Μαΐου 09, 2021

Ποίηση

Χρυσῆ ἀράχνη μυστικὰ τὸν ἔρωτά μου ὑφαίνει
κ' εἶν' ἡ ἀγάπη μου κρυφὴ κ' ἐντροπαλὰ κρυμμένη.
Κ' ἡ πειὸ λεπτὴ ἀναπνοὴ ὅπου 'ςτὸν κόσμο ἐστάθη
ἄν τὴν φυσήσῃ μιὰ στιγμὴ ἐσχίστηκε κ' ἐχάθη.

Μόνον ἐκείνη π' ἀγαπῶ 'ςτὸ πλάϊ μου διαβαίνει
καὶ σἄν νὰ βλέπῃ κἄτι τι μὰ δὲν καταλαβαίνει,
γιατὶ ποτὲ δὲν ἔμαθε κι' οὔτε ποτὲ θὰ μάθῃ
πῶς κρύβω τὴν εἰκόνα της μέσ' 'ςτῆς καρδιᾶς τὰ βάθη.

Κι' ὅταν σιμά μου ἔρχεται καὶ χίλια λόγια ἀρχίζει,
τὴν ὥρα ποὺ ἡ ἀγάπη μου 'μπροστά της ξεχειλίζει
καὶ θέλει μ' ἕνα δάκρυο 'ςτὰ μάτια νὰ φανῇ,
Φεύγω προτοῦ τὸ δάκρυ μου 'ςτὰ βλέφαρά μου φθάσῃ,
γιατὶ ἐκείνη ἅμα τὸ 'δῇ 'μπορεῖ καὶ νὰ γελάσῃ,
κ' ἔτσι διπλὸς ὁ πόνος μου, διπλὸς θὲ νὰ γενῇ.

Ιωάννης Πολέμης, Χειμωνανθοί

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής. Ανήκε στην ίδια ποιητική γενιά με τον Κωστή Παλαμά και τον Γεώργιο Δροσίνη, τη «γενιά του 1880». Από τους υπερμάχους της δημοτικισμού, έγραψε κυρίως λυρικά και δραματικά ποιήματα, που διακρίνονται για τη γλυκύτητα του ύφους και της έκφρασης.
Ο Ιωάννης Πολέμης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών χωρίς να πάρει πτυχίο. Το 1880, με υποτροφία του Δήμου Αθηναίων, παρακολούθησε επί διετία μαθήματα αισθητικής και ιστορίας της τέχνης στο Παρίσι.
Από νεαρής ηλικίας άρχισε να τροφοδοτεί με στίχους του ημερολόγια, λευκώματα και περιοδικά της εποχής του. Το 1880 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Aι Μούσαι» το πεζογράφημά του «Ρέα Κυβέλη», γραμμένο στην καθαρεύουσα, αλλά την ίδια εποχή γνωρίζεται με τους πρωτοπόρους τού δημοτικισμού και δίνει συνεργασίες του - ποιήματα και πεζά - στο περιοδικό «Ραμπαγάς». Κείμενά του δημοσιεύονται, επίσης, στα περιοδικά «Ασμοδαίος», «Άστυ», «Εστία», «Ποικίλη Στοά» κ.α. Μαζί με τον Κωστή Παλαμά, τον Γεώργιο Δροσίνη και τον Νίκο Καμπά, συγκροτεί την τετράδα των δημοτικιστών ποιητών, που στάθηκε αντιμέτωπη προς τους τότε μεσουρανούντες καθαρευουσιάνους ρομαντικούς ποιητές και άλλαξε τον ρου της ελληνικής ποίησης.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ποιήματα» κυκλοφόρησε το 1883, ένα χρόνο μετά την επάνοδό του από το Παρίσι, και ακολούθησαν οι συλλογές: «Χειμώνανθοι» (1888), «Ερείπια» (1890), «Αλάβαστρα» (1900), «Το παλιό βιολί» (1909), που σημείωσε εκδοτική και καλλιτεχνική επιτυχία, «Σπασμένα μάρμαρα» (1917), «Ειρηνικά» (1918), «Κειμήλια» (1920), «Εξωτικά» (1921) και «Εσπερινός« (1922). Έγραψε, επίσης, διδακτικού περιεχομένου παιδικά ποιήματα με τον τίτλο «Πρώτα βήματα», πολλά από τα οποία είναι γνωστά μέσα από τα σχολικά αναγνωστικά, καθώς και το επικολυρικό ποίημα «Καστελλάνος» (1909). Το 1910 εξέδωσε μία από τις πρώτες ανθολογίες ποίησης, με τίτλο «Λύρα, Ανθολογία της Νεώτερης Ελληνικής Ποιήσεως».
Για την ποίησή του κέρδισε το 1888 από κοινού με τον Κωστή Παλαμά το Α' βραβείο στον «Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό» και το 1918 του απονεμήθηκε το «Αριστείο Γραμμάτων», ενώ για το θεατρικό του έργο τιμήθηκε με βραβεία του «Αβερώφειου Διαγωνισμού».
Παράλληλα με τη λογοτεχνική του ενασχόληση, εργάστηκε, για τα προς το ζην, ως υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας, υπογραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών. Το 1909 ίδρυσε την Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων και υπήρξε ο πρώτος πρόεδρός της.
Ο Ιωάννης Πολέμης πέθανε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 1924, ύστερα από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία 62 ετών.

Ποίηση

Απόψε τ’ άστρα
το ‘να με τ’ άλλο μοιάζει
να ψιθυρίζουν.

Μόνη στο σπίτι
κι αυτή θα βλέπει τώρα
την πανσέληνο. 

Περπατήσαμε
μέσα στα χρυσάνθεμα
πίνοντας σάκε.

Σαν αποπιούμε
θα κάτσουμε να δούμε
την πανσέληνο.

Έτσι ειν’ ο κόσμος:
τ’ ολόγιομο φεγγάρι
κι αυτό εκλείπει.

Έλα κοντά μου,
μαζί με μένα παίξε
σπουργίτι ορφανό.

 

Ο ποιητής και βουδιστής ιερέας Kobayashi Issa, ένας από τους τέσσερις κορυφαίους του ιαπωνικού χαϊκού, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου του 1763, στο χωριό Kashiwabara –σήμερα τμήμα της πόλης Shinano-machi, της κεντρικής Ιαπωνίας– και έχασε τη μητέρα του σε ηλικία τριών ετών· ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε, γεγονός που τον έκανε παιδί μοναχικό και αλλοπρόσαλλο. Δε γνωρίζουμε πού και πώς έμαθε γράμματα. Ούτε πώς έγινε ιερέας. Από τα δεκατέσσερα μέχρι τα τριάντα οχτώ του χρόνια περιηγήθηκε την Ιαπωνία. Παντρεύτηκε δύο φορές και έχασε τρία παιδιά και την πρώτη του σύζυγο. Έγραψε περί τα 20.000 χαϊκού. Η ποίησή του είναι σταθερά προσηλωμένη στην ανθρώπινη τραγωδία. Η ανθρώπινη ύπαρξη σχετίζεται με τη φύση ειρωνικά. Το μέγεθος του ανθρώπινου παραλογισμού φαίνεται από τη σύγκριση των πράξεών του με τις φυσικές διαδικασίες.

Ο Κομπαγιάσι Ίσα πέθανε στις 19 Νοεμβρίου 1827, στο σπίτι όπου γεννήθηκε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τα χαϊκού είναι είδος ποίησης που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιαπωνία το δέκατο έκτο αιώνα και υιοθετήθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του εικοστού. Από εκεί πέρασαν τον Ατλαντικό και έφτασαν να γίνουν πολύ δημοφιλή σε όλο το Δυτικό κόσμο. Στην αυθεντική στιχουργική μορφή τους, τα χαϊκού είναι μικρά ποιήματα από 17 συλλαβές σε ένα ενιαίο στίχο. Τα χαϊκού συμπυκνώνουν ευφυΐα και σοφία, που εκφράζονται με λυρική, ή άλλοτε, χιουμοριστική διάθεση, ενώ συχνά υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης. Στα χαϊκού σημαντική θέση έχουν η φύση, οι εποχές και τα χρώματα, η ομορφιά των λέξεων και των αντιθέσεων, ενώ το νόημα κάποιες φορές αποκτά δευτερεύουσα σημασία.

Ευρωπαϊκή εκδοχή τους συνήθως υποδιαιρούνται σε 3 στίχους από 5, 7 και 5 συλλαβές, στους οποίους η ομοιοκαταληξία αποφεύγεται. Στις πιο σύγχρονες απόπειρες δημιουργίας χαϊκού, είναι συχνές οι μικρές αποκλίσεις από τον αυστηρό αυτό στιχουργικό κανόνα. Στην Ευρώπη πρωτοεμφανίζεται στις αρχές του 20ού αι. Επηρεάζονται ή και γράφουν χαϊκού από τον Έζρα Πάουντ μέχρι τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ και τον Χ. Λ. Μπόρχες. Ο Ε. Πάουντ έλεγε πως το χαϊκού είναι ένα ποίημα εικόνων.

Το χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή. Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή. Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Ποίηση

Φωνή απ’ την θάλασσα
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.
5
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
10
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.
Φέρνει μηνύματα εις τες ψυχές δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νιάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καημό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
15
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκό ανασασμό.
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
20
Και σαν κοιτάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της που ’ναι κοντά και τόσο μακρινός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
25
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν είσαι νέος, μες στες φλέβες σου θα τρέξει
της θάλασσας ο πόθος· θα σε πει μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξει
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

30
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.
Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
35
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαιν για τες γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,
40
σε βράχους και σε πέτρες κοφτερές τούς σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κι εκείνοι τρέχουνε σαν να ’σαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
45
από την αγωνία των την υστερνή.
Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
50
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κι ευσπλαχνικό.
Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα πάει
θυμίαμα να κάψει και να πει ευχή.
55
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.
[1893, 1898*]

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ /[ΑΠΟΚΗΡΥΓΜΕΝΑ, 1886–1898] /Φωνή απ’ την θάλασσα

Ποίηση

Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

(1962)

Ν. Χριατιανόπουλος

Ποίηση

 Ένα ερωτικό γράμμα, Ντίνο Μπουτζάτι

Ο Ενρίκο Ρόκο, 31 ετών, διευθυντής σε μια εμπορική επιχείρηση, ερωτευμένος, κλείνεται στο γραφείο του. Τη σκεφτόταν τόσο έντονα και βασανιστικά που βρήκε τη δύναμη: θα της έγραφε, πέρα από κάθε περηφάνια και κάθε ντροπή. «Αξιότιμη δεσποινίς», άρχισε, και στη σκέψη και μόνο πως τα σημάδια αυτά που χάραζε η πένα στο χαρτί θα τα ’βλεπε εκείνη, η καρδιά του άρχισε να χτυπάει, ξετρελαμένη. «Ευγενική Ορνέλα, Αγαπημένη μου, Ψυχή μου, Φως μου, Φωτιά που με καις, Βάσανο της νύχτας μου, Χαμόγελό μου, Λουλουδάκι μου, Αγάπη μου…» Μπήκε ο Ερμέτε, ο κλητήρας. «Συγνώμη, κύριε Ρόκο, είναι από κει ένας κύριος που ήρθε για σας. Λέγεται (κοίταξε ένα μπιλιετάκι) λέγεται Μανφρεντίνι». «Μανφρεντίνι; Ποιος είναι αυτός; Πρώτη φορά τον ακούω. Κοίτα, δεν έχω χρόνο, έχω μια δουλειά εξαιρετικά επείγουσα. Να ξανάρθει αύριο ή μεθαύριο». «Νομίζω, κύριε Ρόκο, νομίζω πως είναι ο ράφτης, πρέπει να ήρθε για την πρόβα». «Α, μάλιστα… ο Μανφρεντίνι! Καλά, πες του να έρθει αύριο». «Μάλιστα κύριε, είπε όμως πως εσείς τον καλέσατε». «Σωστά, σωστά… (αναστέναξε)… άντε, φέρε τον μέσα, πες του όμως να βιαστεί, δυο λεπτάκια μονάχα». Μπήκε ο ράφτης, ο Μανφρεντίνι, με το κοστούμι.

Τρόπος του λέγειν πρόβα: ο Ρόκο φόρεσε λίγες στιγμές το σακάκι κι έπειτα το έβγαλε, ίσα που πρόλαβε ο ράφτης να κάνει δυο τρία σημάδια με το σαπουνάκι. «Να με συγχωρείτε, αλλά έχω μια εξαιρετικά επείγουσα δουλειά. Εις το επανιδείν, Μανφρεντίνι». Γύρισε βιαστικός βιαστικός πίσω στο γραφείο, ξανάπιασε να γράφει: «Ιερή μου Ψυχή, ‘Αγγελέ μου, πού να ’σαι τούτη τη στιγμή; Τι να κάνεις; Σε σκέφτομαι τόσο έντονα που είναι αδύνατο να μη σε φτάσει ο έρωτάς μου, κι ας είσαι τόσο μακριά, στην άλλη άκρη της πόλης που μου φαίνεται νησί χαμένο πέρα από τις θάλασσες…» (Τι παράξενο, σκεφτόταν στο μεταξύ, πώς εξηγείται ένας θετικός άνθρωπος σαν εμένα, ένας μάνατζερ, να στρώνεται άξαφνα και να γράφει τέτοιου είδους πράγματα; Να ’ναι άραγε κάτι σαν τρέλα;)

Εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνο δίπλα του άρχισε να χτυπάει. Θαρρείς κι ένα παγωμένο σιδερένιο πριόνι πέρασε απότομη πάνω στη ράχη του. Απάντησε λαχανιαστά: «Εμπρός;» «Γειάααα σου», έκανε μια γυναικεία φωνή νιαουρίζοντας τεμπέλικα. «Τι φωνάρα είν’ αυτή… για πες μου, φαίνεται πως πήρα σε άσκημη ώρα». «Ποιος είναι;» ρώτησε αυτός. «Α, μα είσαι ανυπόφορος σήμερα, πρόσεξε γιατί…» «Ποιος είναι;» «Περίμενε τουλάχιστον να σου…» Κατέβασε το ακουστικό, άρπαξε και πάλι την πένα.

«Άκου, Αγάπη μου», έγραφε, «έξω έχει ομίχλη, υγρή, παγερή, φορτωμένη καυσαέριο και βρομιά, πάντως τη ζηλεύω, το ξέρεις; Το ξέρεις πως αμέσως θα άλλ…» Ντριν, το τηλέφωνο.

Τινάχτηκε λες και τον χτύπησαν δυο χιλιάδες βολτ. «Εμπρός!» «Μα Ενρίκο», ήταν η ίδια φωνή όπως λίγο πρωτύτερα, «ήρθα επί τούτου στην πόλη να σε δω κι εσύ…» Κλονίστηκε, εμβρόντητος. Ήταν η εξαδέλφη του η Φράνκα, μια καλή κοπέλα, νόστιμη κιόλας, εδώ και λίγους μήνες τον ψιλοφλερτάριζε, ποιος ξέρει τι της είχε καρφωθεί στο μυαλό. Οι γυναίκες φημίζονται για τα ψευδορομάντζα που πλάθουν.

Βέβαια, δεν ήταν πρέπον να την ξαποστείλει πίσω στο χωριό. Κράτησε γερά. Θα δεχόταν τα πάντα, φτάνει να τέλειωνε κείνο το γράμμα. Ήταν ο μοναδικός τρόπος να καταλαγιάσει τη φωτιά που έκαιγε μέσα του. Γράφοντας στην Ορνέλα του φαινόταν πως κατά κάποιο τρόπο έμπαινε στη ζωή της, μπορεί εκείνη να το διάβαζε ως το τέλος, να χαμογελούσε, να έκλεινε το γράμμα στο τσαντάκι της, το φύλλο που εκείνος γέμιζε με φράσεις παράλογες μπορεί σε λίγες ώρες να ερχόταν σε επαφή με τα μικρά χαριτωμένα αρωματισμένα πράγματα που κατά θαυμαστό τρόπο της ανήκουν, το κοκκινάδι για τα χείλια, το κεντημένο μαντιλάκι, τα αινιγματικά μικροπραγματάκια, φορτωμένα με μια οικειότητα που τον αναστάτωνε. Και τώρα, να σου η Φράνκα, που του αποσπούσε την προσοχή.

«Άκου, Ενρίκο», ρώτησε η σερνάμενη φωνή, «θες να ’ρθω να σε πάρω από το γραφείο;» «Όχι όχι, συγνώμη, έχω ένα σωρό πράγματα να κάνω τώρα».

«Ωχ, έλα, άσε τις τσιριμόνιες, άμα βαριέσαι μαζί μου, ξέχνα το. Γεια σου». «Θεέ μου, μην το παίρνεις έτσι. Έχω δουλειά, σου λέω. Άκου, έλα αργότερα». «Πότε αργότερα;» «Έλα… έλα σε δυο ώρες».

Κοπάνησε το ακουστικό στη συσκευή του τηλεφώνου, του φαινόταν πως έχασε ανεπανόρθωτα τον καιρό του, το γράμμα έπρεπε να το ρίξει μέχρι τη μία, αλλιώς θα έφτανε στον προορισμό του την επόμενη μέρα. Όχι όχι, θα το ’στελνε εξπρές. «… θ’ άλλαζα τη θέση μου με της ομίχλης», έγραφε, «όταν σκέφτομαι πως εκείνη περιζώνει το σπίτι σου και κυματίζει μπροστά απ’ την κάμαρά σου, κι αν είχε μάτια ποιος ξέρει, ίσως και η ομίχλη βλέπει θα μπορούσε να σε αποθαυμάσει μέσα απ’ το παράθυρο.

Και λες να μην υπάρχει μια χαραμάδα, μια λεπτότατη σχισμή απ’ όπου να τρυπώσει; Ένα απαλότατο φύσημα, τίποτα παραπάνω, μια λεπτή ανάσα από άπιαστο βαμβάκι που θα σε χαϊδέψει; Τόσο λίγα αρκούν στην ομίχλη, τόσο λίγα αρκούν στην αγ…»

Ο κλητήρας Ερμέτε στην πόρτα: «Συγνώμη…» «Σου το ξανάπα, έχω μια επείγουσα δουλειά, δεν είμαι εδώ για κανέναν, πες να έρθουν το απόγευμα». « Μα…» «Τι μα;» «Ο αξιότιμος κύριος Ινβερνίτζι είναι κάτω και σας περιμένει στο αμάξι». Κατάρα, ο Ινβερνίτζι, η πραγματογνωμοσύνη στην αποθήκη όπου εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η συνάντηση με τους εμπειρογνώμονες, κατάρα, ούτε που το σκεφτόταν πια, το ’χε ξεχάσει εντελώς.

Και δε γινόταν να το αποφύγει. Αυτή η ταραχή που έκαιγε μέσα του, ακριβώς στο στέρνο, έφτασε σε βαθμό ανυπόφορο. Να δηλώσει άρρωστος; Αδύνατον. Να τελειώσει το γράμμα έτσι όπως ήταν; Μα είχε ακόμα τόσα πράγματα να της πει, τόσα πράγματα εξαιρετικά σπουδαία.

Αποκαρδιωμένος, έκλεισε το φύλλο σ’ ένα συρτάρι. Πήρε το πανωφόρι του και δρόμο, το μόνο που του απόμενε ήταν να κοιτάξει να κάνει γρήγορα. Σε μισή ώρα, Θεού θέλοντος, ίσως να γύρναγε πίσω. Γύρισε στη μία παρά είκοσι. Το μάτι του πήρε τρεις τέσσερις άντρες που περίμεναν, καθισμένοι στην αίθουσα αναμονής. Κλειδαμπαρώθηκε στο γραφείο του ξεφυσώντας, κάθισε στο τραπέζι, άνοιξε το συρτάρι, το γράμμα ήταν άφαντο. Η ταραχή της καρδιάς του κόντεψε να του κόψει την ανάσα. Ποιος μπορεί να ψαχούλεψε το γραφείο;

Ή μήπως έκανε λάθος; Άνοιξε γρήγορα γρήγορα τ’ άλλα συρτάρια, ένα ένα. Ευτυχώς. Τα ’χε μπλέξει, το γράμμα ήταν εκεί. Ήταν αδύνατο όμως να το ταχυδρομήσει πριν από τη μία. Μικρό το κακό και οι συλλογισμοί (για μια υπόθεση τόσο απλή και κοινότοπη) στοιβάζονταν ανάκατα στο κεφάλι του, με εναλλακτικές λύσεις όλο ελπίδα κι αγωνία, που τον εξαντλούσαν μικρό το κακό, αν το έστελνε εξπρές θα πρόφταινε την τελευταία διανομή το βράδυ, ή μάλλον… ακόμα καλύτερα, θα το ’δινε στον Ερμέτε να το πάει, όχι όχι, καλύτερα να μην ανακατέψει τον κλητήρα σ’ ένα τόσο λεπτό θέμα, θα το πήγαινε ο ίδιος προσωπικά. «… τόσο λίγα αρκούν στην αγάπη», έγραψε, «για να νικήσει το χώρο και να διαβεί…» Ντριν, το τηλέφωνο, λυσσασμένο. Χωρίς ν’ αφήσει την πένα, άρπαξε το ακουστικό με τ’ αριστερό. «Εμπρός;» «Εμπρός, εδώ η γραμματεύς του εξοχότατου κυρίου Τράκι».

«Λέγετε, λέγετε». «Για κείνη την άδεια εισαγωγής που αφορά την προμήθεια καλωδίων στο…» Κοκάλωσε. Ήταν μια υπόθεση τεράστιας σημασίας, απ’ αυτήν εξαρτιόταν το μέλλον του. Η συζήτηση κράτησε είκοσι λεπτά. «… να διαβεί», έγραψε, τα τείχη της Κίνας. Ω, αγαπημένη Ορν…» Ο κλητήρας και πάλι στην πόρτα. Εκείνος τον κάρφωσε μ’ ένα άγριο βλέμμα. «Δεν μπορώ να δεχτώ κανέναν, το κατάλαβες ναι ή όχι;» «Μα είναι ο οικ…» «Κανέναν, κανένααααν!» ούρλιαξε αποθηριωμένος. «Ο οικονομικός έφορος, λέει πως έχει κλείσει ραντεβού». Ένιωσε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του.

Να ξαποστείλει τον οικονομικό έφορο θα ’ταν τρέλα, κάτι σαν αυτοκτονία, η καταστροφή. Δέχτηκε τον έφορο. Είναι μία και τριάντα πέντε. Δίπλα είναι η εξαδέλφη Φράνκα που περιμένει εδώ και τρία τέταρτα. Έπειτα ο μηχανικός Στολτζ, που ήρθε επί τούτου από τη Γενεύη.

Και ο δικηγόρος Μέσουμέτσι, για την υπόθεση των εκφορτωτών. Και η νοσοκόμα που έρχεται καθημερινά να του κάνει την ένεση. «Ω, αγαπημένη Ορνέλα», γράφει με τη μανία του ναυαγού που πάνω του χτυπιούνται τα κύματα, όλο και πιο πελώρια και φονικά. Το τηλέφωνο. «Εδώ Στάτζι, από το Υπουργείο Εμπορίου». Το τηλέφωνο. «Εδώ ο γραμματεύς της Ενώσεως Εταιρειών…» «Ω πολυαγαπημένη μου Ορνέλα», γράφει, «θα ήθελα να ξέρ…» Ο κλητήρας Ερμέτε στην πόρτα αναγγέλλει τον δόκτορα Μπ., υποδιευθυντή. «… να ξέρεις», γράφει, «πόσ…» Το τηλέφωνο. «Εδώ ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού». Το τηλέφωνο. «Εδώ ο ιδιαίτερος γραμματεύς του Σεβασμιοτάτου Αρχιεπισκόπου…» «…πόσο σ’ αγ…» γράφει ξέπνοος, κυριευμένος από πυρετό. Ντριν, ντριν, το τηλέφωνο. «Εδώ ο πρόεδρος του Εφετείου». Εμπρός, εμπρός! «Εδώ το Ανώτατο Συμβούλιο, ο γερουσιαστής Κορμοράνο αυτοπροσώπως». Εμπρός, εμπρός! «Εδώ ο πρώτος υπασπιστής της Αυτού Μεγαλειότητος του Αυτοκράτορος…»

Τα κύματα τον αν έτρεφαν, τον συμπαρέσυραν μακριά. «Εμπρός, εμπρός! Ναι, εγώ είμαι, ευχαριστώ εξοχότατε, σας είμαι απείρως ευγνώμων!… Μα αμέσως, αυτή τη στιγμή κιόλας, μάλιστα στρατηγέ μου, θα το φροντίσω το δίχως άλλο, και χίλια ευχαριστώ… Εμπρός, εμπρός! Βεβαίως

Μεγαλειότατε αναμφιβόλως, ταπεινότατος δούλος σας (η πένα, παρατημένη, κύλησε αργά μέχρι την άκρη, σταμάτησε και ισορρόπησε μια στιγμή, έπεσε κάθετα, η μύτη της στράβωσε, κι απόμεινε εκεί)…

Παρακαλώ, καθίστε, να πάρ’ η οργή, περάστε, περάστε, όχι, αν μου επιτρέπετε, ίσως να ’ναι καλύτερα να καθίσετε στην πολυθρόνα, είναι πιο αναπαυτικά, οποία αναπάντεχη τιμή, οπωσδήποτε, για την ακρίβεια, ω ευχαριστώ, έναν καφέ, ένα τσιγάρο;…» Πόσο κράτησε ο στρόβιλος; Ώρες, μέρες, μήνες, χιλιετίες; Σαν έπεσε η νύχτα βρέθηκε μόνος του, επιτέλους. Πριν όμως αφήσει το γραφείο του, κοίταξε να φέρει κάπως σε λογαριασμό το βουνό από διαλυμένα σημειωματάρια, φακέλους, σχέδια, πρωτόκολλα που ήταν στοιβαγμένα στο τραπέζι.

Κάτω από την πελώρια στοίβα βρήκε ένα φύλλο χαρτί αλληλογραφίας δίχως επικεφαλίδα, χειρόγραφο. Αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα. Παραξενεμένος, διάβασε.

«Τι κουταμάρες, τι γελοίες ανοησίες. Τις οίδε πότε τις έγραφα», αναρωτήθηκε, ψάχνοντας του κάκου στις αναμνήσεις, με μιαν αίσθηση ενόχλησης και σαστιμάρας που ποτέ δεν είχε νιώσει, και πέρασε το χέρι στα μαλλιά του, γκρίζα τώρα πια. «Πότε μπόρεσα να γράφω τέτοιες χαζομάρες;

Κι αυτή η Ορνέλα, ποια ήταν;»

Ντίνο Μπουτζάτι

ithaque.gr

Ποίηση

Η ζωή θα ήταν ίσως πιο εύκολη
αν δε σε είχα ποτέ συναντήσει

Λιγότερος θρήνος
κάθε φορά που πρέπει να χωριστούμε
Λιγότερος φόβος
μπροστά στον επόμενο
και στον μεθεπόμενο χωρισμό.

Κι ακόμα
δεν θα ‘χε τόση
από εκείνη την αδύναμη νοσταλγία,
κάθε φορά που δεν είσαι εδώ
Τη νοσταλγία που θέλει μόνο το Αδύνατο
και το θέλει τώρα,
την αμέσως επόμενη στιγμή
Κι αφού αυτό δε γίνεται
πληγώνεται
και βαριανασαίνει

Η ζωή θα ήταν ίσως πιο εύκολη
αν δεν σε είχα συναντήσει
Μόνο που… δεν θα ήταν η ζωή μου…

Erich Fried

Ποίηση

Δεκαέξι χάικου - Γεώργιος Σεφέρης
Α'
Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί
και σβήνει ο ήλιος.

Β'
Στον κάμπο ούτ' ένα
τετράφυλλο τριφύλλι.
Ποιος φταίει απ' τους τρεις;

Γ'
Στον κήπο του μουσείου
Άδειες καρέκλες
τ' αγάλματα γύρισαν
στ' άλλο μουσείο.

Δ'
Να 'ναι η φωνή
πεθαμένων φίλων μας
ή φωνογράφος;

Ε'
Τα δάχτυλά της
στο θαλασσί μαντίλι
κοίτα: κοράλλια.

ΣΤ'
Συλλογισμένο
το στήθος της βαρύ
μες στον καθρέφτη.

Ζ'
Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δέντρου
κι εσύ βελάζεις.

Η'
Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός απλώνει
και κυματίζει.

Θ'
Νέα μοίρα
Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε
ήταν γεμάτο αστέρια.

Ι'
Τώρα σηκώνω
μια νεκρή πεταλούδα
χωρίς φτιασίδι.

ΙΑ'
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

ΙΒ'
Άγονος γραμμή
Το δοιάκι τι έχει;
Η βάρκα γράφει κύκλους
κι ούτε ένας γλάρος!

ΙΓ'
Άρρωστη Ερινύς
Δεν έχει μάτια
τα φίδια που κρατούσε
της τρών' τα χέρια.

ΙΔ'
Τούτη η κολόνα
έχει μια τρύπα, βλέπεις
την Περσεφόνη;

ΙΕ'
Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ' αφήσει
μόνο στον ήλιο.

ΙΣΤ'
Γράφεις
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Ποίηση

Νυχτιὲς ἀφέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου ἀρραβώνα·

πιὸ σκοτεινὰ βουνά,
ποὺ πρωτοδιάβαινα βουβὸς τ᾿ ἀμπέλια, ὦσμε τὸ γόνα
κι ὡς τὸ λαιμὸ τρανά·

ποὺ διάβαινα, ὅλο διάβαινα, σὰν ἡ σιγὴ εἶχε πέσει
στὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ,
ὡσὰν ἀλάφι θεόρατο ποὺ κολυμπάει στὴ μέση
μεγάλου ποταμοῦ...
Ἄ, ποιὸ παλμὸν ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
μὲ τὴ βουβή τους μίμηση μπρὸς στὴν βουβὴν εἰκόνα
τοῦ κάταστρου οὐρανοῦ!

Ὄλυμπος πιὰ χεροπιαστὸς τριγύρα μου εἶχε ἀνθίσει,
καί, λάτρα σιωπηλή,
σ᾿ ὅλα τὰ μέλη μου ἄστραφτε τὸ μυστικὸ μεθύσι
μιὰ κρύφια ἀνατολή...
Ἄγρυπνη βίγλα ἐκράταγε, πολὺ ψηλὰ ἀναμμένη,
τοῦ πόθου ἡ μαντικὴ
φωτιά, καὶ γύρα μία γενιὰ θεῶν συμμαζεμένη
μὲ κοίταε σκεφτική...

Σὰν ἄλικη ἡ πανσέληνο στὰ κορφοβούνια ἀπάνω
προβαίνει ἀργή, τρανή,
στὸ πορφυρὸν εἰκόνισμα τοῦ πόθου μου τὸ πλάνο
βαφόνταν οἱ οὐρανοί.
Καὶ πίσω ἀπὸ τ᾿ ἀπάντεχον, ἀθλητικὸ ὄργιό του,
ποὺ νίκαε τὸν καιρό,
σὰν ἱερέας σιωπηλὰ ποὺ σέρνει τὸ σφάγιό του,
κι ὡς πρῶτος στὸ χορό

ποὺ ἀπὸ ξοπίσω του τραβάει πολλοὺς ― παρόμοια, ἀκέρια
σὰ νά ῾σερνα φυλή,
ἀπ᾿ τοὺς πρωτόφαντους θεοὺς κι ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀστέρια
τηρώντας ἐντολή,
στὸ στρῶμα ποὺ φουντώνανε τῆς γῆς τὰ ὀλύμπια μύρα
πῶς ἔσερνα μὲ ὁρμὴ
μὲς στὰ σκοτάδια, ὡς ὁ τυφλὸς π᾿ ἀδράζεται ἀπ᾿ τὴ λύρα,
το ἐρωτικὸ κορμί!...

Νυχτιὲς ἀφέγγαρες, θερμὸ ποὺ μὲ γεμίσατε αἷμα,
καὶ πλούσιο, μαντικὸ
τὸ πνέμα μου στεριώσατε ― ἀλύγιστο ἕνα ρέμα,
βαθύ, πολεμικὸ ―
καὶ στὴν ψυχή μου θρέψατε τοὺς στοχασμούς, ὡς θρέφει
σὲ θεία κληματαριὰ
ἡ ἁδρὴ ἀπονύχτερη δροσιὰ τσαμπιὰ τρανὰ σὰ βρέφη,
πανώρια καὶ βαριά!

K᾿ ἐσύ, παλμέ, ποὺ ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
κ᾿ ἐσὺ πυρρὴ π᾿ ἀνέμιζα τῆς πιθυμιᾶς μου εἰκόνα
στὴν ὄψη τ᾿ οὐρανοῦ·
τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
πατῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος συρμένος ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό!

Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
τοῦ νοῦ μου ἡ ἀγκαλιά!
Νά· πυρωμένη μου ἡ καρδιά, τὸ μέτωπο, τὸ μάτι
ἐλεύτερο, οὐρανέ!
Πήγασος εἶν᾿ ἀσπέδιστος τοῦ λογισμοῦ μου τὸ ἄτι,
οἱ δρόμοι μου ἕνα Ναί,

τὴν ἄβυσσο ἄβυσσο καλεῖ, τὸ βάθος κι ἄλλο βάθος,
κι ἀδάμαστο, ἀλαφρό,
μέσα μου πλέον ἀμόνοιαστον ἐστοίχειωσε τὸ πάθος
ποὺ ἐσκίρτα στὸν ἀφρό...
Τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
θωρῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος ἐσύρθη ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό.

Ὑμέναιο νέο στὰ βάθη τους λογιάζω τώρα θὰ βρῶ,
σὰν ἤπια μονομιὰ
τῆς νύχτας ὅλο τὸ κρασὶ τὸ μυστικὸ καὶ μαῦρο
γιὰ μιὰν ἐπιθυμιά·
κι ὅλ᾿ ἡ φωτιὰ τῶν οὐρανῶν μου κύκλωσε, μοῦ κρύβει
τὸ πνέμα μου βουβό,
τί πιὰ μὲ κράζει ἀμείλιχτη τοῦ νοῦ μου ἡ πάνοπλη ἥβη
πρὸς τ᾿ ἄστρα ν᾿ ἀνεβῶ!

Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
ἡ πλέρια μου ἀγκαλιά!
Τῶν ἄστρων ἔχει ἀπάνω μου τὸ περιβόλι γείρει,
κι ὁ κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτὸ βαμμένον ἀπὸ γύρη,
ξεσπᾶ βαθιά μου ἑσμός...

Βροχὴ πεφτάστρια γύρα μου κι ἀδιάκοπα σταλάζει
τὸ ἀπέραντο γοργά·
κι ὅπως χορεύει πέφτοντας στὸ χῶμα τὸ χαλάζι
κι ὁ οὐρανὸς ὀργᾶ,
σὰν ἀπ᾿ τῆς λύρας τὶς χορδὲς ἀνάμεσα τὸ χέρι
φαντάζει ποὺ χτυπᾶ,
ὅμοια ἡ καρδιά μου ὁλάκερη μέσα σὲ κάθε ἀστέρι
σπαράζει κι ἀγαπᾶ!

Ὄργιο βαθύ! Στὸν πάγκοσμο παλμό σου, μὲς στὸ νέο
ποὺ γνώρισα κορμί,
στῆς δύναμής σου τὴν πηγὴ κατάβαθα ἀναπνέω
μ᾿ ἀνήκουστην ὁρμή,
κι ὡς κατεβαίνει ἀγνάντια μου, χωρὶς νὰ τὸ γυρεύω,
τὰ βάθη τ᾿ οὐρανοῦ
ὁ ἁρματωμένος Ἔρωτας, σκιρτῶ κι ἀντιχορεύω
μὲ τ᾿ ἅρματα τοῦ νοῦ!

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἐαυτός...
(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1966)
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Ὕμνος τοῦ μεγάλου Νόστου 1939

Ποίηση

Μέρες αργές, μέρες ζεστές
Μέρες από σπασμένους καθρέφτες και χαμένους ωροδείχτες
Μέρες με βλέφαρα κλειστά στο θαλασσινό ορίζοντα
Μέρες μονότονες, μέρες εγκλεισμού
Η ψυχή μου που έλαμπε ακόμη πάνω στα φύλλα
Και στα άνθη, η ψυχή μου γυμνή όπως ο έρωτας
Η αυγή που τη λησμόνησε τον αναγκάζει να σκύψει το κεφάλι
Και να ατενίσει το κορμί της δοτικό και απατηλό.
Κι όμως, γνώρισα τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου
Ασημένιους θεούς που κρατούσαν ζαφείρια στα χέρια
Αληθινούς θεούς, πουλιά μέσα στο χώμα
Και στο νερό τους έχω δει.
Οι φτερούγες είναι δικές μου, τίποτα,
Μόνο το πέταγμά τους
Ταράζει τη δυστυχία μου
Πέταγμα έναστρο φωτεινό
Πέταγμα γήινο, πέταγμα πέτρινο
Στις φτερούγες τους που κυματίζουν
Το λογισμό μου τον κρατάει η ζωή κι ο θάνατος.

Πωλ Έλυαρ

Γεννήθηκε στην πόλη Σαιν-Ντενί, κοντά στο Παρίσι όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια. Στο διάστημα 1907-1911 γράφτηκε στη Σχολή Κολμπέρ όπου πραγματοποίησε σπουδές, ωστόσο σε ηλικία περίπου 17 ετών προσβλήθηκε από φυματίωση και αναγκάστηκε να τις διακόψει. Για δύο χρόνια, διέμεινε σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας όπου τελικά θεραπεύτηκε και αμέσως μετά, το 1914 κατατάχθηκε στον στρατό.

Το 1917 παντρεύτηκε την Helena Deluvina Diarkinoff, περισσότερο γνωστή ως Γκαλά, με την οποία απέκτησε και μία κόρη. Την ίδια περίοδο δημοσίευε τα πρώτα του ποιήματα, αρχικά με τη συλλογή Το Χρέος και η Ανησυχία και αργότερα με τα Ποιήματα για την Ειρήνη (1918), τα οποία προκάλεσαν και το ενδιαφέρον του Ζαν Πολάν, εκδότη της επιθεώρησης Spectateur. Παράλληλα, ο Ελυάρ γνωρίστηκε με τους Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν και Τριστάν Τζαρά, με τους οποίους συμμετείχε αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα του υπερρεαλισμού. Απέκτησε επίσης μία στενή φιλία με τον Μαξ Ερνστ. Το 1932 χώρισε με τη γυναίκα του "Γκαλά" αλλά η σχέση τους εξακολούθησε επί χρόνια, ακόμη και μετά το γάμο του Ελυάρ το 1934 με την " Νυς". Ο Πωλ Ελυάρ αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών Litterature καθώς και της μεταγενέστερης έκδοσης La Revolution Surrealiste. Παρέμεινε στις τάξεις της υπερρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού μέχρι το 1938.

Κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση, ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Οι κομμουνιστικές πεποιθήσεις του Ελυάρ τον ώθησαν στο σημείο να επισκεφτεί το Γράμμο κατά τη διάρκεια του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου και να γράφει ποιήματα υπέρ των ανταρτών, με σκοπό να αναπτερώσει το ηθικό του.

Πέθανε το 1952 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 57 ετών.

Ποίηση

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος

για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία
δεν είναι πάντα
και τόσο διασκεδαστική
αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης
που και που
όταν όλα πάνε καλά
γιατί ακόμα και στον παράδεισο
δεν τραγουδούν
όλη την ώρα
Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν
όλη την ώρα
ή έστω απλώς λιμοκτονούν
κάποιες ώρες
στο κάτω κάτω δεν πειράζει
αφού δεν είστε εσείς
Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνοιάζουν
λίγα ψόφια μυαλά
στις ψηλότερες θέσεις
ή μια δυο βόμβες
που και που
στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα
ή άλλες τέτοιες απρέπειες
απ’ τις οποίες μαστίζεται η κοινωνία μας
με τους διακεκριμένους άνδρες της
και τους κληρικούς της
και τους λοιπούς αστυφύλακες
και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της
και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της
και τις άλλες δυσκοιλιότητες
που η τρελή μας σάρκα
θα κληρονομήσει
Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος
για ένα σωρό πράγματα όπως το να κάνεις κουταμάρες
και να κάνεις έρωτα
και να είσαι λυπημένος
και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια και να έχεις εμπνεύσεις
μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου

ΛΩΡΕΝΣ ΦΕΡΛΙΝΓΚΕΤΤΙ

Ο Λώρενς Φερλινγκέττι είναι αμερικανός εκδότης, ποιητής, συγγραφέας και ζωγράφος. Γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου 1919, μεγάλωσε στη Μασαχουσσέτη και υπηρέτησε στο Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παίρνοντας μέρος και στην απόβαση της Νορμανδίας. 

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.