Οκτωβρίου 21, 2020

Ποίηση

Η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου.

Τι μπορώ να πω για τον Παρθενώνα...
Ο ναός σαν πλοίο, δονείται, τεντώνεται,
πλέει αν και ακίνητος, διασχίζοντας τους αιώνες.

Κατεβήκαμε με το αυτοκίνητο στη θάλασσα.

Πόσο όμορφα είναι
τα ανέγγιχτα χείλη της θάλασσας
όταν αγγίζουν μιαν άγρια παραλία.

Πίσω μας λόφοι και πράσινες πεδιάδες.
Στο βάθος η Ελευσίνα.
Ο ουρανός απόλυτα λείος.

Γευματίσαμε στο Σούνιο.

Οι κολώνες
άσπρες σαν κιμωλία, ψηλές σαν φάροι.

Γυρίσαμε,
εννοείται περνώντας φουντωτά δέντρα,
κόκκινα τετραγωνισμένα χωράφια,

αφήνοντας πίσω μας τσιγγάνικα τσαντίρια,
σαν ινδιάνικα καλύβια από κλαδιά φτέρης.

Σήμερα
- τι όμορφα ήταν σήμερα -

στη μικρή βυζαντινή εκκλησία,
στους πρόποδες του Υμηττού.

Το θρόισμα των κυπαρισσιών.

Κάμαρες χτισμένες ψηλά σαν χελιδονοφωλιές,
με κομμάτια σκαλισμένο μάρμαρο στις παραστάδες.

Η μικρή αυλή.

Το άρωμα των λουλουδιών.
Ένα ματσάκι άγριες ανεμώνες και ορχιδέες.

Η ζωή μοιάζει τόσο ελεύθερη,
γεμάτη απ' όλα τα καλά.

Γιατί δε μπορούμε να ζούμε για πάντα έτσι;
αναρωτήθηκα.

Να γίνουμε εραστές της ζωής
και να τρώμε μόνο ψωμί, γιαούρτι, αυγά,
ας πούμε στην Κρήτη.

Το Λονδίνο δε φτάνει, ούτε το Σάσσεξ.

Θες να ξαναγυρίσεις
σ' αυτούς τους φιλικούς ανθρώπους,
απλώς και μόνο για να μιλήσεις.

Η ώρα είναι δέκα παρά πέντε.
Και που βρίσκομαι και γράφω με πένα και μελάνι;

Στους Δελφούς, κάτω από μιαν ελιά,
σε γη στεγνή, στρωμένη με άσπρες μαργαρίτες.

Ακούγονται κουδούνια κατσικιών.

Ένας γέρος ξεπέζεψε από το μουλάρι του
και μια ακρίδα μόλις έκατσε πάνω στην ελιά.

Σήκωσα το κεφάλι μου
και είδα τα βουνά σαν λάμες μαχαιριών.

Και ένιωσα σαν ένα μαχαίρι
να έξυσε ένα αμβλύ όργανο που υπήρχε μέσα μου,

γιατί δε μπορούσα να βρω κανένα ψεγάδι

σε αυτή τη λυγερή, αθλητική ομορφιά,
τη βουτηγμένη στο χρώμα,

χωρίς να 'ναι ψυχρή, χωρίς ίχνος χυδαιότητας,
αλλά πανάρχαια από ανθρώπινη ζωή.

Κόρινθος, Ναύπλιο, Μυκήνες,
Μυστράς, Τριπολιτσά, κι από εκεί,
πίσω στην Αθήνα.

Κοντεύει δώδεκα
αλλά η Αθήνα δε φαίνεται να νυστάζει.
Αύριο τέτοια ώρα θα φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη.

Είμαι στην Ελλάδα.

Είμαι ήρεμη,
φιλική προς όλα,
χαλαρή.

Είμαι ευτυχισμένη.

Βιρτζίνια Γουλφ

Αποσπάσματα από το βιβλίο της:

''Ελλάδα και Μάης μαζί''

Ποίηση

Λες έχω αμπέλια και χωράφια και σπίτια και γης. Κουράδες έχεις. Κανένας άνθρωπος δεν έχει γη. Η γης έχει εμάς και σπάει κέφι μαζί μας, άσε που την ενοχλάμε κάθε λίγο σαν κοτόψειρες.

Δύναμη; Μπούρδες. Ίδρωσες να κάνεις μια πολυκατοικία 46 διαμερίσματα και πλακώνει ένας σεισμός και στην κάνει λιάδα. Πήρες παρασήματα και χειροκροτήματα και ζήτω και έρχεται αδερφάκι μου ένα τόσο δα μικρόβιο από συνάχι και σε κάνει μια πτωματάρα χωρίς να το καταλάβεις.

Έβαλες παρά στην μπάντα και διέταξες κόσμο κάντε έτσι ρε μερμήγκια ασήμαντα, και σε πιάνει ένα κόψιμο και είσαι ρεζίλης στην λεκάνη του καμπινέ. Κάνεις το δυνατό κι έτσι και πιάσει μια παγωνιά τρέμεις σαν παλιόσκυλο και από την άλλη μεριά, μια μολόχα, ένα χορταράκι ασήμαντο, κάθεται όλη νύχτα και τρώει τους αέρηδες και το χιονιά και το πρωί είναι φρέσκο και δεν τούγινε τίποτα.

Πούν’ η δύναμή σου ρε φιόγκο κάτου από τούτο εδώ το Σύμπαν που μας πλακώνει με το βάρος του; Πούναι τα μεγαλεία σου και το τουπέ σου;

Μια ανάποδη να πάρουνε τα πράματα, στα λεφτά, στα πολιτικά, στην υγεία, στα όλα που την βασίζεις, πας, ξεγράφτηκες και μήτε που θέλουνε να σε θυμούνται οι άλλοι.

Πέθανες και περάσανε πενήντα χρόνια και μήτε κανένας ξέρει αν υπήρξες και αν έκανες και σε φοβηθήκανε και σε λογαριάσανε.

Νίκος Τσιφόρος -Τα Παιδιά της Πιάτσας

Ποίηση

«Τι κρίμα για σένα, αν πιστεύεις ότι υπάρχει μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί στατιστικά. Πραγματικά σε λυπάμαι αν διευθύνει τη ζωή σου μόνο αυτό που μπορεί να μετρηθεί, γιατί εμένα με κεντρίζει το απροσμέτρητο. Με κεντρίζουν τα όνειρα, όχι μόνο αυτό που είναι μπροστά μου. Δε δίνω δεκάρα γι’ αυτό που βρίσκεται μπροστά μου. Αυτό το βλέπω. Αν θες να περάσεις τη ζωή σου μετρώντας το, είναι δικαίωμά σου, εμένα όμως με ενδιαφέρει αυτό που βρίσκεται πιο έξω. Υπάρχουν τόσα που δε βλέπουμε, δεν πιάνουμε, δε νιώθουμε, δεν καταλαβαίνουμε.

Υποθέτουμε πως η πραγματικότητα είναι αυτό το κουτί που μας βάλανε μέσα, κι όμως σας βεβαιώνω πως δεν είναι έτσι. Ανοίξτε την πόρτα κάποτε και κοιτάξτε τι υπάρχει έξω. Το όνειρο του σήμερα θα είναι η πραγματικότητα του αύριο. Κι όμως έχουμε ξεχάσει να ονειρευόμαστε».

«Κατ’ αρχήν πιστεύω ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αγαπάει είναι ότι αγαπάει τον εαυτό του. […] Δε μιλάω για το χάιδεμα του εγώ μας.

Μιλάω για τον άνθρωπο που συνειδητοποιεί, ότι δεν μπορείς να δώσεις παρά αυτό που έχεις και γι’ αυτό καλά θα κάνεις να προσπαθήσεις όσο μπορείς ν’ αποχτήσεις κάτι. Θέλεις να είσαι ο πιο μορφωμένος, ο πιο λαμπερός, ο πιο ενδιαφέρων, ο πιο πολυτάλαντος, ο πιο δημιουργικός άνθρωπος του κόσμου, γιατί έτσι θα μπορέσεις να τα δώσεις όλα αυτά. Ο μοναδικός λόγος που έχεις κάτι είναι για να το δίνεις».«Θεωρούμε το «εγώ» μας σαν κάτι ουσιαστικό, τον εαυτό που κατασκευάσαμε. Θα σας πω όμως μια αλήθεια, δεν τον κατασκευάσατεεσείς αυτό τον εαυτό. Άλλοι τον έφτιαξαν. Οι άλλοι σας είπαν ποιος πρέπει να είστε και ποιος όχι, πώς πρέπει να κινείστε, να μυρίζετε και να κάνετε τα περισσότερα πράγματα που κάνετε. 

Βγες από τον εαυτό σου και άφησέ τον εκεί. 

Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπουν μέσα σου τα νέα μηνύματα. Ο εαυτός κατασκευάζει τεράστια τείχη γύρω του για «αυτο»προστασία. Αυτά τα τείχη τα ονομάζει πραγματικότητα. Ο,τιδήποτε δεν ταιριάζει μ’ αυτό που ο περιτειχισμένος εαυτός θεωρεί πραγματικό, δεν αφήνεται να περάσει από το τείχος∙ έτσι, όταν πια φτάνει μέσα η νέα αντίληψη, έχει γίνει αυτό που ήθελε από την αρχή.

Έτσι οι περισσότεροι από μας περνάμε τη ζωή μας βλέποντας μόνον ό,τι θέλουμε να δούμε, ακούγοντας μόνον ό,τι θέλουμε να ακούσουμε, μυρίζοντας ό,τι θέλουμε να μυρίσουμε, ενώ όλα τα υπόλοιπα παραμένουν απολύτως αόρατα. Όλα τα πράγματα βρίσκονται εδώ.

Για να δούμε, το μόνο που χρειάζεται είναι να τα αφήσουμε να μπουν, να τα αγγίξουμε, να τα γευτούμε, να τα δαγκώσουμε, να τα αγκαλιάσουμε (το πιο ευχάριστο), να τα ζήσουμε όπως είναι –όχι όπως είμαστε εμείς».

«Το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος, αλλά η απάθεια».
«Αν είχα να διαλέξω ανάμεσα στον πόνο και στο τίποτα, θα διάλεγα τον πόνο».
«Υπάρχουμε εμείς, ο εαυτός μας και πάνω σ’ αυτό τον εαυτό συσσωρεύουμε χιλιάδες και χιλιάδες πράγματα που μπορεί να μην είναι ο εαυτός μας, μα που να ανήκουν μάλλον στην οικογένειά μας, την κουλτούρα μας, τους φίλους και ούτω καθεξής.

Τα παίρνουμε μαζί μας και τότε αυτά γίνονται εμείς και είμαστε ικανοί να πεθάνουμε για να υπερασπίσουμε αυτό το «εμείς» και καταφεύγουμε στην απάθεια για να αποφύγουμε τις προκλήσεις του νέου εαυτού.
Δημιουργούμε επίσης μοντέλα τελειότητας. Περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να κάνουμε τον έξω κόσμο να ταιριάσει μ’ αυτό που νομίζουμε εμείς σαν τέλειο».

«Είμαστε ήδη τέλειοι. Ο κόσμος είναι ήδη τέλειος. Προσπαθούμε να επέμβουμε σ’ αυτή την τελειότητα κι από κει πηγάζουν όλα τα προβλήματά μας. Τι θαυμάσιο που θα ήταν, αν μπορούσαμε να δεχτούμε το γεγονός ότι είμαστε ο τέλειος εαυτός μας.  Μόνο εσύ μπορείς να ξέρεις ποιος είναι ο τέλειος εαυτός σου. Είσαι όμως ο τέλειος εαυτός σου και είναι ο μοναδικός τέλειος εαυτός σου που θα περάσει έτσι στην ιστορία του κόσμου! Ίσως οι άλλοι να προσπαθήσουν να τον κάνουν ατελή ».

http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com/

Ποίηση

Mόνο ένα παγωμένο αγέρι

ξαγρυπνά στους δρόμους
προσμένοντας καρτερικά τον ήλιο
Ως και τα ελεγεία ξεχάσαμε που τραγουδούσαν τα τσακάλια

Θηρασία
Tόση σιωπή ολόγυρα γιατί;
Eγώ πεθαίνω ή η Eλλάδα αυτοκτονεί;

Tο πρωί ψηλάφισε
τις πλάτες του κόσμου
και πες μου πως δεν κάηκαν
όλων τα φτερά
Στην τσέπη του κάθε εργάτη
που νυσταγμένος μπαίνει στη φάμπρικα
πρέπει να καιει μια φωτίτσα
Mη μου το αρνηθείς
Mην πεις πως έσβησαν όλες οι ελπίδες

Kαι μείνε σε παρακαλώ ξάγρυπνη
για λίγο ακόμα
με τον όμορφο παλμό στα στήθια σου
που μεταγγίζει κουράγιο στο κορμί μου

Πάω να φτιάξω άλλον ένα καφέ
Mείνε λίγο ξάγρυπνη ακόμα
Kρατώντας τούτη τη γραμμή ανοιχτή
Tη γραμμή που χτίζει κάστρα
γύρω απ’ τα όνειρά μου
Tη γραμμή που ρίχνει σωσίβια
κάθε που ναυαγώ στο φόβο

Θηρασία
Kράτα τη γραμμή ανοιχτή
Θηρασία
Bάρκα που ψάχνει έλεος
στα απάνεμα βράχια σου η ζωή μου
Θηρασία
Δάκρυα και δηλητήρια
παραμορφώνουν το πρόσωπό μου
στο σκοτάδι
Θηρασία
Aσπρα γλαροπούλια
στο γαλάζιο σου ορίζοντα
Kράτα τη γραμμή ανοιχτή!

Tο αίμα θα ξαναγίνει κρασί στην Kανά
Θ’ ακούσουμε ξανά παιδιάστικα γέλια
Θα πούμε ξανά τραγούδια στη θάλασσα
Θα πιούμε ξανά από ανοιξιάτικο ρυάκι
Θα κάνουμε ξανά έρωτα στα χωράφια

Kράτα μόνο τη γραμμή ανοιχτή

Δημήτρης Βάρος

Γεννήθηκε στη Χίο το 1949. Σπούδασε δημοσιογραφία στο Λονδίνο και διετέλεσε διευθυντής σύνταξης και διευθυντής στις εφημερίδες Χιακός Λαός (τοπική), Ακρόπολη, Έθνος, Πρώτη, Έθνος της Κυριακής, Τύπος της Κυριακής (πανελλαδικές) και σε οικονομικά, πολιτικά και τεχνικά περιοδικά όπως Ελληνική Ναυτιλιακή, Χρόνος, Κεφάλαιο κ.ά.

Δημιούργησε πολλά περιοδικά όπως το Logistics & Management, το Car & Truck, το Ecotec, το TV Έθνος, το New Gen, to Relax κ.α.

Ο Δημήτρης Βάρος και ο Αλέκος Φιλιππόπουλος υπήρξαν οι πρωτεργάτες της εφημερίδας "ταμπλόιτ" στην Ελλάδα, επανεκδίδοντας το Έθνος το 1981 σε αυτή τη μορφή. Ήταν επίσης η πρώτη έγχρωμη εφημερίδα και η πρώτη που η στοιχειοθεσία της γίνονταν με ψηφιακό τρόπο. Σύντομα κατέκτησε την πρώτη κυκλοφορία στην Ελλάδα με συνέπεια όλες οι άλλες να ακολουθήσουν το δικό της στυλ σε εμφάνιση αλλά και στυλ γραφής.

Το 1986 ανέλαβε ως διευθυντής το "Εθνος της Κυριακής", αλλάζοντας με αυτό την νοοτροπία που υπήρχε μέχρι τότε, δηλαδή τα κυριακάτικα φύλλα να είναι απλώς η έβδομη και πιό παραμελημένη έκδοση της εβδομάδας. Καθιέρωσε τα ένθετα (με πρώτο το "Τάϊμ Άουτ") και εν συνεχεία τα συνοδευτικά περιοδικά (με πρώτο το "TV Έθνος") ανοίγοντας έτσι μια νέα αγορά, την αγορά των πολυσυλλεκτικών κυριακάτικων εφημερίδων που από την δεκαετία του 1990 δεσπόζουν κυκλοφοριακά στην Ελλάδα.

Εξέδωσε τα βιβλία Φρύνη, Θηρασία, Ανδρομέδα, Ω ξειν (ποιήματα), We are Geeks, (ευθυμογραφήματα) Painting with a camera (φωτογραφίες) κ.α.

Ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποίησε ποιήματά του, που υπάρχουν στους δίσκους «Ηλεκτρικός Θησέας» και «Τολμηρή Επικοινωνία». Τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει οι Παύλος Σιδηρόπουλος, Μαρία Φωτίου, Νέοι Επιβάτες, Βασιλική Λαβίνα και Vox.

http://www.poiein.gr

Ποίηση

{…} – «Η ζωή πότε ήταν αληθινά δική μας,

πότε είμαστε αληθινά αυτό που είμαστε

αληθινά, μονάχοι μας, δεν είμαστε, δεν είμαστε ποτέ

παρά ίλιγγος και χάος

γκριμάτσες στον καθρέφτη, τρόμος και ναυτία,

ποτέ η ζωή δεν είναι δική μας, είναι των άλλων,

η ζωή δεν είναι κανενός, η ζωή είμαστε όλοι,

ψωμί του ήλιου για τους άλλους,

όλους τους άλλους που είμαστε-

είμαι άλλος όταν είμαι, οι πράξεις μου

είναι πιο δικές μου όταν είναι επίσης όλων

για να μπορέσω να είμαι, πρέπει να είμαι ένας άλλος

να βγω απ’ το Εγώ, να ψάχνω ανάμεσα στους άλλους,

τους άλλους που δεν είναι αν δεν υπάρχω,

τους άλλους που μου δίνουν ύπαρξη,

δεν υπάρχει Εγώ, πάντα είμαστε άλλοι,

η ζωή είναι άλλη, πάντα εδώ κάτω, παρά πέρα,

έξω απο μένα, απο σένα, πάντα ορίζοντας,

ζωή που μας πλανάει και μας χωρίζει

απο μας τους ίδιους,

που μας επινοεί ένα πρόσωπο και το φθείρει,

πείνα του Είναι, ω θάνατε, ψωμί των πάντων!»

Ο Οκτάβιο Λοσάνο Πας (Octavio Irineo Paz Lozano, 31 Μαρτίου 1914 - 19 Απριλίου 1998) ήταν Μεξικανός ποιητής και διπλωμάτης. Για το συνολικό έργο του, βραβεύτηκε με το βραβείο Θερβάντες (1981), με το Διεθνές Βραβείο ογοτεχνίας Neustadt (1982) και με το Νόμπελ Λογοτεχνίας (1990).

Θεωρείται από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα και από τους μεγαλύτερους ισπανόφωνους ποιητές όλων των εποχών. Υπήρξε πολύ παραγωγικός συγγραφέας και η δουλειά του εκτείνεται σε πολλές γενιές ενώ τα έργα του περιλαμβάνουν ποιητικά θέματα, δοκίμια και μεταφράσεις.

Η Πέτρα του ήλιου – Οκτάβιο Παζ (Octavio Paz), (Ένα απόσπασμα απ’ το μεγάλο ερωτικό ποίημα)

Ποίηση

ΜΥΓΔΑΛΙΑ
Κι ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω
πῶς μπορεῖ νὰ πεθάνει μία γυναῖκα
ποὺ ἀγαπιέται.

Ἔχει στὸν κῆπο μου μιὰ μυγδαλιὰ φυτρώσει
κι εἶν᾿ ἔτσι τρυφερὴ ποὺ μόλις ἀνασαίνει·
μὰ ἡ κάθε μέρα, ἡ κάθε αὐγὴ τηνε μαραίνει
καὶ τὴ χαρὰ τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει.

Κι ἀλοίμονό μου! ἐγὼ τῆς ἔχω ἀγάπη τόση...
Κάθε πρωὶ κοντά της πάω καὶ γονατίζω
καὶ μὲ νεράκι καὶ μὲ δάκρυα τὴν ποτίζω
τὴ μυγδαλιὰ πού ῾χει στὸν κῆπο μου φυτρώσει.

Ἄχ, τῆς ζωούλας της τὸ ψέμα θὰ τελειώσει·
ὅσα δὲν ἔχουν πέσει, θὰ τῆς πέσουν φύλλα
καὶ τὰ κλαράκια της θὲ ν᾿ ἀπομείνουν ξύλα.
Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει

Κι ὅμως ἐγὼ ὁ φτωχὸς τῆς εἶχ᾿ ἀγάπη τόση.

Ποίηση

Άφησα να μην Ξέρω

Aπό τον κόσμο των γρίφων

φεύγω ήσυχη.

Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:

δεν έλυσα κανένα.

Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν

πλάι στα παιδικά μου χρόνια:

έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.

Tο κράτησα ώς τώρα

αχάλαστο ανεξήγητο,

γιατί ώς τώρα

δυο λογιών κρασάκι

έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρά

μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει

και δεν τον ρώτησα ποτέ

ποιας φωτιάς γιος είναι,

σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου

τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,

του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο

με θυσία και με στέρηση.

Mε το αίμα που μου δόθηκε

για να τον εξηγήσω.

Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια

και σκεπασμένη πρόθεση

έτσι το δέχτηκα

κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:

με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

Aίνιγμα δανείστηκα,

αίνιγμα επέστρεψα.

Άφησα να μην ξέρω

πώς λύνεται ένα χθες,

ένα εξαρτάται,

το αίνιγμα των ασυμπτώτων.

Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,

ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως

να σε διακρίνω.

Στάθηκα Πηνελόπη

στη σκοτεινή ολιγωρία σου.

Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,

πηγή αν είσαι ή κρήνη,

θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα

που, Πηνελόπες και όχι,

μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού

για να δοξάζεται το αίνιγμα

πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Aπό τον κόσμο των γρίφων

φεύγω ήσυχη.

Aναμάρτητη:

αξεδίψαστη.

Στο αίνιγμα του θανάτου

πάω ψυχωμένη.

 

Κ. ΔΗΜΟΥΛΑ  

6 Ιουνίου 1931 - 22 Φεβρουαρίου 2020 

Ποίηση

Ένα κείμενο της Κικής Δημουλά για το άπιαστο της ευτυχίας του ανθρώπου

ΕΧΩ ΠΟΛΛΑ ΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΟΥΝΑ αυτής της μεγαλοκυρίας που λέγεται ευτυχία.

Μου έχει σπάσει τα νεύρα με όσα ισχυρίζεται απολογούμενη που με έστησε. Ότι τάχα ήρθε, αλλά εγώ είχα το νου μου σε τούτο και σε κείνο, ενώ εκείνη με περίμενε σε τούτο και σε κείνο, κι όπως μου τα προσδιόρισε, με περίμενε σε πράγματα αδύνατα να συμβούν, εκεί ακριβώς δηλαδή που είχα το νου μου. Κι αυτός ήτανε, λέει, ο λόγος που την προσπέρασα.

ΑΛΛΟΤΕ ΠΑΛΙ, ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΠΩΣ ΗΡΘΕ, στάθηκε, λέει, έξω από κάτι ιστορίες, στις οποίες εγώ είχα ήδη μπει μέσα, είχε τη διάθεση να πηδήξει από το παράθυρο και να μπει, αλλά ήταν τόσο υπερυψωμένη η δυσπιστία μου που δεν το τόλμησε.

ΑΛΛΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ, ΤΡΑΒΗΓΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ, πως εγώ χτύπησα πολύ σιγά την πόρτα της και δεν με άκουσε, ή ότι χτύπησα πολύ δυνατά την πόρτα της, φοβήθηκε και δεν μου άνοιξε, και τι ψεύτρα, Θεέ μου, ότι χτύπησα λάθος τη διπλανή της πόρτα και βλέποντάς με να καθυστερώ, συνεπέρανε ότι το λάθος μού βγήκε σε καλό και δεν ήθελε να το διακόψει.

ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΑΠΑΡΙΘΜΗΣΕΙ ΜΙΑ ΜΙΑ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ με το όνομά τους, που την περιείχαν, λέει, αλλά εγώ θυμάμαι μόνο τι φόβο είχα μην τις χάσω. Βλέπεις; μου λέει η κουτοπόνηρη, αν δεν ήμουνα εγώ εκεί μέσα, σ’ αυτές τις στιγμές, γιατί θα φοβόσουν μην τις χάσεις, τι σ' ένοιαζε; Άρα ήρθα.

ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ΟΙ ΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΕΙΠΑΜΕ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ σε κάποιο φωτεινό μέρος, είτε στις κάποιες έξι των απογευμάτων, είτε στις κάποιες οκτώ των δειλινών που έχουνε πιο φρόνιμο φως, κι εγώ να περιμένω, να την περιμένω με τις ώρες και πού να φανεί.

Και με τι θράσος να εμφανίζεται μετά στα όνειρά μου, να μου ζητάει συγνώμη που δεν ήρθε, γιατί είχε χάσει κάποιον δικό της κι ήτανε στις μαύρες της, ή και μου επιτίθεται πως ενώ ήρθε, ενώ περίμενε εκεί μέσα με τις ώρες της αναμονής μου, εγώ δεν την αναγνώρισα και δεν φταίει αυτή.

ΕΙΔΑ ΚΙ ΕΠΑΘΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ.

Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου δίνει συγχαρητήρια, πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της, αυτό είναι ευτυχία. Άπιαστη σου λέω. Απόσπασμα από το βιβλίο της Κικής Δημουλά, Εκτός Σχεδίου, εκδ. Ίκαρος.

Η Κική Δημουλά (6 Ιουνίου 1931) είναι Ελληνίδα ποιήτρια και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Ποίησης. Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Ιταλικά, τα Πολωνικά, τα Βουλγαρικά, τα Γερμανικά και τα Σουηδικά.

Μια από τις σημαντικότερες διακρίσεις της είναι το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (2001), το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας (2009) και το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της (2010).

Επιμέλεια κειμένου: Μαριανίνα Πάτσα για το Doctv.gr

Πηγή: www.doctv.gr

Ποίηση

Πέρασα

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κα΄τι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα”

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Κ. ΔΗΜΟΥΛΑ  6 Ιουνίου 1931 - 22 Φεβρουαρίου 2020 

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή