Σεπτεμβρίου 19, 2019

Ποίηση

Η Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου. Η αρχική έμπνευσή της ανήκει στον έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, ο οποίος το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, και να οριστεί συγκεκριμένη μέρα γι' αυτό.

Η εισήγησή του έφτασε με επιστολή στα χέρια του ποιητή και μελετητή της ποίησης Κώστα Στεργιόπουλου, προέδρου τότε της Εταιρείας Συγγραφέων. Η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε ως ημέρα εορτασμού την 21η Μαρτίου, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, που συνδυάζει το φως από τη μία και το σκοτάδι από την άλλη, όπως η ποίηση, που συνδυάζει το φωτεινό της πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους. Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε το 1998 στο παλιό ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά. Ετοιμάστηκε με ελάχιστα έξοδα και πολλή εθελοντική δουλειά, και είχε μεγάλη επιτυχία.

Την επόμενη χρονιά ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού η 21η Μαρτίου να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, όπως η 21η Ιουνίου είναι Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Τυνήσιοι και άλλοι πρέσβεις από χώρες της Μεσογείου υποστήριξαν την εισήγηση και η ελληνική πρόταση υπερψηφίστηκε.

Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Το σκεπτικό της απόφασης ανέφερε: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορικότητα και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση"».

Ποίηση

Nα στέκεσαι στο χέρι
στη σκέψη
αυτή είναι δύναμη
και ας χαθεί.

Να με πικραίνεις
με λόγια
με αυταπάτες
στη στιγμή.

Με πονάνε
με πειράζουν
Αυτό το βλέμμα
το σ΄αγαπώ σου.

Και αν το χεις μυστικό
μοίρασέ το, πες το
Να στέκεσαι στο χέρι
αυτή είναι δύναμη.

Βράδυασε πάλι
νύχτωσε στον ουρανό
σκέψεις,
κοντά στ άστέρια.

Σταγόνες
με τη δύναμη
της ψυχής να κινούνται
βιαστικά.

Και συ μου πες ξανά
να στέκεσαι
στο χέρι
δυνατά!

Γράφει Μίκα Καππάτου
Υπό έκδοση συλλογή

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Η μόνη μου γαλήνη είναι ότι αυτό το δικαίωμα
να σ’ αγαπώ μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής,
δεν μπορεί να μου το αμφισβητήσει
και να μου το αφαιρέσει κανείς.
Σ’ αγαπώ.
Από τα πολλά όμως, τα πάρα πολλά που έχω να σου πω
άφησε να σου πω τουλάχιστον πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ευτυχία
στον κόσμο, προ πάντων για άνθρωπο
άκρως και αυστηρά απόλυτο, από το να σ’ αγαπά...
Και γιατί και μόνο κοντά σου είναι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή.
Γιατί εσύ είσαι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή.
Βρίσκω κάθε τι άλλο τέλεια αδιάφορο...
Κι είμαι κοντά σου
είμαι κοντά σου,
είμαι πολύ κοντά σου,
σου λέω, πάντα, παντού,
αλλά τι κρίμα που δεν σ’ αγγίζω,
που δεν σε βλέπω...

Κι ύστερα η πτώση η ανελέητη,
μέσα στην απαίσια ζωή που ζούσα,
που ζω,
απ’ όπου μ’ έβγαλες για λίγο
και τα ‘χασα με την απέραντη σου καλοσύνη...
Νίκος Εγγονόπουλος

Ποίηση

Έξω από αυτήν τη Μάσκα

(παίρνοντας θέση μπροστά σ’ ένα πορτρέτο)

Έξω από αυτήν την κυρτωμένη, χοντροκομμένη Μάσκα,
(Όλες οι ευθειότερες, οι ομοιότερες Μάσκες απαρνημένες—αυτή προτιμημένη,)
Τούτη η κοινή αυλαία του προσώπου, περικλεισμένη σε μένα για εμένα, σε σένα για εσένα, σε κάθε έναν για καθέναν,
(Τραγωδίες, λύπες, γέλιο, δάκρυα— ω ουρανέ!
Τα παθιασμένα, συρρέοντα έργα που αυτή η αυλαία έκρυψε!)
Αυτό το λούστρο απ’ του Θεού τον γαληνότερο, τον πιο καθάριο ουρανό,
Αυτή η μεμβράνη από του Σατανά τον κοχλαστό τον λάκκο,
O χάρτης της γεωγραφίας ετούτης της καρδιάς—αυτή η απέραντη μικρή χώρα—αυτή η άηχη θάλασσα·
Έξω από τις περιελίξεις αυτής της σφαίρας,
Αυτό το πιο δαιμόνιο ουράνιο σώμα από του ήλιου ή της σελήνης—από του Δία, της Αφροδίτης, του Άρη·
Αυτή η συμπύκνωση του Σύμπαντος—(μάλιστα, να εδώ το μόνο Σύμπαν,
Εδώ η ιδέα—όλη σ’ αυτή τη μυστηριακή αδραξιά σφιγμένη·)
Αυτά τα σκαλισμένα μάτια, που αστράφτουν προς τα σένα, να περαστούν στους μέλλοντες καιρούς,
Να εκτοξευτούν και να στροβιλιστούν πέρα για πέρα στο γειρτό,περιστρεφόμενο διάστημα—από αυτά για να πηγάσει,
Προς Εσένα, όποιος και νά ‘σαι — ένα Βλέμμα.

Ουόλτ Ουίτμαν
Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου

Ο Ουώλτ Ουίτμαν (Walt Whitman), ο επιφανέστερος αμερικανός ποιητής του 19ου αιώνα (1819-1892), είχε αγγλική και ολλανδική την καταγωγή. Στα νεανικά του χρόνια αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του για να εργασθεί ως ξυλουργός, οικοδόμος, τυπογράφος και δάσκαλος. Από το 1838 άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά.

Βαθιά επηρεασμένος από τις θεωρίες του Ραλφ Ουάλντο Έμερσον εκδίδει, το 1855 στην πρώτη της μορφή, τη συλλογή του Φύλλα χλόης, αποτελούμενη από δώδεκα ποιήματα.

Έκτοτε εμπλουτίζει σε αλλεπάλληλες εκδόσεις τη συλλογή αυτή με νέες συνθέσεις, εξασφαλίζοντας την αναγνώριση φανατικών θαυμαστών όπως ο Σουίνμπερν και ο Ο.Μ. Ροσσέτι, αλλά και την επιφυλακτικότητα του ευρύτερου κοινού, κυρίως για τις προωθημένες περί ηθικής αντιλήψεις του. Κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο υπηρετεί ως εθελοντής νοσοκόμος, εμπειρία που τον σφραγίζει και που την καταγράφει στα Πολεμικά απομνημονεύματά του (1875). Άλλα του έργα: Δημοκρατικές απόψεις (1871), Δείγματα ημερών (1882), Κλαδιά του Νοεμβρίου (1888), Χαίρε, φαντασία μου (1891).

Ποίηση

Μη μουγκρίζεις
Δεν το μπορώ
τραγούδα μου
ψιθυριστά

Σκύψε
τολμηρά
και πες 
σ΄αγαπώ, να μαλακώνει η ψυχή.

Μη περνάς
είσαι η ζωή,
στάσου να θυμηθώ
πως σε λένε, ξέρω, είσαι το αγκάθι

Μίλα μου
όσο μπορείς
αλλά
Μίλα μου

Σγουρό μαλλί
μαύρο
που ανεμίζει στη
ζάλη του ανέμου.

Αγάπη πόσο πολύ
σ΄αγαπώ
κανείς άλλος, κανείς
ως στον ουρανό.

Σγουρό μαύρο μαλλί
του πρώτου ονείρου
χαμογέλα
ως την ανατολή

Μην μ΄αφήνεις
ταξίδευε
και δίνε μόνο
φιλιά στο ολόλευκο χαρτί.

Νότες μπερδεύονται
χειροκροτήματα
δεμένα, 
εικόνες με ρυθμό.

Μόνο εσύ μπορείς
να πετάς
να φιλάς
ν΄ αγαπάς.

Ούτε που ξέρω
που φτάνεις
πλούτος
μεγάλος με πούπουλα.

Μόνο εσύ
μπορείς να παίρνεις
όλη τη πίκρα της στάχτης
της ψυχής

Μπέρδεψε
τα μαύρα μαλλιά
στα χέρια σου,
και πάρε όλα
τα ψέμματα
κι ας γίνεσαι το αγκάθι!

 

Γράφει Μίκα Καππάτου
Υπό έκδοση συλλογή

https://www.forwoman.gr

 

 

Ποίηση

Παρατηρώ τον ουρανό
Γέμισε χρώματα
χαρταετούς με σχήματα
ουρές που κυνηγιούνται

 

Χαρτιά γεμάτα
όνειρα μυρίζουν
προσδοκίες
να φτάσουνε στο σύμπαν

 

Σκέψεις χρωματιστές
ή πελαγίσιες μυρωδιές;
πως να αδειάσουν οι ψυχές
σ΄αυτό το μεγαλείο.

 

Πληθαίνουν οι φωνές
κοίτα
Τρέχουν τα όνειρα
ποιο πάει πιο ψηλά;

 

Χαρταετοί παντού
μπερδεύονται
και προσπαθώ να δω
τον ήλιο μ΄ άλλα μάτια.

 

Κρατώ σκοινί και ελπίδες
δυνατά
να φύγουνε τα περιττά
να μείνει η αγάπη.

 

Ενθάρρυνση ζητώ
να μη απομακρυνθώ
να βρίσκομαι κοντά σου
στο πέταγμα

 

Χαρταετοί με όνειρα
γεμάτοι
με ουρές και χρώματα
στον ουρανό
που κατοικεί η ζωή.

 

Γράφει Μίκα Καππάτου
Από την υπό έκδοση συλλογή

forwoman.gr

Ποίηση

Δε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ’ τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’ άρωμα που σφιγμένο μ’ ανέβηκε απ’ το χώμα.

Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο,

παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.

(μετάφραση: άγνωστος)
Κείμενο στα ισπανικά

Ποίηση

Γυναίκα, το βλέμμα τ ουρανού, του ήλιου το χάδι.
Γυναίκα των έρημων δρόμων, της γης πνοή.
Γυναίκα κομμάτι ονείρου και δρόμος σκοταδιου.
Άγγελου φτερά, της διπλανής πόρτας σκιά.
Γυναίκα ποίημα και τραγούδι, του ύψους και του βάθους.
Γυναίκα φως και έρωτας παντοτινός.
Στην κάθε γυναίκα που κατεθεσε τη φωτεινή της πλευρά σ έναν αγώνα.

Που ντύθηκε δύο ρόλους για να διδάξει αξίες, που στάθηκε με τη ρομφαια στα χέρια σαν ανεξίθρησκος άγγελος, για να προστατέψει.

Σ αυτήν που περνά δύσβατα μονοπάτια για να βρει το ξεφωτο, που ντύνει κάθε βράδυ με δάκρυα τα όνειρα της.

Σ αυτή που κι αν ακόμα τα φτερουγισματα της είναι αδέξια, μαθητευει στο όνειρο, που ανάβει στην έρημο φωτιές για να γνωρίσει την όαση.

Στη γυναίκα που φορά το άρωμα της άρνησης για ν αντιστέκεται στο χρόνο.
Στη γυναίκα που σημαίνει μόνο φως.

Γράφει η Νίκη Φωκά

https://www.forwoman.gr/index.php

Ποίηση

  Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα τιμωρημένη ώρες και ώρες. Γλασέ χαρτί ήταν; Δεν είμαι σίγουρη πια.

Κόλλες μεγάλες από το βιβλιοπωλείο.

Να κόψουμε όμορφα σχήματα και να τα κολλήσουμε προσεκτικά να μη βρει χαραμάδες ο άνεμος. Ξυλαράκια από το μαραγκούδικο του κυρ Παναγιώτη. Να μας κυνηγάει γελώντας κάτω από τα σκονισμένα μουστάκια του. Σπάγκο ελαφρύ για τα ζύγια.

Εφημερίδες ψαλιδισμένες στην ουρά.

Κι η καλούμπα στεριωμένη στο κέντρο.

Ένιωθα το δωμάτιο μου

ανέβαινε δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω κάτι σαν την “ανάμνηση τον μέλλοντος” Μέρες παλεύαμε να τον … αναστήσουμε. Μπλεγμένα στη φαντασία μας όλα τα σύνεργα. Ψαλίδια, ξυλοκοπτική, χαρτοκοπτική. Οι τέμπερες που βαζαν το χρώμα.

Κι η ψυχή να φτερουγάει μη βρέξει.

Να ΄ναι ο ουρανός του καλοτάξιδος.

Να πάει ψηλά.

Να δει και να μας φέρει κόσμους.

Όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .

Κι ο Θεός των ανέμων δεν είχε πάντα κατανόηση στα ντέρτια μας.

Μας κρυφοκοίταζε στο δασάκι που πασχίζαμε.

Κι άλλοτε γέλαγε κρατώντας την κοιλιά του με τις τρεχάλες μας.

Κι άλλοτε έπαιζε μαζί μας κι αυτός, φυσώντας τις ελπίδες μας.

Και τότε η καλούμπα ξέκοβε, ανασαίνοντας ελευθερία.

Μέναμε να τον κοιτάμε να μακραίνει, το ίδιο λεύτερα κουρασμένοι.

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά και μου χαμογελούσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:

“δεσποινίς” φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι “πάνω άνθρωποι” έτσι τους έλεγα δεν ήταν σαν τους “κάτω”·

είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια”

μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Επιστροφή.

Έψαχνα τη γαλάζια μου σκέπη με το βλέμμα.

Να τον εντοπίσω.

Να βρω πόσο αλλάργεψε και που σιμώνει.

Και μόλις βράδιαζε ρωτούσα: «Φτάνει τώρα στη Σαλονίκη; Αύριο θα ‘ναι στην Αγγλία;

Πόσο θέλει για Αμερική;» Άσχετη στους παγκόσμιους χάρτες από τότε!

Όπου δεν έφτανε το μάτι μου, όλα ξενητεμένα. Ήταν θυμάμαι ” Ή Άννέτα με τα σάνταλα” ” Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης” το “Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει” (ναι θυμάμαι και αλλά) το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο το “Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα”.

Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα το ποδήλατο του με άκρα προσοχή το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου· ύστερα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπωνόμουν μες στον αέρα

Έκλεινα τα μάτια και τον έβλεπα να πετά ακούραστος.

Ένα τοσοδούλικο φτεράκι στον άνεμο.

Η κουκίδα που ‘στειλα στα πέρατα.

Τότε πίστευα πως μια μέρα θα τον ξαναβρω.

θα λύσω τα ξυλίκια και θα μάθω όσα είδε.

Σαν εικόνες να δίπλωνε για χάρη μου στα ζύγια.

Παιδιάστικες σκέψεις …

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου ανέβαινε ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου. Μέρες στεκόμουν στην αυλή με τα μάτια τεντωμένα στην ανίχνευση.

Μάταια.»Έγραψα πάνω τ’ όνομά μου.

Θα τον βρουν και θα τον στείλουν πίσω» κλαψούριζα κρατώντας σφικτά ό,τι απέμεινε από την καλούμπα. Η μητέρα χαμογέλαγε: «θα επιστρέψει, μα θα κάνει χρόνια.

Είναι μεγάλο το ταξίδι του.

Εσύ όμως να περιμένεις.

Έχει πάνω τ’ όνομά σου και θα γυρίσει».

Είμαι από πορσελάνη καί μαγνόλια το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια· δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου τις νύχτες να το κρίνουν.

Μέσα μου μάτωνα.

Δεν ήθελα καν να γυρίσει πια. Αλήθεια.

Δεν ήθελα.

Οι άλλοι με κορόιδευαν.

Αλλά εγώ το ξερα.

Τίποτα δεν υπόσχεται επιστροφές σαν είναι λεύτερο.

Πήρα μια μέρα ήσυχα την καλούμπα και την πέταξα στο απέναντι χωράφι.

Έκτοτε με θλίβουν αφόρητα τα παιδιά με τα ετοιματζίδικα όνειρα.

Σαν δέσμια μίας εποχής που φοβάται να κοπιάσει και να απελπιστεί.

Καταδικασμένα σε όσα τους «πρέπουν».

Στερημένα και φτωχά στα «μακρινά του παρελθόντος πένθη».

Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν — απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·

τι ωραία Θεέ μου

τι ωραία χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό

του παρελθόντος πένθος.

 

Ελύτης Οδυσσέας

ithaque.gr

Ποίηση

Σα να 'τανε φτιαγμένος για το κέφι σου ο κόσμος ζήσε,
λες και τον χουνε ξομπλιάσει για την αφεντιά σου μόνο.
Μα μην το λησμονάς πώς δεν εισ' άλλο από μια χούφτα χιόνι
στην αμμουδιά στρωμένο μια δύο μέρες, που θα λιώσει.
Σύννεφο τις κακοκεφιάς να μην αφήνεις να σε σκιάζει
κι ας μη χαθούν οι μέρες σου σ' αναίτιας λύπης την ομίχλη.
Μην απαρνιέσαι το λιβάδι,
το φιλί, το ερωτικό τραγούδι...
μέχρι με τον πηλό να ζυμωθεί, μια μέρα, ο πηλός σου..
Έσφιξ' αχόρταγα τα χείλια μου ρωτώντας το ποτήρι
μη θα μπορούσα τάχα να γυρέψω τ' άγουρά μου χρόνια.
Και κείνο μουρμουρίζει σφίγγοντας τα χείλια στα δικά μου:

«Πιες άλλη μια γουλιά.
Δέν έχει γυρισμό αυτός ο δρόμος».

Αυτός ο θόλος, π' όλοι ζούμε κάτωθέ του ζαλισμένοι,
είναι του Αλλάχ το μαγικό το θέατρο σκιών, ας πούμε.
Λυχνάρι του ο ήλιος και πλατύ λευκό πανί του ο κόσμος
κι αμέτρητες φιγούρες πίσω του σκοτεινές,
που παραδέρνουν.

 Τη μέρα την αυριανή, φωνή καμιά δε σου την τάζει.
Γι' αυτό φεγγάρι μου θνητό με την ψυχή σου γλέντα,
αδειάζοντας στη φωτοφεγγαριά.
Μπορεί ένα μεσονύχτι
να ψάχνει το φεγγάρι να μας βρει και να 'μαστε φευγάτο...

ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή