Σεπτεμβρίου 20, 2019

Ποίηση

-1-
Φύσημα ανέμου
αρώματα Μαΐου
γύρισες πίσω!
-2-
Μυρωδιές άνθους
Παίζουνε τα χρώματα
Ανάσες παντού!
-3-
Ουρανός στα μπλε
Έσπασε η εικόνα
Σε ξεπέρασα!
-4-
Άνοιξη τώρα
σκαρφαλώνω στο νερό
 άνθη στο βάζο!
-5-
Ζωή καθενός
μνήμες, αγκάθια στα ροζ
χάραξε ζωή!

-6-
Εγκατέλειψα
όλους αυτούς που μιλούν
γεμάτη χαρά!

-7-
Σκιές που τρέχουν
κίτρινοι λεμονανθοί
 νέκταρ αγάπης!

-8-
Λειβάδια Μαγιού
παίζουν στην ανατολή
ω αδελφέ μου!

-9-
Αναβοσβήνουν
χιονισμένες οι φωνές
με προσπερνάνε!

-10-
Θάλασσας κύμα
σφιχτοκρατιέμαι στον αφρό
χάραξε η γη!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.

Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή.

Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

 Συλλογή 2018

 Γράφει Η Μίκα Καππάτου 

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

21.
Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
Τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ὕστερο ἀστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
Τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·

Καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
Τόσο γλυκὸ 'ς τὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,
Ποὺ λὲς καὶ λέει μέσ' ς' τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα·
Γλυκειὰ ἡ ζωή καὶ ὁ θάνατος μαυρίλα.

Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόραις,
Ὅλοι, μικροὶ μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
Μέσα 'ς ταῖς ἐκκλησίαις ταῖς δαφνοφόραις
Μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
Ἀνοίξετε ἀγκαλιαῖς εἰρηνοφόραις
Ὀμπροστὰ 'ς τοὺς Ἀγίους, καὶ φιληθῆτε·
Φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
Πέστε Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.
Δάφναις εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
Καὶ βρέφη ὡραῖα 'ς τὴν ἀγκαλιὰ οἱ μαννάδες·
Γλυκόφωνα, κυττῶντας ταῖς ζωγραφι-
σμέναις εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
Λάμπει τὸ ἀσῆμι, λάμπει τὸ χρυσάφι,
Ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες·
Κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ᾿ τ᾿ ἁγιοκέρι,
Ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ 'ς τὸ χέρι.

22.
Βγαίνει, γιατὶ 'ς τὰ σωθικά του ἀνάφτει,
Καὶ γιὰ πρῶτο ἀπαντᾷ τὸν νεκροθάφτη.

23.
Κανεὶς δὲ τοῦ μιλεῖ, καὶ δὲ τοῦ δίνει
Τὸ φιλὶ τὸ γλυκὸ ποῦ φέρνει εἰρήνῃ.

24.
Πάντα χτυπάει, σὰν νἄλπιζε ἐκεῖ κάτω
Ν᾿ ἀγροικηθῇ 'ς τῆς κόλασης τὸν πάτο.

 

Ποίηση

Βάρναλης: Πού να σε κρύψω γιόκα μου να μη σε φτάνουν οι κακοί; Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν

Ο θρήνος της Μεγάλης Βδομάδας, ο θρήνος της μάνας για το παιδί της..
Οι πόνοι της Παναγιάς, το συγκινητικό ποίημα του μεγάλου Κώστα Βάρναλη, ανήκει στο πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης Σκλάβοι Πολιορκημένοι, η οποία εκδόθηκε το 1927.


Ο ποιητής, ακολουθώντας τη δημοτική μας παράδοση, χρησιμοποιεί τη μορφή της Παναγιάς, για να εκφράσει τον ανθρώπινο πόνο της μάνας. Η Παναγιά κατέχεται από τα τρυφερότερα συναισθήματα για το παιδί που πρόκειται να γεννήσει, αλλά και από κακά προαισθήματα για την τύχη που το περιμένει.

Η ποίηση του Βάρναλη, ένας από τους χρυσούς ακόμη κρίκους που συνδέουν τις ψυχές και των Λίγων και των Πολλών, με τον κόσμο των Οραμάτων και των Μορφών, ανακρατεί τη λειτουργία, το αξίωμα και την πραγματική υπερηφάνεια της ποιητικής και στις μέρες μας τέχνης.

Το υπέροχο ποίημα μελοποίησε ο Λουκάς Θάνος και τραγούδησε με την σπαρακτική του φωνή ο Νίκος Ξυλούρης αλλά και μετέπειτα ο Γιάννης Χαρούλης.

Μια λιόλουστη μέρα του χειμώνα η Παναγιά, στενεμένη από τους πόνους, αφήνει το σπιτικό της και βγαίνει στον κάμπο τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας.
Κάθεται χάμου στο πράσινο χορτάρι, που το φωτίζουνε δω κι εκεί άγριες βιολέτες, κυκλάμινα, κρόκοι· και σφίγγοντας την κοιλιά της με τα δυο της χέρια κλαίει και δέρνεται, κουνώντας τ’ άμαθο κορμί της δεξιά κι αριστερά, όπως οι μοιρολογίστρες της Ανατολής.

Σπιτάκι μου στανάχωρο, και κάμαρά μου χαμηλή!
Πόνοι μού σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.
Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθίσω.
Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,
ο πόνος, που με κυνηγά, θενά με φέρει πίσω.

Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πέφκος ο βαθύς,
όσο που μπάρσαμο πικρό στα φύλλα του να σουρωθείς,
μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.
Αχ, χάηδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,
πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!

Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω εβωδερά
και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.

Ονείρατα, που γαλανά στο μισοξύπνι τ’ αυγινό
από τα μάτια τα γλαρά σαν τον αφρό, σαν τον αχνό
περνάτε μια και χάνεστε, σκήμα χωρίς και θώρι,
ελάτε κι άλλη μια φορά, πείτε μου να μην το ξεχνώ,
πως το παιδί, που καρτερώ, το πρώτο, θα ν’ αγόρι.

(Εδώ η Παναγιά μιλά για το όραμα του Αγγέλου).

Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς·
κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς·
κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι·
καν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς —
πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι;

Είσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές,
η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες·
κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο
—χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!—
ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω.

Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί;
Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος ναν το δει!
Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει!
Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αβγή – βραδύ,
πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη.
…………………………………………………………………..

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θενα σπαράξεις.

Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταβρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
—Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσιο…—
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

awakengr.com

Ποίηση

Τα γόνατα του Ιησού

Καρφωμένα στ' αγριόξυλο του σταυρού,σχηματίζουν

μι'* αμβλεία γωνία.

Είναι τα ίδια τα γόνατα

που προβάτιζαν*, παίζοντας, γύρω απ' το κόκκινο

φουστάνι της μάνας του,

όταν ήτανε βρέφος δέκα μηνών.

Που αργότερα, έφηβος, τ' ακούμπαγε κάτω

στη γη πριονίζοντας το ξύλο ενός κέδρου.

Που λύθηκαν κι έπεσαν, ένας σωρός,

μια νύχτα που η άνοιξη ήταν αβάσταγη

και μύριζε η γης κι ο ουρανός λεμονάνθι

στο Όρος των Ελαιών.

Κι είναι ακόμη τα γόνατα

που κάθιζε, αμίλητος, δυο δυο τα παιδιά

κι απλώνοντας δίπλα του, πάνω στη γη,

το απέραντο χέρι του, τα φίλευεν*

ένα λουλουδάκι 

κομμένο

απ' τον πλούτο του σύμπαντος.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Ποίηση

Τι σιωπηλά που αλλάζουν οι εποχές. Νυχτώνει απέραντα.
Μια ψάθινη καρέκλα μένει μόνη, ξεχασμένη κάτω απ' τα δέντρα,
μες στη λεπτή υγρασία και στους αχνούς που αναδίνει το χώμα.
Δεν είναι θλίψη` μήτε αναμονή σχεδόν` τίποτα.
Μία κίνηση ακίνητη απλώνεται στο χτες και στο αύριο.
Η χελώνα είναι μια πέτρα στα χόρτα` σε λίγο σαλεύει -
ήρεμο απρόοπτο, κρυφή συνενοχή, ευτυχία.

Γιάννης Ρίτσος , Ορέστης, Τέταρτη διάσταση

 

Ποίηση

Πρόσωπον....Αρυτίδωτον..
Άκου μπότοξ;;;
Να μπω στο κλαμπ της άλλης γυναίκας; Όχι σε λίστα αναμονής θα μπω για την επανάληψη της συνεδρίας μου!

Ευχαριστώ δεν κάνω, δεν αλλάζω, δεν θα πάρω, ΔΕΝ θα πάω.
Να γίνω μια άλλην;; Θα γίνω μια άλλην,Μία Ξένην...Κάνω προσπάθειες
Θα μου πεις, όλες μετά τα "τραβήγματα" πια και τις αθώες ενεσούλες.....όλες, μα όλες είμαστε ΟΜΟΙΕΣ, ίδιες πως το λένε..."Αγέλαστος Πέτρα"...
Αυτό πάλι με το παγωμένο "Βαλσαμωμένο Ύφος" που έχουμε-νε όλες με ....ξεπερνάει.
Ύστερα σου λέει....Κοίτα Αυτήν Πως Διατηρείται;;;Κοίτα ΤΗΝ...Θεά!
Διατηρητέον δηλαδή!!!!
Κάτσε, αυτό τώρα με τα μπότοξ σε κολακεύει;
Πρόσωπον ίσιοΝ, ΣιδερωμένοΝ, ΑρυτίδωτοΝ - Ή Χωρίς Ρυτίδες, Φρέσκαδούρα..

Και πιο κάτω....Λαιμός  γρίλια, περσίδα...όΠως θες πες το αγάπη μου.
Κρέμεται πάντως. Τα χέρια με τις καφέ κηλίδες μη ξεχάσω...

Κρίμα....Πονάει αλλά εξηντάρισες....Πόσο πια!!

Μη προχωρήσω πιο κάτω...."Λακκουβίτσες" η "Κυτταρίτιδα",  μου το είπαν οι "φίλες" μου γεμάτη...Παντού με τα μάτια κλειστά.
Κρίμα...

Άδικον!!
Θα το καλύπτω με κρέμες, θα δεις, δεν θα φαίνεται ΤΙΠΟΤΑ..Ή να το ξανασκεφτώ; Να με αποδεχτώ Σκέφτομαι...Μήπως ξεφεύγω; Οι φίλοι μου λένε Εξηντάρισες Δανάη..

Άδικον!!
Πάλι βράδυ, Νύχτα....
Είμαι Εγώ τώρα..Άντε πάλι Εγώ και Αυτή...
Χωρίς Κρέμες, χωρίς Μέικαπ, Χωρίς το Σπρέι για τις Άσπρες Τρίχες Στα Μαλλιά, Χωρίς το Ειδικό καλσόν Για την "Ανόρθωση Του Πωπού Μου", Χωρίς τα Γοβάκια μου ( είμαι κοντούλα, τι να κάνουμε), χωρίς Σουτιέν....

Εγώ και Αυτή....Εγώ..

Κοιτάζομαι στο καθρέφτη......Πόσο Άλλαξα Θέε μου...Πολλές Ρυτίδες Ε;
Όχι, Πολλές ενεσούλες, καμμία Ρυτίδα, Τίποτα....

Όλα Είναι Τέλεια...
ΝΑΙ! 

Θαυμάστε την πως διατηρείται;;; Εδώ Διατηρητέον!
Δεν Είμαι εγώ όμως αυτό που βλέπω είμαι κάτι άλλο....Είμαι Μια άλλη..

ΔΕΝ είναι Αυτό Που Νομίζεις όμως!

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/index.php

Ποίηση

Ο Γιώργος Σεφέρης ήταν ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ, το 1963. Είχε προταθεί άλλες δύο φορές για το βραβείο –το 1955 και το 1961– από τον σπουδαίο ποιητή Τ. Σ. Έλιοτ. Η Σουηδική Ακαδημία απένειμε στο Γιώργο Σεφέρη το βραβείο «δια το υπέροχον λυρικόν ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από εν βαθύ αίσθημα δια το ελληνικόν πολιτιστικόν ιδεώδες».

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές.
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος, κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια,τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.

Ποίηση

- 1 -
Φεγγάρι ψηλά
στη σκεπή του ουρανού
βροχή τ΄Απρίλη.
- 2-
Τριγυρνώ παντού
να σε βρω στην άκρη
του ορίζοντα.
- 3 -
Κοίτα το φως του
πέφτει στη ασημί λίμνη
πόσο λαμπερό.
- 4 -
Ανθίζει σκιά
αρωματικό φεγγάρι
κοντοζυγώνει.
- 5 -
Δάκρυ ουρανού
σκύψε να πιεις τη χαρά
 αστέρια ζάρες.
- 6 -
Πέφτει το κύμα
άκου τον ήχο χτυπά
πάνω στα βράχια.
- 7-
Πληθαίνει ζωή
πάνω στη βάρκα εσύ
κάνεις κύκλους.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.

Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή.

Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Από τη Συλλογή "Χαϊκού - Επέμβαση"

 Γράφει Η Μίκα Καππάτου 

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.
Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου κι έλεγες:
"Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα για
γήινους σκοπούς
και χώρια να ζουν ο κόσμος τ' αναγκάζει.
Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα
ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.
Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε
εκπρόσωπό της.
υπάκουσέ την, γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της
την κούπα της γλύκας της ζωής.
Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά, η αγάπη σου
θα 'ναι η παρηγοριά μου. Κι η θύμησή σου
Αιώνιος Γάμος."
Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ; Είσαι ξύπνια
μέσα στη σιωπή της νύχτας; Ας σου φέρνει
ο καθάριος άνεμος τους χτύπους της καρδιάς μου
κι όλη μου την αγάπη.
Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.
Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου που
καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.
Που είσαι αγαπημένη; Ακούς το κλάμα μου
πέρα απ' τον ωκεανό; Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;
υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα για να σου φέρει
την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου; υπάρχει
μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;
Που είσαι, όμορφο αστέρι μου; Το σκοτάδι της ζωής
μ' έριξε στην αγκαλιά του. Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα 'ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο! Θα με στηρίξει!
Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!

Απόσπασμα

Kahlil Gibran (1883-1993)

Ποίηση

Η μέρα πουλήθηκε το άλλο πρωί στις οχτώ
μα δε φρόντισε κανείς να παραχώσει λίγον ήλιο στο χώμα
Το γέλιο στέγνωσε
Τ’ αστέρια σκούριασαν
Τα δάχτυλα λιγόστεψαν
Στην καρδιά μας απλώθηκε ένας κάκτος
Νιώθαμε μόνοι τόσο μόνοι
Λες και μας αρνήθηκε μια γυναίκα
Μια γυναίκα πικρή
Μια γυναίκα ακατάληπτη
Μια γυναίκα που χαμογελούσε
Κι όμως ψιθύριζε ανελέητα
Το όχι

Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες και σεμνότερες «φωνές» της ελληνικής ποίησης. Ο Κλείτος Κύρου γεννήθηκε στις 13 του Αυγούστου 1921 στη Θεσσαλονίκη και έφυγε από τη ζωή στις 10 του Απρίλη 2006.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή