Μαΐου 27, 2020

Ποίηση

BERTOLT BRECHT - Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ Α.

1
Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη,
σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη
να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου
αγάπη, κι είταν όνειρο γλυκό – αχ, και να μη φέξει!
Κι απάνω μας, στον όμορφο τον ουρανό του θέρους,
καθόταν ένα σύννεφο που τό ’βλεπα ώρες και ώρες:
λευκό, κατάλευκο, τεράστιο, στον αιθέρα αλλάργα·
μα σαν επήγα να το ξαναδώ, είταν σ’ άλλες χώρες.

2
Από τη μέρα εκείνη και μετά φεγγάρια πλήθος
κολύμπησαν αμίλητα στα πέλαγα τα ουράνια.
Κοπήκαν οι δαμασκηνιές· ξυλεύτηκαν· καήκαν –
κι εσύ όλο με ρωτάς τί απέγινε ο έρωτας. Αδράνεια
του νου, σου λέω, με κωλύει να θυμηθώ, κι εν τούτοις
καταλαβαίνω, ναι, καλά τί πας να πεις. Αχ, σβήσει
πλέον έχει μέσα μου η όψη της, δεν τη θυμάμαι διόλου·
θυμάμαι, πάντως, πως την είχα τότε, ω ναι, φιλήσει.

3
Αλλά κι εκείνο το φιλί θαν τό ’χα λησμονήσει
από καιρό, αν δεν είτανε παρόν και μας θωρούσε
το συννεφάκι… τότε… που το ξέρω… το θυμάμαι:
λευκό, κατάλευκο, στον ουρανό βραδυπορούσε.
Μπορεί οι δαμασκηνιές να θάλλουν πάντοτε, ν’ ανθίζουν,
κι εκείνη η κοπελλιά ίσως νά ’χει εφτά παιδιά να θρέψει
αυτή την ώρα. Αλλά τί λίγο που άνθισε εκεί τότε
το σύννεφο! Και πόσο βιάστηκε ο αέρας να το δρέψει!

Ποίηση

Ἡ άπόφαση τῆς λησμονιᾶς

Ποιὸς θὰ μᾶς λογαριάσει τὴν ἀπόφαση τῆς λησμονιᾶς;...
Γ. Σ.

Στάσου διαβάτη μπροστὰ στὴν  ἥσυχη λίμνη-
ἡ σγουρὴ θάλασσα καὶ τὰ βασανισμένα καράβια
οἱ δρόμοι ποὺ τυλίγαν βουνὰ καὶ γεννοῦσαν ἄστρα
ὅλα τελειώνουν ἐδῶ στὴν πλατιὰ ἐπιφάνεια.

Τώρα μπορεῖς νὰ κοιτάξεις μὲ γαλήνη τοὺς κύκνους
δές τους, εἶναι κατάσπροι σὰν τὸν  ὕπνο τῆς νύχτας
χωρὶς νὰ ῾γγίξουν πουθενὰ γλιστροῦν σ᾿ ἕνα λιγνὸ λεπίδι
ποὺ τοὺς ὑψώνει ἐλάχιστα πάνω ἀπὸ τὰ νερά.

Σοῦ μοιάζουν ξένε, τὰ ἥσυχα φτερὰ καὶ τὰ καταλαβαίνεις
ἐνῶ  σὲ  κοιτάζουν  μαρμαρωμένα  τὰ  μάτια τῶν λιονταριῶν
καὶ τὸ φύλλο τοῦ δέντρου μένει ἄγραφο στὰ ἐπουράνια
καὶ τὸ κοντύλι τρύπησε τὸν  τοῖχο τῆς  φυλακῆς.

Κι ὅμως δὲν ἦταν ἄλλα τὰ πουλιὰ ποὺ σφάξαν τὶς χωρια-
   τοποῦλες
τὸ αἷμα κοκκίνιζε τὸ γάλα πάνω στὶς πλάκες τοῦ δρόμου
καὶ τ᾿ ἄλογά τους ἀθόρυβα σὰν τὸ λιωμένο μολύβι
ρίχναν ἀδιάβαστα σχήματα μέσα στὶς γοῦρνες.

Κι ἔσφιγγε ἡ νύχτα ὁλοένα τὸν κυρτὸ λαιμό τους
ποὺ δὲν τραγουδοῦσε γιατὶ δὲν ἦταν τρόπος νὰ πεθάνει
ἀλλὰ χτυποῦσε θερίζοντας τὰ κόκαλα τῶν ἀνθρώπων
τυφλά. Καὶ δρόσιζαν τὰ φτερά τους τὴ φρίκη.

Κι αὐτὰ ποὺ γίνονταν εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη μὲ τοῦτα ποὺ
    βλέπεις
εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη γιατὶ δὲν περίσσευε ψυχὴ νὰ συλ-
    λογιστοῦμε
ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴ δύναμη νὰ χαράξουμε λίγα σημάδια στὶς πέτρες
ποὺ ἄγγιξαν τώρα πιὰ τὸ βυθὸ κάτω ἀπ᾿ τὴ μνήμη.

Μαζί τους κι ἐμεῖς μακριὰ πολὺ μακριά, στάσου διαβάτη
μπροστὰ στὴν ἥσυχη λίμνη μὲ τοὺς ἄσπιλους κύκνους
ποὺ ταξιδεύουν σὰν ἄσπρα κουρέλια μέσα στὸ νοῦ σου
καὶ  σὲ  ξυπνᾶνε  σὲ  πράγματα  ποὺ ἔζησες  καὶ  ποὺ δὲ
    θυμᾶσαι.

Μήτε θυμᾶσαι διαβάζοντας τὰ ψηφιά μας πάνω στὶς πέτρες-
ὡστόσο μένεις ἐκστατικὸς μαζὶ μὲ τ᾿ ἀρνιά σου
ποὺ μεγαλώνουν τὸ σῶμα σου μὲ τὸ μαλλί τους
τώρα ποὺ νιώθεις στὶς φλέβες σου μιὰ βοὴ θυσίας.

Σεφέρης

https://www.rawpixel.com/image/66631/free-photo-image-fashion-active-artistic

http://users.uoa.gr

Ποίηση

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει

μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα 'μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ' αρχίζαμε
απ' το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν' αγαπάς
και δυσκολότερο ν' αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να 'ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ' όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

Φωτό- https://www.google.com/search?q=Saul+Leiter,&rlz=1C1HIJB_enGR823GR824&source=lnms&tbm=isch&sa=X&ved=0ahUKEwi3w5CA9Z_kAhUSKVAKHZkiAzQQ_AUIESgB&biw=1366&bih=576#imgrc=0E7ax-JRc-maMM:

https://www.o-klooun.com

Ποίηση

Απαγορεύεται μου ΄πες
Και εγώ αντέδρασα..
Δεν μπαίνεις στον ύπνο μου
ούτε στα όνειρα μου.
Απαγορεύεται να ΄ρθεις
να γελάσεις, να αγαπήσεις..
Απαγορεύεται να περπατάς
στους δρόμους των ματιών μου.
Απαγορεύεται να ' ρθεις
στο δικό μου σκοτάδι
της λύπης.
Δεν μπορείς να μ΄αγαπήσεις.
Απαγορεύεται να μυρίζεσαι
τα αρώματα της ψυχής
είναι απάτη!
Απαγορεύεται μου΄πες
και εγώ αντέδρασα....

Σκοτάδι, μηδέν λόγια, σαν μαχαιριά.
Γιατί;
Πες μου Γιατί;
Απαγορεύεται μου 'πες δώσε βουτιά..
Αλλοίμονο να σε προδώσω σου ΄πα
Ο λόγος μου.
Πόθος μεγάλος, φως της νύχτας, χορός 
Εσύ!


Αν είχα θάρρος
Θα στο ΄λεγα
Τρυφερά 
σαν τραγούδι με ρυθμό με βήματα.

Και αν έρθει χαλασμός στο κόσμο;
Πάλι θα ψιθυρίζω στο αυτί σου
Όχι,
τίποτε δεν απαγορεύεται.
Αν δεν μ΄ακους, δεν με θες,
Τότε....

Θα πνιγώ 
στη πράσινη θάλασσα του κόσμου...
των ματιών σου!

Σκουριασμένες σκέψεις με βασανίζουν
όταν μου λες
Απαγορεύεται, σαν μαχαιριά..

 

Συλλογή - "Καλοκαιρινές διαδρομές"

Γράφει η Μίκα Καππάτου

εικόνα - https://gr.pinterest.com/pin/862580134862164780/

https://www.forwoman.gr

 

Ποίηση

Όπως το αποτύπωμα των κορμιών μας

Ούτε σημάδι δεν θ’ απομείνει πως βρεθήκαμε σ’ αυτό

τον τόπο.

Ο κόσμος κλείνει πίσω μας,

Η άμμος ξαναστρώνεται.

Μπροστά μας είναι κιόλας ημερομηνίες

Που πια δεν υπάρχεις,

Κιόλας ένας άνεμος παρασύρει σύννεφα

Που δε θα βρέξουν πάνω στους δυο μας.

Και τ’ όνομά σου είναι κιόλας στις λίστες

των επιβατών των πλοίων

Που και μόνο οι ονομασίες τους

Νεκρώνουν την καρδιά.

Οι τρεις γλώσσες που ξέρω,

Όλα τα χρώματα που μέσα τους βλέπω

κι ονειρεύομαι:

Τίποτα απ’ αυτά δεν θα με βοηθήσει.

 

Yehuda Amichai

Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης

Ο Yehuda Amichai αναγνωρίζεται ως ένας από τους καλύτερους ποιητές του Ισραήλ. Τα ποιήματά του - γραμμένα στα εβραϊκά - έχουν μεταφραστεί σε σαράντα γλώσσες και ολόκληροι τόμοι του έργου του έχουν δημοσιευθεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, σουηδικά, ισπανικά και καταλανικά.

Ο μεταφραστής Robert Alter δήλωσε: "Ο Yehuda Amichai, έχει σημειωθεί με κάποια δικαιοσύνη, είναι ο πιο ευρέως μεταφρασμένος εβραϊκός ποιητής από τον βασιλιά Δαβίδ." Οι μεταφράσεις της Amichai στα αγγλικά ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς και το φανταστικό και προσβάσιμο στυλ του άνοιξε εβραϊκή ποίηση σε αμερικανούς και αγγλικούς αναγνώστες με έναν εντελώς νέο τρόπο. Ο ποιητής CK Ουίλιαμς περιέγραψε τον Αμιχάι ως "τις πιο έξυπνες και πιο στερεές ποιητικές νοημοσύνη".

Τα πολυάριθμα ποιητικά βιβλία του Amichai περιλαμβάνουν το πρώτο του στην εβραϊκή, τώρα και τις άλλες μέρες (1955), που ανακοίνωσε τη διακριτικά φωνητική του φωνή και δύο πρωτοφανείς τόμους που τον παρουσίασαν στους Αμερικανούς αναγνώστες: ποιήματα (1969) και επιλεγμένα ποιήματα του Yehuda Amichai ), και οι δύο συν-μεταφράστηκαν από τον Ted Hughes , ο οποίος έγινε καλός φίλος και υποστηρικτής του έργου της Amichai.

Μεταγενέστερα έργα που μεταφράζονται στα αγγλικά περιλαμβάνουν Time: Ταξίδια μιας τελευταίας μέρας Benjamin of Tudela (1976), Yehuda Amichai: Μια ζωή στην ποίηση 1948-1994 (1994), Η επιλεγμένη ποίηση του Yehuda Amichai (1996), Εξοχή στο σπίτι (1998) και Open Open Open (2000). Ο Amichai δημοσίευσε επίσης δύο μυθιστορήματα, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου έργου του που μεταφράζεται στα αγγλικά, Όχι της Χρονιάς, Όχι της Χώρας αυτής (1968), και ένα βιβλίο διηγημάτων.

Γεννημένος στη Γερμανία το 1924, ο Αμιχάι εγκατέλειψε τη χώρα σε ηλικία δώδεκα με την οικογένειά του και ταξίδεψε στην Παλαιστίνη. Κατά τον Αραβο-Ισραηλινό πόλεμο του 1948 πολέμησε με τις ισραηλινές αμυντικές δυνάμεις. Οι δυσκολίες και οι φρικαλεότητες της υπηρεσίας του σε αυτή τη σύγκρουση, και στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, πληροφορούν την ποίησή του, παρόλο που δεν είναι ποτέ ιδεολογικό.

Σε μια συνέντευξη στην κριτική του Παρισιού, ο Αμιχάι σημείωσε ότι όλη η ποίηση ήταν πολιτική: «Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα πραγματικά ποιήματα ασχολούνται με την ανθρώπινη αντίδραση στην πραγματικότητα και η πολιτική είναι μέρος της πραγματικότητας και της ιστορίας στην πράξη». "Ακόμη και αν ένας ποιητής γράφει για να καθίσει σε ένα γυάλινο σπίτι που τρώει τσάι, αντικατοπτρίζει την πολιτική." Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Amichai άρχισε να ενδιαφέρεται για την ποίηση, διαβάζοντας τη σύγχρονη αγγλική και αμερικανική ποίηση από συγγραφείς όπως ο Dylan Thomas , WH Auden , και TS Eliot .

Σύμφωνα με τον Alter, η πρώιμη δουλειά του Amichai μοιάζει με την ποίηση του Thomas και Auden. "[Η Rainer Maria] Rilke ", γράφει ο Alter, "είναι μια άλλη ενημερωτική παρουσία γι 'αυτόν, περιστασιακά σε θέματα στυλ - έχει γράψει αόριστα τις ελιές Rilkesque - αλλά ίσως περισσότερο ως πρότυπο για τη χρήση μιας γλώσσας εδώ και τώρα ως εργαλείου να πιάσει τα λαμπάκια μιας μεταφυσικής πέρα. " Αν και η μητρική γλώσσα του Αμιχάι ήταν Γερμανίδα, διάβαζε ευρετικά την εβραϊκή γλώσσα από τη στιγμή που μετανάστευσε στην Παλαιστίνη.

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Σε φώναζαν αγάπη,
Με φώναζαν ζωή
Σε γνώρισα πρωί
Δύναμη λαχτάρας...
Και ήσουν η αγάπη
Γύρισες Σελίδα
είπες...
Κόκκοι της άμμου, της μοναξιάς
είπες..
Χωρίς σκοπό
μόνο λυγμοί,
και σε φωναζαν
αγάπη
Οφθαλμαπάτη..
Χίλια φιλιά
Καρδιοχτύπια
του δρόμου 
της στιγμής....
Με φώναζαν ζωή
Σε λέγανε αγάπη...
Άγριο κύμα
που σκεπάζει
Την αγκαλιά
και σ΄άφησα
Μάτια υγρά
στο φως του ήλιου
Σε φώναζαν αγάπη,
Με φώναζαν
Ζωή!
Ήμουν ζωή,
Ήμουν αγάπη,
της μουσικής και του σκοπού
του καλοκαιριού....
Δεν μπορείς...
Όχι, δεν μπορείς να με ξεπεράσεις, είπες
Ούτε και εγώ..
Κλειστό πατζούρι
όνειρο, στον ύπνο μου
ένα φιλί,
δυνατό....
Και με φώναζαν ζωή
σε λέγαν Αγάπη...
Φιλιά στα μάτια
τα κλειστά
στο σκοτάδι 
Εκεί που δεν υπάρχει
κανείς, χωρίς το μαζί!

 

"Καλοκαιρινές διαδρομές"

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Ἀναστολή
Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»)

Ντῖνος Χριστιανόπουλος - Ποιήματα
Ντῖνος Χριστιανόπουλος (γεν. 1931): ψευδώνυμο τοῦ Κωνσταντίνου Δημητριάδη.
Ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος καὶ κριτικὸς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη.

Εικόνα - https://www.pexels.com/photo/backlit-clouds-dark-dawn-410395/

Ποίηση

Από τη ''Μαρία Νεφέλη'' 

Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου, άνθρωπε·
δώσε της διάρκεια· μπορείς!

Από τη μυρωδιά του χόρτου,
από την πύρα του ήλιου πάνω στον ασβέστη,
από το ατέρμονο φιλί,
να βγάλεις έναν αιώνα·
με θόλο για την ομορφιά
και την αντήχηση όπου σου φέρνουν οι άγγελοι
μες στο πανέρι, τη δρόσο από τους κόπους σου,
όλο φρούτα στρογγυλά και κόκκινα·
τη στενοχώρια σου, γεμάτη πλήκτρα
που χτυπούν μεταλλικά στον άνεμο
ή σωλήνες ορθούς που τους φυσάς καθώς αρμόνιο
και βλέπεις να συνάζονται
τα δέντρα σου όλα, δάφνες και λεύκες,
οι μικρές και μεγάλες Μαρίες
που κανείς, πάρεξ εσύ, δεν άγγιξες·

όλα μία στιγμή,
όλα η μόνη σου αστραπή
για πάντα.

Η άμμος που έπαιξες όπως με τη ζωή σου,
η Τύχη και τα στέφανα
που άλλαξες με την παντοτινή σου άγνωστη,
ο καιρός, ο ανίσχυρος εχθρός,
αν έχεις κατορθώσει μια για πάντα,
ολόισια, ν' ατενίσεις το φως!

είναι η μία στιγμή,
σθεναρή πάνω από τα βάραθρα
ΕΛΥΤΗΣ..

Λίγα λόγια για το έργο

L’Égée, collage του Οδυσσέα Ελύτη

Η Μαρία Νεφέλη είναι σκηνικό ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη. Δημοσιεύθηκε το 1978 ένα χρόνο πριν από την βράβευση του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η ποιητική συλλογή διαρθρώνεται σε τρία μέρη και έχει μορφή διαλογική, στήνοντας μια υπερφυσική συνομιλία ανάμεσα στη Μαρία Νεφέλη και τον Αντιφωνητή, που δανείζει τη φωνή του στον ίδιο τον ποιητή. Πλασμένη από το υπερβατικό υλικό των περισσότερων γυναικείων μορφών που κατοικούν την ποίηση του Ελύτη, η αχρονική Μαρία Νεφέλη προσωποποιεί την αιώνια δυνατότητα του κόσμου να αποδράσει από τον εαυτό του προς μία νέα διάφανη πραγματικότητα. Επιστρέφοντας στον λυρισμό και τον αισθησιασμό των πρώτων χρόνων ο Ελύτης συμπυκνώνει εδώ, όπως και σε όλα τα έργα της όψιμής περιόδου του, εκείνη την ποιητική ιδέα που αντιλαμβανόταν ως μία μεταφυσική του φωτός.

Ποίηση

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…

Οδυσσέας Ελύτης

Εικόνα - https://gr.pinterest.com/pin/725220346227083971/

https://www.lecturesbureau.gr

Ποίηση

Και άμα φοβάσαι...Ti; 

Την αλλαγή, το δρόμο, τη φωτιά, λέει...
Τόσοι φίλοι που χάνονται τον Αύγουστο, μέσα στο βάθος του πελάγου για σκέψου το, σκέφτομαι λέω.....
Νύχτα που οδηγώ δίχως τα φρένα σου, τα φώτα της πόλης, ψάξε να με βρεις μέσα στο χρώμα της άσπρης νύχτας....
Πέφτω, μάλλον πέφτω...Αγκαλιά ρόδου, βραδιά καλοκαιρινή μετά μουσικής, λιγμοί βροχής αστεριών με τυλίγουν μέσα τα πάθη μου,  και εσύ θα με βρεις μές στην ανάσα μου, θα με βρεις, έγινε η ζωή βαρετή και ας μην άρχισε ακόμα, άκουσέ με!
Φωνές στην απάτη σου, ή στην αγάπη σου; Γλυκό κουταλιού - κατακκόκινου πάθους!
Τίποτα, τίποτα....τρέχει στο τίποτα του Αυγούστου.
Κ' όμως σ΄αγάπησα, βλέποντας τα φώτα της πόλης, σε εκείνο το βουνό..
Θυμάσαι που φοβόμασταν όσο νύχτωνε, τον αέρα;;;
Ό αέρας ήταν τρομαχτικός, κράτα με μη φύγω, σε χάνω, όχι τώρα, πετάω, έτσι σου είπα..
Θυμάσαι στη θάλασσα μετά;; Αγρίευε καταμεσίς του καλοκαιριού....Αγρίευε το σημάδι  της βάρκας, τι μουσική και αυτή, φωνάζουν όλα, κάτι σαν μελωδία.

Θυμάσαι τα κύματα; μας σκέπαζαν στην αμμουδιά....
Αγρίευαν τα πάθη μας, μες στη νύχτα, αχ αυτές οι ζεστές ανάσες μας ακουγόταν παντού, κάτι σαν συναυλία..
Στο σκοτάδι...
Προσπαθώ να καταλάβω, εσένα, το καράβι σου, το ευχαριστώ σου, τη χαρά σου, την αγάπη σου, το πάθος σου, ήλθες σαν ψέματα, θυμάσαι;
Προσπαθώ να σε ερωτευτώ μέσα στο κύμα που ακούω...
Θυμάσαι που φοβόμασταν τον αέρα εκείνο το βράδυ, το πρώτο βράδυ;;
Πάνω στο βουνό μου λέγες ηρέμησε...είμαι εδώ....Εγώ!
Ύστερα φώναζες, ούρλιαζες φοβόμουν...

Που να το πω...Μας άκουγαν μόνο οι αέρηδες, Γιατί;

Και ύστερα όλα τέλειωσαν, τέλειωσαν όλα τα τραγούδια και κλαίγαν μαζί με εμένα!
Και εγώ ήμουν μόνη, πάλι μόνη με τ΄όνειρο..
Είπαμε γειά, δάκρυα χωρίς δάκρυα, στεγνά, βουβά...
Μα σε θέλω, δεν μπορώ χωρίς εσένα, μ΄ ακούς; 
Φωνάζω τόσο δυνατά, όλα τα γύρω βουνά να μας ακούσουν...
Να μας ακούσουν οι θεοί, μόνο μια καρδιά....
Χαράζει, κοίτα τι έφτιαξαν για μας όλοι αυτοί
Κοίτα, έστω με τα μάτια κλειστά, κοίτα έστω και στο σκοτάδι, τολμούν, Χωρίς ήλιο αρμενίζει!
Με τα μάτια κλειστά, τολμούν...
Κοίτα, Αυτή η αγάπη είναι δίπλα,κοντά σου, είμαι εγώ και εσύ, μη χάνεσαι μου λέγες το τελευταίο βράδυ
Και εγώ σε κοιτούσα, και έλιωνα στην αγκαλιά σου..
Και ύστερα φώναζες πάλι, κάποια ουρλιαχτά μες στον ορίζοντα 

Σε περίμενα, ήλθες γρήγορα και έφυγες απόψε
Πάνε χρόνια, πέρασαν!

Ακόμη με νανουρίζεις μές στη συνήθεια μου, πάμε να φύγουμε, έστω σήμερα, Τώρα!
Μες στους δρόμους, στο όνειρο μου
Αχ να γυρνούσα το χρόνο, να σε δω πάλι, να μου λέγες σε θέλω, σ΄αγαπώ ακόμη, με μια λέξη, μια καρδιά, μια ανάσα! μια αγκαλιά!
Αχ να ήσουν δω να μ αγκαλιάσεις πάλι ξανά ξανά και ξανά, στο δρόμο, ξυπόλητη στη βιβλιοθήκη, κομμάτι της ζωής, λέξεις που χάνονται, μπερδεύονται στα αναφιλητά....

 

6 ΑΥΓούΣΤΟΥ στη Βιβιοθήκη

"Καλοκαιρινές διαδρομές"

Γράφει η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

σας ενδιαφέρουν

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή