Αυγούστου 03, 2020

Ποίηση

Σάς εύχομαι να αγαπάτε ό,τι πρέπει ν' αγαπηθεί και να ξεχάσετε ό,τι πρέπει να ξεχαστεί.

Σάς εύχομαι πάθη, σας εύχομαι σιωπές.

Σάς εύχομαι να ξυπνάτε με τραγούδια πουλιών και γέλια παιδιών.

Σάς εύχομαι να σέβεστε τη διαφορετικότητα των άλλων, γιατί είναι σπουδαίο να ανακαλύπτουμε την αρετή και την αξία του καθενός.

Σάς εύχομαι να αντιστέκεστε στη στασιμότητα, στην αδιαφορία και στ' αρνητικά της εποχής μας.

Τέλος, σάς εύχομαι να μην εγκαταλείψετε ποτέ την αναζήτηση, την περιπέτεια, τη ζωή, την αγάπη, γιατί η ζωή είναι μια θαυμάσια περιπέτεια που κανένας δεν πρέπει να εγκαταλείπει χωρίς να δώσει σκληρή μάχη.

Σάς εύχομαι ιδιαίτερα, να είστε ο εαυτός σας, περήφανοι γι' αυτό που είστε, και να χαίρεστε, γιατί η ευτυχία είναι το πραγματικό μας πεπρωμένο.

Ζακ Μπρελ, Ευχές για ευτυχισμένο νέο έτος, 1η Ιανουαρίου 1968

https://3pointmagazine.gr/

Ποίηση

 Μα σκέψου, στα δώδεκα μου χρόνια να μ' αρπάξουν απ τον Πύργο, απο τα γύρω μου κι απ ότι πιο πολύτιμο είχα τότε και να με κάνουνε κυρία Λίντον, γυναίκα ανθρώπου ξένου, αποδιωγμένη απ τον παλιό μου κόσμο! Μα σκέψου, στα δώδεκα μου χρόνια να μ' αρπάξουν απ' τον Πύργο, απο τα γύρω μου κι απ' ότι πιο πολύτιμο είχα τότε και να με κάνουνε κυρία Λίντον, γυναίκα ανθρώπου ξένου, αποδιωγμένη απ' τον παλιό μου κόσμο!

Βλέπεις τι φοβερό που ήτανε…

Κι ας κουνάς το κεφάλι σου, Νέλλυ, φταις λίγο κι εσύ γι' αυτά όλα. Θα 'πρεπε να μιλήσεις στον Έντγκαρ, στ' αλήθεια, και να τον αναγκάσεις να μ' αφήσει ήσυχη…

Ω, κλαίω ολόκληρη! Θα 'θελα να 'μουν έξω τώρα! Να 'μουνα ξανά ένα κοριτσόπουλο, άγριο και θαραλλέο και λεύτερο, να γελάω με τα πειράγματα και τις προσβολές των άλλων, αντί να μου φέρνουνε την τρέλα!

Γιατί τάχα άλλαξα έτσι; Γιατί το αίμα μου ανάβει σαν μου πουν δυο λόγια; Ω, είμαι σίγουρη πως θα ξαναγινόμουν όπως πριν, αν ξαναβρισκόμουν ανάμεσα στα ρείκια του βουνού μου! Άνοιξε το παράθυρο, έτσι, ορθάνοιχτο!

Στύλωσε το ανοιχτό! Γρήγορα!

Γιατί δεν κουνιέσαι;” “Γιατί δεν έχω σκοπό να σας αφήσω να πουντιάσετε”, απάντησα. “Θέλεις να μου πεις πως μου αρνιέσαι τη ζωή; Μα δεν είμαι ακόμα τόσο αδύναμη! Το ανοίγω μόνη μου!”

Γλίστρησε απο το κρεβάτι πριν τη κρατήσω, πήγε ως το παράθυρο περπατώντας, το άνοιξε με ορμή κι έγειρε προς τα έξω, αψηφώντας τον παγωμένο άνεμο που τη χτύπαγε στους ώμους δυνατά.

Μ' όλα τα παρακάλια μου, δεν έλεγε να τραβηχτεί, ώσπου τελικά δοκίμασα να την τραβήξω με τη βία.

Πηγή: cityportal.gr

Ποίηση

του Γεράσιμου Μ.Λυμπεράτου

Όλα,
είχαν πάρει το χρώμα
της σπάνιας υποδοχής.
Άνθρωποι, σπίτια, δρόμοι
κι ήρθαν τα Χριστούγεννα.
Η ψυχή μειλίχια
βγαίνει απ τα κάγκελά της
ν αγγίξει θέλει
την αγιότητα των στιγμών.
Να πλυθεί
στο περίσσιο φως τ αστεριού
π οδήγησε τους μάγους στη σπηλιά.
Επί γης Ειρήνη να ψάλλει…
Επί γης Ειρήνη και λίγο ψωμί.
Τι κρίμα!
Η παρουσία της αέναη, ευαίσθητη,
σκοντάφτει σε ψεύτικες φωταψίες,
σ αστέρια χωρίς λάμψη
που υποκριτικά
κουβαλούν πάνω τους
την τραυματισμένη ελπίδα
ενός καλλίτερου κόσμου,
ελπίδα που κάθε στιγμή
την σκοτώνουν οι πόλεμοι , τα ναυάγια,
το γκρίζο της ζωής ,
που πρεσβεύει πόνο και θάνατο.
Μέσα απ αόριστα χαμόγελα,
κυρύγματα ρουτίνας,
κι ευχές χωρίς νόημα,
η Ψυχή
Θα επιστρέψει στην φυλακή της
και τίποτε το σημαντικό
Δεν θα έχει να πει «στις αγωνίες
και τα βάσανα των ανθρώπων.
Χριστούγεννα και πάλι
οι Ουρανοί «αγάλονται»
μα η ψυχή πονάει, πονάει!

Ποίηση

Μου έκλεψες την στιγμή
σε μια στιγμή μπλε
πίκρα ή θυμός
λέγε με "θυμήσου"

Όνειρο που τρέχει
πάνω στα χάδια σου
τρόπος αλλοιώτικος
λέγε με "γιορτή"

Χρώμα ουρανού
αν μ΄αγαπούσες
θα 'ησουν ήλιος
λέγε με "αυγή"

Φιλιά και χάδια
ατέλειωτος χρόνος
διαδρομές στο χιόνι
λέγε με "χειμώνα"

Σώμα να καίει
ζωντάνια,  φωτιά
έρωτας οφθαλμαπάτη
λέγε με "ψέμα"

Χωρίς οδηγό
τρέχεις μόνος σου
και εγώ, να... σε φθάσω 
λέγε με "χωρίς φρένα"

Αθόρυβα αποχωρώ
ξέχνα ότι είπα
Μα δεν μου μιλάς
λέγε με "σιωπή"

 

Γράφει η Μίκα Καππάτου

 

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Κοίτα εκεί που η θάλασσα τον ουρανό
ζυγώνει
Κοίταεκεί που σύννεφο με κύμα
ζευγαρώνει
Κοίτα εκεί το πέλαγο που σκάει και
ξεθυμώνει
Εκεί θα ζήσουμε μαζί για πάντα
εγώ κι εσύ

Κοίτα εκεί κοίτα εκεί
εμείς κι ο ερωτάς εκεί
κοίτα φωλιά μισή μισή
κοίτα μαζί εγώ κι εσύ

Κοιτά εκεί που τις κορφές το χιόνι
στεφανώνει
Εκεί που ο αυγερινός την νύχτα
ξημερώνει
Εκεί που το αγριολούλουδο χωρίς νερό
φυτρώνει
Εκεί θα χτίσουμε για μας φωλιά μισή
μισή

Κοίτα εκεί κοίτα εκεί
εμείς κι ο έρωτας μαζί
κοίτα φωλιά μισή μισή

Εκεί που το χαμόγελο στα χείλη
ξεπαγώνει
Εκεί που η ανάσα σου το τζάμι μας
θολώνει
Κοίτα εκεί π ο έρωτας σαν καραβιού
τιμόνι
μας πάει ταξίδι μακρινό σ΄ εξωτικό
νησί

Κοίτα εκεί κοίτα εκεί
εκεί θα χτίσουμε μαζί
κοίτα φωλιά μισή μισή
σε εξωτικό κοίτα νησί

Π.Π

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Ο Αστερισμός του Κύκνου είναι ένας από τους ογδόντα οκτώ αστερισμόυς του ουρανού και είναι ορατός τους καλοκαιρινούς μήνες στο Βόρειο ημισφαίριο.

Το πιο λαμπρότερο άστρο του ονομάζεται Ντένεμπ και είναι το δέκατο όγδοο σε φωτεινότητα άστρο στον ουρανό,ενώ τα αμυδρότερα αστέρια του, σχηματίζουν τις απλωμένες του φτερούγες και το μακρόστενο λαιμό του.
Ονομάζεται και Βόρειος Σταυρός.
Μια ιστορία…ένα παραμύθι για ό,τι χάθηκε…

Και με τη νύχτα θα επιστρέφει

Αν το καλοκαίρι υψώσουμε το βλέμμα μας στον νυχτερινό ουρανό,
θ΄αντικρίσουμε χιλιάδες αστέρια να αχνοφέγγουν τρεμοπαίζοντας αδύναμα το λιγοστό τους φως.
Σαν μικρά μικρά διαμάντια , σαν μικρά μαργαριτάρια, φορεμένα στο λαιμό του ουρανού…
Ξημέρωνε…κι ένας λαμπρός ήλιος ξεπρόβαλε στον ορίζοντα βάφοντας μαβιά τα λιγοστά σύννεφα πάνω απ’ τη λιμνοθάλασσα…
Η άνοιξη συλλάβιζε ήδη τις πρώτες της λέξεις καλωσορίζοντας στην υδάτινη πολιτεία τους εποχικούς επισκέπτες.
Πελαργοί, αγριόχηνες , ερωδιοί έφταναν διαδοχικά στον προορισμό τους.
Τελευταίοι φάνηκαν οι κύκνοι…
Κατάλευκοι και αρχοντικοί, πλησίαζαν τη λιμνοθάλασσα επιστρατεύοντας τις τελευταίες δυνάμεις έπειτα από το μακρινό ταξίδι τους απ’ το Νότο.
Ο ήλιος μεσουρανούσε πια και χιλιάδες πουλιά πλημμύριζαν τον υγρότοπο με εικόνες, ήχους και χρώματα κυματίζοντας τις εκτάσεις του, την επιφάνειά του…
Μονάχα δύο κύκνοι αποτραβηγμένοι σε μιαν άκρη της λιμνοθάλασσας, χάραζαν τα νερά ανάμεσα απ’ τα παλιά ξύλινα ιβάρια, που ορθώνονταν σιωπηλά σαν αγάλματα στο νερό.
Δύο ερωτευμένοι κύκνοι.
Άλλοτε παραδομένοι στον απείθαρχο έρωτά τους, και άλλοτε πάλι με μια επείγουσα τρυφερότητα,έσμιγαν αδιάκοπα σε μια χορογραφία δίχως τέλος.
Λιποτάκτες που χάνονταν στον απροσμέτρητο ουρανό…στην αναπνοή του χρόνου…
Η νύχτα τους έβρισκε στα φεγγισμένα νερά, με το βλέμμα στραμμένο στ’ αστέρια, υφαίνοντας την ισόβια αγάπη τους με σιωπηρές υποσχέσεις στην αιωνιότητα.
Ανυπεράσπιστοι των επιθυμιών , έρμαιοι μιας εξημμένης φαντασίας, δεσμώτες και φύλακες του έρωτά τους, στροβιλίζονταν στο κουβάρι του χρόνου.
Κι εκείνο κυλούσε φέρνοντας το φθινόπωρο, που έπαιρνε αργά μα πρόθυμα τη θέση του εξαντλημένου καλοκαιριού, ενώ μικρές ριπές ανέμου όλο και πιο συχνά μαστίγωναν τον υγρότοπο, αποκαλύπτοντας ανάγλυφα σχέδια στην επιφάνεια του νερού.
Ύστερα ήρθαν οι πρώτες βροχές και οι πρώτοι ψυχροί άνεμοι που συμβούλευαν το ερωτευμένο ζευγάρι για ένα καινούργιο ταξίδι, για μια καινούργια φυγή προς το Νότο.
Μα κάποτε, η μοίρα με μια μονοκοντυλιά σκορπίζει τα πάντα αγάπες…έρωτες…κάνοντας το παντοτινό να μοιάζει εφήμερο , το αιώνιο προσωρινό…διαχωρίζοντας το εγκόσμιο απ’ το απόκοσμο με ένα λεπτό, λεπτότατο νήμα, ή μ’ έναν ήχο…ένα κρότο…και ύστερα παύση…
Την παύση διέκοψε η τρομαγμένη φωνή της καθώς έβγαινε λαβωμένη στην όχθη.
Ο ήλιος που έδυε και μια πληγή την έβαφαν κόκκινη…
Σκοτείνιαζε, κι εκείνος απελπισμένος πλάι της άκουγε τη φωνή και το αδύναμο χτυποκάρδι της που τρεμόσβηναν, κι όλο σκοτείνιαζε…
Η πρωινή καταχνιά τον βρήκε με το κεφάλι γερμένο στο άψυχο πλέον σώμα της…
Σηκώθηκε πλησιάζοντας τη λιμνοθάλασσα, το σιωπηλό βασίλειο του νερού τον συνέθλιβε.
Πόσα του χάρισε…πόσα του στέρησε…
Ένας γκρίζος ουρανός απειλούσε και υπενθύμιζε τυραννικά στους τελευταίους κατοίκους του υγρότοπου, πως έπρεπε να βιαστούν για το ταξίδι του γυρισμού.
Όλοι είχαν εγκαταλείψει τη λιμνοθάλασσα και οι μόνοι που απέμεναν ήταν οι κύκνοι, που τώρα υψώνονταν βιαστικά και πετούσαν αφήνοντας πίσω τους ένα ερημωμένο τοπίο.
Κι εκείνος;
Εκείνος δίπλα της, μια να κοιτάει ανήσυχος τους συντρόφους του που απομακρύνονταν και μια εκείνη…
Σφάλισε τα μάτια του…
Η δύναμη του ενστίκτου τον καθόριζε του έδειχνε τον προορισμό του…
Άνοιξε τα μάτια του κι έπειτα άπλωσε τα φτερά του…
Δεν ακολούθησε τα σμήνη που κατευθύνονταν προς το Νότο παρά μονάχα μια ανοδική , σχεδόν κατακόρυφη πτήση προς τ’ αστέρια που τους συντρόφευαν τις νύχτες.
Μια απελπισμένη διαφυγή στον ουρανό, ώσπου χάθηκε στην μεγάλη αγκαλιά της απεραντοσύνης του…
Αν το καλοκαίρι υψώσουμε το βλέμμα μας στο νυχτερινό ουρανό θ΄αντικρίσουμε χιλιάδες αστέρια να αχνοφέγγουν τρεμοπαίζοντας αδύναμα το λιγοστό τους φως.
Κάπου εκεί κρυμμένη υπάρχει και μια μικρή ομάδα αστεριών.
Είναι ο αστερισμός του Κύκνου, που με το φως του επιστρέφει και θυμίζει ότι η αγάπη και ο έρωτας, όσο προσωρινά και εφήμερα μοιάζουν κάποιες φορές, τόσο παντοτινά και αιώνια είναι…

πηγή: Αντώνης Δημητρακόπουλος

fairytalesdreams.wordpress.com

ΦΩΤΟ - Δ. Καππάτος

 

 

Ποίηση

“Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,

τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ’ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.”

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926)

Μετάφραση Κωστής Παλαμάς (1859-1943)

Ο Αυστρογερμανός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke) γεννήθηκε σαν σήμερα στις 4 δεκεμβρίου του 1875 στην Πράγα, από πατέρα πρώην στρατιωτικό και μητέρα μια κοσμική γυναίκα, από πλούσια οικογένεια βιομηχάνων, κόρη αυτοκρατορικού συμβούλου. Ως παιδί και έφηβος δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένος. Η παιδεία του ήταν ανοργάνωτη και αποσπασματική. Αρχικά ακολούθησε στρατιωτική εκπαίδευση, όμως αδυνατούσε να προσαρμοστεί και τελικά λόγω εύθραυστης κράσης την εγκατέλειψε. Πέρασε στην Εμπορική Σχολή του Λίντς, άλλα μετά από έναν χρόνο επέστρεψε στην Πράγα και συγκεντρώθηκε στις σπουδές του. Το 1895 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου και μελέτησε λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης, φιλοσοφία και για ένα εξάμηνο νομικά. Συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο και στο Βερολίνο. Ταξίδεψε ακατάπαυστα σε όλη την Ευρώπη.

Καρπός των επισκέψεων του στη Ρωσία, που αποτέλεσαν ορόσημο στη ζωή του, είναι το “Ωρολόγιον” (1905). Το 1901 παντρεύτηκε τη γλύπτρια Κλάρα Βέστχοφ και την ίδια χρονιά γεννήθηκε η κόρη τους. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, το γεωγραφικό και καλλιτεχνικό του επίκεντρο για δώδεκα περίπου χρόνια, όπου συνδέθηκε στενά με τον Ροντέν και εξέληξε ένα νέο ύφος ακραίας γλωσσικής και λυρικής εκλέπτυνσης, το όποιο αντανακλάται στα “Νέα Ποιήματα” (1907- 1908) και τις “Αναμνήσεις τον Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε” (1910). Βίωσε δημιουργική κρίση και βαθύτατη κατάθλιψη έως το 1922, όπου εν μέσω δημιουργικού παροξυσμού ολοκλήρωσε τις “Ελεγείες του Ντουίνο” (1923), που συνέλαβε σε μια στιγμή διαύγειας το 1912 στην Ιταλία, ενώ συνέθεσε σε διάστημα λίγων μόλις ημερών τα “Σονέτα στον Ορφέα” (1923), εμπνευσμένα από τον θάνατο ενός νεαρού κοριτσιού. Τα δύο αυτά έργα θεωρήθηκαν τα ποιητικά του αριστουργήματα και του χάρισαν διεθνή φήμη. Ο Ρίλκε έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Μυζό, κοντά στη λίμνη της Γενεύης, στην κοιλάδα του Ροδανού, και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1926 στο σανατόριο του Βαλμόν στην Ελβετία από λευχαιμία.

Σύμφωνα με τον θρύλο ο Ρίλκε ασθένησε όταν αγκυλώθηκε από το αγκάθι ενός ρόδου καθώς φρόντιζε τον κήπο του. Στην επιτάφιο πλάκα χάραξαν τους στίχους που είχε συνθέσει ο ίδιος:

Ρόδο, ω καθαρή αντινομία, απόλαυση

Του κανενός ο ύπνος

να ‘σαι κάτω από τόσα Βλέφαρα.”

 

 

Ποίηση

Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.

Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.

Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.

Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τα’ απόγευμα.
(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τομ. 3ος, Κέδρος)

Ποίηση

Τελείωνε ο Νοέμβρης όταν σε βρήκα. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος και τα δέντρα καταπράσινα. Εγώ λαγοκοιμόμουν για ώρα, κουρασμένη απ’ το να σε περιμένω, πιστεύοντας πως δεν θα ερχόσουν ποτέ.

Σε όλους έλεγα: κοιτάχτε το στήθος μου-βλέπετε;- η καρδιά μου πάει να μαραθεί, πεθαμένη, άκαμπτη. Και σήμερα, λέω: δείτε το στήθος μου: η καρδιά μου είναι κόκκινη, γεμάτη χυμούς και θαύμα`

Ποιος είναι αυτός π’ αγαπώ; Ποτέ δεν θα το μάθετε. Με κοιτάτε στα μάτια για να το ανακαλύψετε και δεν βλέπετε τίποτα παραπάνω απ’ την λάμψη της έκστασης. Εγώ θα τον κλείσω μέσα μου για να μη φανταστείτε ποτέ ποιος είναι μες την καρδιά μου, και δικός μου θα γίνει, σιωπηλά, ώρα με την ώρα, μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο. Τα άσματα μου σας δίνω, όμως δεν δίνω το όνομα του. Εκείνος μέσα μου ζει όπως ένας νεκρός στο μνημούρι του, δικός μου ολότελα, μακριά από την περιέργεια, την αδιαφορία και τον φθόνο.

Το πρωινό ετούτο, ενώ ξαπόσταινα, απ’ το σπίτι μου πέρασες. Με το βήμα αργό και την ανάσα σου πνίγοντας, μη τυχόν με ξυπνήσεις, γλιστρώντας πέρασες πολύ κοντά στο μπαλκόνι μου.

Αφημένη ήμουν στον ύπνο, όμως στα όνειρα μου σε είδα να περνάς σιωπηλός: κάτωχρος ήσουνα και θλιμμένα με θωρούσαν τα μάτια σου, όπως την τελευταία φορά που σε είδα.

Όταν ξύπνησα, λευκά νεφελώματα τρέχανε πίσω σου, να σε προφτάσουν

Εάν υπάρχετε, δικοί μου εχθροί, ορίστε εδώ η καρδιά μου παραδομένη.

Ελάτε, λαβώστε με.

Ταπεινή θα με βρείτε κι ευγνωμονούσα: θα σας φιλήσω τα δάχτυλα ∙ θα χαϊδέψω τα μάτια που με μίσος μ’ αντίκρισαν ∙ θα πω τις κουβέντες τις πιο γλυκές που ‘χετε ποτέ σας ακούσει.

Μέσα σε τούτο το Ανοιξιάτικο δείλι, εγώ θα πετούσα, ναι, εγώ θα πετούσα.

Εάν η καρδιά μου γεμάτη βάρη, πονεμένη, τεράστια, δεν είχε καταλάβει τα στήθη μου, τις κινήσεις μου δεν έκανε δύσκολες, το κορμί δεν έκανε αδέξιο και δεν με κρατούσε στη γη κολλημένη , εκεί όπου ζεις, ω, δικέ μου, εσύ!

Πάνω απ’ όλα τα πράγματα αγαπώ τη ψυχή σου. Μέσα απ’ της σάρκας το πέπλο τη βλέπω να λάμπει στα σκοτεινά: με τυλίγει, μ’ αλλάζει, να ξεχειλίσω με κάνει, μ’ αιχμαλωτίζει.

Και τότε μιλώ για να νιώσω την ύπαρξη μου, γιατί εάν δεν μιλούσα η γλώσσα μου θα ‘χε μουδιάσει, η καρδιά να χτυπά θα ‘χε πάψει, κι εξολοκλήρου εγώ δίχως λάμψη καμιά θα ‘χα στεγνώσει.

Κάθε φορά που σ’ αφήνω, συγκρατώ στα μάτια μου το φεγγοβόλημα του τελευταίου σου βλέμματος.

Και, τότε, τρέχω να κλειστώ μέσα, σβήνω τα φώτα, αποφεύγω τον κάθε θόρυβο για μην μπορεί τίποτα να κλέψει ούτε ένα ψήγμα απ’ την αιθέρια του βλέμματος σου ουσία, την ατέλειωτη ηδύτητα του, την αγνή συστολή του, την εκλεπτυσμένη σαγήνη του.

Όλη τη νύχτα, με των δαχτύλων τους ρόδινους κόμπους, χαϊδεύω τα μάτια που σ’ αντικρίσανε.

Χλωμάδα της όψης σου που ‘χει απολέσει όλο το αίμα της!

Χυμοί ανθών «μη με λησμόνει» να περνάνε μέσα από τις ίνες του δέρματος!

Όταν ακούμπησα, επάνω σ’ αυτήν την αγνότητα, το νεκρό τριαντάφυλλο του στόματος μου, ήμουν πιο ελαφριά απ’ του ίσκιου τον ίσκιο….

Βαθιά σ’ αγαπώ και να σε φιλήσω δεν θέλω.

Μου αρκεί από κοντά να σε βλέπω, ν’ ακολουθώ τις καμπύλες που διαγράφουν τα χέρια σου στην κίνηση τους , στα διάφανα μάτια σου ν’ αποκοιμιέμαι, τη φωνή σου ν’ ακούω, να σε κοιτώ να βαδίζεις, να συλλέγω τα λόγια σου.

Τα πρώτα ερωτόλογα σου όταν είχα δεχτεί υπήρχε στο δώμα μου λάμψη περίσσεια.

Έσπευσα τις πόρτες να κλείσω.

Εγώ ήμουν οσία, οσία. Κανένας, τίποτα, ούτε το φως, να μ’ αγγίξει δεν έπρεπε.

από Σπύρος Αραβανής

Alfonsina Storni (Aργεντινή,1892-1938), Δέκα Ερωτικά Ποιήματα (μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας)

http://www.poiein.gr/2019/11/18/alfonsina-storni-a%cf%81%ce%b3%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%ae1892-1938-%ce%b4%ce%ad%ce%ba%ce%b1-%ce%b5%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1/?fbclid=IwAR17PTPKM90w62s7r2lG5Ghfkf8vxKP_IYDKc0Yai43Rz54CZKVczDIA_-k

Ποίηση

Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.

Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.

IV
Ναὶ ἀγαπημένη μου,
ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε
γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ
ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ
ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.
Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν
ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε

Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας
πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.
Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας
μᾶς σκοτώνουν.

Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.

Πηγή: νέκταρ

https://itravelpoetry.com/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή