερο στυλ του, ειδικά στην ασυνήθιστη (χαρακτηριζόμενη και ως ιμπρεσιονιστική) σειρά των λέξεων:

anyone lived in a pretty how town
(with up so floating many bells down)
spring summer autumn winter
he sang his didn’t he danced his did

Women and men (both little and small)
cared for anyone not at all
they sowed their isn’t they reaped their same
sun moon stars rain

(Από το ποίημα “anyone lived in a pretty how town”, 1940)

Η γραφή του συχνά δεν ακολουθεί τους συμβατικούς συνδυαστικούς κανόνες που γεννούν από τις λέξεις τυπικές προτάσεις της αγγλικής (π.χ. “they sowed their isn’t”).

Επιπροσθέτως, κάποια από τα ποιήματα του Κάμινγκς περιέχουν σε μέρος ή στο σύνολό τους, σκόπιμες ανορθογραφίες, ενώ αρκετά ενσωματώνουν φωνητικές γραφές που αποσκοπούν στο να αναπαραστήσουν συγκεκριμένες διαλέκτους. Ο Κάμινγκς επινοούσε επίσης σύνθετες λέξεις, όπως στο ποίημα “in Just”. Ο κριτικός λογοτεχνίας R.P. Blackmur έχει σχολιάσει ότι η γλώσσα του είναι «συχνά ακατανόητη επειδή αγνοεί την ιστορική συσσώρευση σημασίας των λέξεων, την οποία αντικαθιστά με ιδιωτικούς προσωπικούς του συνειρμούς».

Ποίηση

Η καμπύλη των ματιών σου
“Η καμπύλη των ματιών σου γύρο φέρνει την καρδιά μου
Γύρος χορού και γλύκας
Του χρόνου φωτοστέφανος νυχτερινό λίκνο και σίγουρο
Κι αν όλα τα όσα έζησα δεν τα κατέχω πια
Είναι γιατί τα μάτια σου δεν με θωρούσαν πάντα.

Φύλλα ημέρας και δροσιάς αφρός
Του ανέμου καλαμιές ευωδιαστά χαμόγελα
Φτερά σκεπάζοντας τον κόσμο φως
Πλοία κατάφορτα ουρανούς και θάλασσες
Κυνηγοί θορύβων και πηγές χρωμάτων

Μύρα που ξεπετάχτηκαν από της χαραυγής
Το κλώσισμα το αδιάκοπο μες στ’ άχερα των άστρων
Όπως η μέρα κρέμεται απ’ την αθωότητα
Έτσι κι ο κόσμος κρέμεται απ’ τ’ αγνά σου μάτια
Και ρέει στα βλέμματά τους όλο το αίμα μου.”

Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

Ο Πωλ Ελυάρ (πραγματικό όνομα Eugene Grindel,) γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου του 1895 και ήταν Γάλλος ποιητής που δραστηριοποιήθηκε στα καλλιτεχνικά ρεύματα του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού.

Γεννήθηκε στην πόλη Σαιν-Ντενί, κοντά στο Παρίσι όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια. Στο διάστημα 1907-1911 γράφτηκε στη Σχολή Κολμπέρ όπου πραγματοποίησε σπουδές, ωστόσο σε ηλικία περίπου 17 ετών προσβλήθηκε από φυματίωση και αναγκάστηκε να τις διακόψει. Για δύο χρόνια, διέμεινε σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας όπου τελικά θεραπεύτηκε και αμέσως μετά, το 1914 κατατάχθηκε στον στρατό.

Το 1917 παντρεύτηκε την Helena Deluvina Diarkinoff, περισσότερο γνωστή ως Γκαλά, με την οποία απέκτησε και μία κόρη. Την ίδια περίοδο δημοσίευε τα πρώτα του ποιήματα, αρχικά με τη συλλογή “Το χρέος και η ανησυχία” και αργότερα με τα “Ποιήματα για την ειρήνη” (1918), τα οποία προκάλεσαν και το ενδιαφέρον του Ζαν Πωλάν, εκδότη της επιθεώρησης Spectateur. Παράλληλα, ο Ελυάρ γνωρίστηκε με τους Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν και Τριστάν Τζαρά, με τους οποίους συμμετείχε αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα του υπερρεαλισμού. Αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών “Litterature” καθώς και της μεταγενέστερης έκδοσης “La Revolution Surrealiste”.

Παρέμεινε στις τάξεις της υπερρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού μέχρι το 1938. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση, ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Κατά τη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, επισκέφθηκε ως μέλος διεθνούς αντιπροσωπείας τον Γράμμο, τον Ιούνιο του 1949, με στόχο την ενίσχυση του κύρους του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και τη διεθνή υποστήριξή του. Πέθανε το στις 18 Νοεμβρίου του 1952 από καρδιακή προσβολή.

artigo.gr/

Ποίηση

 Οτόμο νο Γιακαμότσι (716-785). Θεωρείται ο δημιουργός της ογκώ8ους ανθολογίας Μανιοσαύ, στην οποία περιέχονται περισσότερα από 500 8ικά του ποιήματα, ανάμεσα στα οποία συγκαταλεγονται κι αξιοσημείωτα τάνκα.

Τώρα νυχτώνει,
στη μισάνοιχτη πόρτα
στέκω, προσμένω
κείνη που ορκίστηκε
στ' όνειρο πως θα έρθει.

Όταν ανθίσουν
τα γαρύφαλα που έχω
μπρος στην αυλή μου
σ' αυτά θ' αναγνωρίσω
τα γλυκά σου μάγουλα.

Η επίγεια ζωή
γρήγορη και φευγαλέα
γι' αυτό θά 'θελα
χαράς βουνίσιο ρέμα
δρόμο τίμιο κι αληθινό.

Τάνκα (短歌, «σύντομο ποίημα»), ονομάζεται μια πολύ παλιά μορφή ιαπωνικής ποίησης. Κάθε τάνκα ολοκληρώνεται σε μόλις 31 συλλαβές. Στην επίσημη μορφή τους, τα τάνκα απαρτίζονται από πέντε στίχους των 5, 7, 5, 7 και 7 συλλαβών. Είναι μεταγενέστερα των αρχαίων γουάκα και προγενέστερα των χαϊκού.

Κατά την Χεϊανή Ιαπωνική Περίοδο (平安時代) 794-1185 μ.Χ., τα τάνκα υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλή στους ανθρώπους του πνεύματος, άντρες και γυναίκες, και δήλωναν την πνευματική ανωτερότητα εκείνου που τα συνθέτει. Συνδυάζονταν με τη σχολαστική επιλογή χαρτιού και μελανιού, καθώς και μ’ ένα λουλούδι καρφιτσωμένο στο καλαίσθητο μπιλιέτο.

Σχετικά με το περιεχόμενό τους, τα τάνκα, αποτύπωναν, σχεδόν επιγραμματικά, το τέλος, την ολοκλήρωση δηλαδή ενός πράγματος, γεγονότος ή συναισθήματος. Άλλοτε μπορούσε να μιλούν για τον έρωτα ο οποίος παρήλθε οριστικά κι άλλοτε για τον έρωτα ο οποίος σφραγίστηκε με τα δεσμά του γάμου. Κάθε τι περατωμένο, ευχάριστα ή μη, βρίσκει τη θέση του μέσα σ’ ένα τάνκα.

Οι τρεις πρώτοι στίχοι (σε μετρική χαϊκού, 5-7-5), ονομάζονται στα ιαπωνικά, «καμί νο κου», «άνω ποίημα», ενώ οι επόμενοι δύο (7 και 7 συλλαβές), «σιμό νο κου», «κάτω ποίημα». Βασικό στοιχείο όλων των ιαπωνικών τάνκα είναι η ομορφιά της φύσης, όχι όμως αυτή καθαυτή, μα άρρηκτα συνδεδεμένη με την εσωτερική ψυχική κατάσταση του ποιητή τους.

Σήμερα, τα πιο παλιά και φημισμένα ιαπωνικά τάνκα, συγκεντρώθηκαν στην ολότητά τους από τους λαογράφους και μελετητές, κωδικοποιήθηκαν και βρίσκονται σε μια μεγάλη ανθολογία με τον τίτλο: «Μαν-γου-σου». («Δέκα-χιλιάδες-φύλλα»)/Verse Monkey http://versemonkey.blogspot.com/

http://www.peri-grafis.net/

 

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.