Σεπτεμβρίου 19, 2019

Ποίηση

Μια σύντομη αναφορά στην ζωή και το έργο του Πέρση ποιητή Τζελαλαντίν Ρουμί… Ο Τζελαλαντίν Ρουμί ήταν Πέρσης ποιητής και δάσκαλος του δικαίου και της θεολογίας με μεγάλο αντίκτυπο στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του Ισλάμ. Οι σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν «Μεβλανά», που σημαίνει «ο δάσκαλός μας», ενώ η διδασκαλία του καλούσε ανθρώπους από οποιαδήποτε πίστη, θεωρώντας πως ο Θεός Μουσουλμάνων, Χριστιανών και Εβραίων είναι ένας. Ήταν ο ιδρυτής του τάγματος των Μελβεβήδων δερβίσηδων, ενώ το έργο του, στο οποίο υπάρχουν πολλά νεοπλατωνικά και γνωστικά στοιχεία, επηρέασε ιδιαίτερα την περσική και τουρκική λογοτεχνία, όντας άλλωστε μεγαλειώδες αφού ξεπερνά κρατικά και εθνικά σύνορα. Τα ποιήματά του συγκεκριμένα έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου.

Ζητούμενο πάντα στην ποίηση του Τζελαλαντίν Ρουμί είναι ο έρωτας. Ο μεγάλος ποιητής και δάσκαλος αγάπησε τον Έρωτα περισσότερο από τον εαυτό του, και έγινε ποιητής όχι για τ’ ανθρώπινα αξιώματα, αλλά για την δόξα του Ποιητή του κόσμου.

Μες στους γεμάτους λυρισμό και πάθος στίχους του, αποτυπώνεται η ίδια του η ψυχή. Για τον ίδιο, η ποίηση, ήταν απλώς η αντανάκλαση της εσωτερικής του πραγματικότητας, με λίγα λόγια η αντανάκλαση της αγάπης. Ο Ρουμί βρίσκει τον «Αγαπημένο», όπως οι Σούφι αποκαλούσαν το Θεό, στο πρόσωπο ενός ρακένδυτου δερβίση, του Σάμς-ι-Ταμπρίζ.

Ο Σάμς γίνεται ο καθρέφτης που επάνω του ο Ρουμί βλέπει την εικόνα του Θεού, ενώ μια στενή γόνιμη φιλία τους δένει δια παντός. Με την εξαφάνιση του Σάμς, ο Τζελαλαντίν πέφτει σε βαθιά μελαγχολία. Σε κατάσταση έκστασης, στροβιλίζεται σ’ ένα μονότονο χορό γύρω από τον εαυτό του.

Γύρω όμως κι από τον ήλιο της Ταυρίδας, όπως ακριβώς κινείται η γη, γύρω από τον άξονά της και γύρω από τον ήλιο, επαναλαμβάνοντας τις κινήσεις των πλανητών, ψιθυρίζοντας στίχους που μόλις είχε φτιάξει, με τα χέρια υψωμένα αναζητώντας τον «Αγαπημένο».

Τα λόγια μου ήταν κούφια,

όλο πρέπει και μη.

Για χρόνια χτυπούσα

την πόρτα κι είδα

όταν άνοιξε πώς χτυπούσα από μέσα.

***

Είμαι ο απέραντος ωκεανός

κι όχι μόνο μια σταγόνα.

Είμαι ο καθένας

κι όχι μόνο αυτός που βλέπετε.

Κάθε λεπτό,

η κάθε σταγόνα του ωκεανού

επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια

«Δεν είμαι τίποτ’ άλλο παρά μία σταγόνα».

*** Μια μέρα οι ψυχές μας

θα γίνουν ένα.

και η ένωσή μας

θα είναι παντοτινή.

Ξέρω πως ό,τι σου δίνω

επιστρέφει σε μένα.

Σου δίνω λοιπόν τη ζωή μου

Ελπίζοντας ότι ε σ ύ

θα επιστρέψης σε μένα.

***

Είμαι νεκρός

σ’ αυτόν τον κόσμο.

Είμαι έτσι πολύ καιρό.

Κάθε μέρα το σώμα μου λειώνει

και γρήγορα θα επιστρέψη στη γη.

Δεν είναι δύσκολο ν’ αρνηθής

Ούτε αυτή τη ζωή,

ούτε αυτόν τον κόσμο.

Να εγκαταλείψης όμως την αγάπη σου

δεν είναι μόνο δύσκολο,

είναι αδύνατον.

***

Έκλαιγα και μ’ έκαιγε το κλάμα μου

Σώπαινα και μ’ έκαιγε η σιωπή μου

Κάποτε σταμάτησα τις υπερβολές

Στάθηκα στη μέση αλλά κι εκεί κάηκα.

***

Η νύχτα πέφτει

κι οι άνθρωποι πάνε να κοιμηθούν

σαν τα ψάρια

που επιστρέφουν στο νερό.

Όταν ξυπνήσουν

άλλοι ασχολούνται με τις δουλειές τους

άλλοι ασχολούνται με τον εαυτό τους.

***

Για τους ερωτευμένους

δεν υπάρχουν Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί κι Εβραίοι.

Για τους ερωτευμένους δεν υπάρχει πίστη κι απιστία.

Για τους ερωτευμένους

δεν υπάρχει σώμα, νους, καρδιά και ψυχή.

Γιατί ακούς αυτούς που βλέπουν με άλλο τρόπο;

Αν δεν είναι ερωτευμένοι είναι τυφλοί.

***

Μη μένης κοντά σε θλιμμένο άνθρωπο.

Στάσου κοντά σ’ αυτούς

που έχουν χάρη και μεγάλη καρδιά.

Όταν μπαίνης σ’ έναν όμορφο κήπο

μην χάνης τον καιρό σου με τ’ αγριόχορτα.

Μείνε κοντά στο γιασεμί

και στον νάρκισσο.

***

Όλη η ευτυχία του κόσμου

δεν θα μου γιάτρευε εύκολα αυτόν τον πόθο.

Η μόνη γιατρειά

είναι ο Αγαπημένος,

Σκέφτηκα: «Πόσα λόγια θα του πω, όταν τον συναντήσω»

Τον είδα και δεν έβγαλα μιλιά.

***

Χτες βράδυ βρισκόταν μέσα στο πλήθος

και δεν μπορούσα να τον αγκαλιάσω φανερά.

Ακούμπησα λοιπόν το πρόσωπό μου

στο δικό του κι έκανα

πως του ψιθυρίζω ένα μυστικό στ’ αυτί.

Πηγή: https://frapress.gr/2016/01/piisi-tou-tzelalantin-roumi-ine-magiki/

Ποίηση

Μίλτου Σαχτούρη, στο ποίημα του "Αστεροσκοπείο"

"Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου

δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι

δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα

δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς.

Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι

δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν

παραμονεύουν

μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια

μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα

μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια

παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς

Νὰ πεθάνουν

Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της

ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι

ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι

ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ".

Ποίηση

«Ελευθερία θα πει να μη νιώθεις φόβο». 10 μεγάλες κουβέντες της Νίνα Σιμόν
Η μεγάλη ερμηνεύτρια που μίλησε με πάθος για τις γυναίκες και τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των μαύρων των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

Μαρίνα Παραρά 


Η Νίνα Σιμόν γεννήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1933 στη Νότια Καρολίνα των Ηνωμένων Πολιτειών και έμελλε να γίνει μία από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες της τζαζ μουσικής.

Μεγαλώνοντας σε μία οικογένεια που βρισκόταν πολύ κοντά στην εκκλησία και την γκόσπελ μουσική η μικρή Νίνα λάτρεψε από νωρίς το τραγούδι και έγινε μέλος της τοπικής χορωδίας, όπου ξεχώρισε αμέσως για την υπέροχη, γεμάτη, μπάσα, μεστή φωνή της. Γρήγορα όλοι την ονόμασαν «μικρό, μουσικό θαύμα» και λίγα χρόνια αργότερα κατέληξε να δίνει μόνη της συναυλίες.

Όταν σε ηλικία δέκα ετών, οι γονείς της οι οποίοι κάθονταν στην πρώτη σειρά, υποχρεώθηκαν με τη βία να μετακινηθούν, για να καθίσουν στα πρώτα καθίσματα λευκοί. Αυτή ήταν η πρώτη της γνωριμία με τη ρατσιστική νοοτροπία εκείνης της περιόδου, που λίγο αργότερα θα συνέβαλε στην ανάμειξή της στο κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα.

Η μεγάλη αυτή ερμηνεύτρια έχει μείνει στην ιστορία για τον ακτιβισμό της και τις μάχες που έδωσε για την ισότητα των μαύρων στις Η.Π.Α., αλλά και για το γεγονός ότι δεν μασούσε ποτέ τα λόγια της, χαρίζοντας στον κόσμο μερικά από τα πιο εύστοχα αποφθέγματα που έχει ξεστομίσει ποτέ καλλιτέχνης.

Να 10 από αυτά:

«Δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία για τους νέους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ποιοι είναι οι ήρωες και οι ηρωίδες αυτού του κόσμου».

«Έχω περάσει πολλά χρόνια της ζωής μου αναζητώντας την τελειότητα και αυτό είναι το ζητούμενο της κλασικής μουσικής. Τώρα πια ψάχνω την ελευθερία κι αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό».

«Είμαι επαναστάτρια, αλλά με αιτία».

«Αισθάνομαι συνέχεια το βάρος όλων των προσδοκιών της κοινότητας μου να πέφτει με δύναμη πάνω στους ώμους μου».«

«Για μένα είμαστε τα πιο όμορφα άτομα στον κόσμο. Εννοώ εμείς οι μαύροι. Και το εννοώ αυτό με κάθε τρόπο που φαντάζεστε».

«Ελευθερία θα πει να μη νιώθεις φόβο».

«Είναι χρέος του κάθε καλλιτέχνη να εκφράζει την εποχή στην οποία ζει».

«Μάλλον ήταν όνειρο αυτό αλλά θα το πω έτσι κι αλλιώς. Επρόκειτο να παντρευτώ πέρυσι και είχα αγοράσει ένα νυφικό. Μετά γνώρισα τον Νέλσον Μαντέλα, πήρα το νυφικό, αφαίρεσα την ούρα, την έβαλα στην άκρη, πήγα και στάθηκα μπροστά του, φίλησα το χώμα που πατούσε και μετά φίλησα τα πόδια του».

«Νομίζω πως οι πλούσιοι είναι πολύ πλούσιοι και οι φτωχοί πολύ φτωχοί. Και δεν πιστεύω ότι οι μαύροι θα ανατείλουν κάποτε. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι από αυτούς θα πεθάνουν».

«Φλερτάρω όλη την ώρα. Μου αρέσουν τρομερά οι άντρες. Δεν πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να τα καταφέρουμε χωρίς αυτούς».

Ποίηση

Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου
ποῦ φῶς γεμίζει μου τὴ καρδιά,
στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,
ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!

Δρυσοξεχύνεται μέσ᾿ στὴ ζωή μου
σὰν ἕνα ἀγέρι θαλασσινὸ
καὶ τὴν ἀχόρταγη φέρνει ψυχή μου,
σ᾿ ἀθανασίας πόθο τρανό.

Σὰ μυροφόρι πάντα σκορπίζει
στὴν ἀτμόσφαιρα γλυκιὰ εὐωδιά,
σὰ θυμιατήρι κρυφὰ καπνίζει
λησμονημένο μέσ᾿ στὴ νυχτιά.

Ἔρωτα ἀμόλυντε πῶς νὰ σοῦ γράψει
ὁ νοῦς τὶς χαρές της ἀληθινά;
Σπόρος τοῦ μόσχου ῾ναι ποὺ ῾χουνε θάψει
μέσα στοῦ τάφου μου τὴ σκοτεινιά.

Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου
πού ῾ναι ἡ χαρά μου κι ὅλη μου ἡ ὑγειά,
στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,
ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!

Ποίηση

Νίκος Καββαδίας - Ἀνένταχτα

Ἦρθε μία θύμησι παληὰ πολὺ καὶ χτύπησε
τὴν πόρτα τῆς θλιμμένης τῆς ψυχῆς μου ...
Ἦταν ἕνα θλιμμένο δειλινό.
Ξερὰ τὰ φύλλα χάμω πέφτανε.
Οἱ γερανοὶ στὸ νότο πέταγαν.
Μέσ᾿ στὴ γαλήνη τὰ καράβια ἀρμενίζαν
καὶ σὺ φτωχὴ ψυχὴ κάτι περίμενες ...
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου ταξίδευε.
Στὸ πέλαγο ἡ γολέτα τῶν ὀνείρων σου βυθίστηκε.
Καὶ κεῖνο ποὺ περίμενες τὸ πήρανε
οἱ γερανοὶ στὸ μακρινὸ ταξίδι τους.
Μὲ τὰ ξερόφυλλα τὸ πῆρε ὁ ἀγέρας τοῦ φθινοπώρου
τὸ κλέψαν τὰ καράβια τὰ λευκόπανα.
Φτωχὴ ψυχὴ ... Προσμένοντας ἀπόμεινες.

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ

* Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας
στὶς 20 Μαΐου 1928, ἀρ. φύλλου 131, σελίδα 2.

Ποίηση

Τα σταφύλια της οργής - Τζων Στάινμπεκ (1902-1968)

Πολλά έχουν γραφτεί γι’ αυτό το μυθιστόρημα. Εκείνο που διαπιστώνει κανείς από την αρχή του βιβλίου και ενισχύεται στην πορεία της ανάγνωσης είναι ότι εξακολουθεί να διατηρεί την επικαιρότητά του. Είναι σα να γράφτηκε σήμερα. Διαβάζοντας τις περιπέτειες αυτής της οικογένειας, τις άθλιες συνθήκες που αναγκάστηκε να ζήσει, τη ρατσιστική συμπεριφορά των ντόπιων απέναντί τους, τη φτώχεια και την ανέχεια δεν μπορεί να μην αναλογισθεί κανείς ότι όλα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος της γης. Εκεί όπου η μετανάστευση, η προσφυγιά, οι δυσβάσταχτες συνθήκες διαβίωσης, η πείνα και η φτώχεια προκαλούν πόνο, δυστυχία και θάνατο στους ανθρώπους.

Δεν μπορεί να μην πάει ο νους στους άθλιους καταυλισμούς των σύγχρονων προσφύγων και μεταναστών, αλλά και στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια ή στα χωράφια. Στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα και στους κατασταλτικούς μηχανισμούς που είναι πάντα εκεί για να προστατεύουν τα συμφέροντα της κάθε εργοδοσίας και της κάθε εξουσίας. Το απάνθρωπο πρόσωπο ενός άγριου καπιταλισμού σημαδεύει τις ζωές των ανθρώπων.

Οι ήρωες προσπαθούν να ξεφύγουν, αλλά και να συνειδητοποιήσουν τι είναι αυτό που τους συμβαίνει και γιατί τους συμβαίνει. Σαφώς η προσωπικότητα του Τομ Τζόουτ κυριαρχεί αλλά ακόμα πιο σημαντική αναδεικνύεται η μορφή της μάνας. Η μάνα αυτή σπάει τα δεσμά της πατριαρχικής οικογένειας και παίρνει δυναμικά τον έλεγχο της κατάστασης στα χέρια της.

Τα σταφύλια της οργής μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 1940 από τον Τζον Φορντ και βραβεύτηκαν με δύο Όσκαρ, καλύτερης σκηνοθεσίας και Β΄ γυναικείου ρόλου.

…Μα η Καλιφόρνια είναι μεγάλη πολιτεία.

Όχι και τόσο. Ούτε ολάκερες οι Ενωμένες Πολιτείες είναι όσο το φαντάζεσαι μεγάλες. Δεν είναι αρκετά μεγάλες. Δεν έχει αρκετή θέση για σένα και για μένα, για ανθρώπους σαν κι εμένα, για πλούσιους και φτωχούς που να μπορούν να ζήσουνε μαζί μέσα στη χώρα, για κλέφτες και τίμιους. Για πεινασμένους και για κοιλαράδες. Γιατί δε γυρίζεις πίσω από κει που ’ρθες;

Ζω σε μια χώρα λεύτερη. Μπορώ να πάω όπου θέλω.

Εσύ το φαντάζεσαι! Δεν άκουσες για κάποια περίπολο στα σύνορα της Καλιφόρνιας. Αστυνομικοί σταλμένοι απ’ το Λος Άντζελες – σταμάτησαν ένα σωρό μπάσταρδους απ’ τους δικούς σας και τους γυρίσανε τα πίσω – μπρος. Σου λέει, έχεις άδεια να οδηγάς; Για να τη δούμε. Την ξεσκίζει. Σου λέει, δεν μπορείς να μπεις στην πολιτεία δίχως να ’χεις άδεια να οδηγάς.

Είναι μια χώρα λεύτερη.

Ε, για δοκίμασε να κάνεις χρήση της λευτεριάς σου. Είσαι λεύτερος, σου λέει ο άλλος, μόνο σαν σου βαστά η τσέπη σου να πλερώσεις τη λευτεριά σου.

Στην Καλιφόρνια έχει μεγάλα μεροκάματα. Έχω στα χέρια μου ένα χαρτί που το λέει καθαρά.

Κοροϊδία. Είδα κάμποσους που γύριζαν από κει. Κάποιος σας γέλασε…

***

…Έφτασαν τότε στη Δυτική χώρα και όλοι αυτοί που στερήθηκαν τη γης τους: από το Κάνσας, από την Οκλαχόμα, το Τέξας, το Νέο Μεξικό, απ’ το Αρκάνσας, από τη Νεβάδα, οικογένειες, φυλές, διωγμένες απ’ τη σκόνη κι από τα τρακτέρια. Φορτωμένοι σε αυτοκίνητα, ολάκερα καραβάνια, πειναλέοι και άστεγοι· είκοσι χιλιάδες, πενήντα χιλιάδες, εκατό, διακόσιες χιλιάδες. Κουβαλιόνταν περνώντας τα βουνά, πειναλέοι και ανήσυχοι – ανήσυχοι σαν τα μερμήγκια, βιαστικοί να βρουν κάποια δουλειά – να σηκώσουν, να σπρώξουν, να σύρουν, να μαζώξουν ό,τι κι αν είναι, όσο βαριά δουλειά κι αν είναι, φτάνει να φάνε. Τα παιδιά πεινούν. Δεν έχουμε πού να σταθούμε. Ίδια μερμήγκια που τρέχουν για δουλειά, για τροφή, και πάνω απ’ όλα για ένα κομμάτι γης.

Δεν είμαστε ξένοι. Αμερικανοί εφτά γενιές πίσω, εξόν που καταγόμαστε από Ιρλαντέζους, από Σκωτσέζους, Άγγλους, Γερμανούς. Ένας απ’ τους προπάππους μου πήρε μέρος στην Επανάσταση, ένα σωρό άλλοι στον Εμφύλιο – κι από τη μια παράταξη κι από την άλλη. Βέροι Αμερικάνοι.

Πεινούσαν και ήταν έξαλλοι. Και είχαν ελπίσει πως θα βρουν μια σκεπή, και βρήκαν μόνο έχθρητα. Όκιοι – οι χτηματίες τους μισούσαν, ξέροντας πως οι ίδιοι είναι αδύναμοι και πως οι Όκιοι είναι δυνατοί, πως αυτοί είναι χορτάτοι και οι Όκιοι πεινασμένοι· μπορεί κιόλα να ’χουν ακούσει απ’ τους παπούδες τους πόσο εύκολο είναι ν’ αρπάξεις της γης από έναν άνθρωπο μαλθακό, αν είσαι εξαγριωμένος απ’ την πείνα κι αρματωμένος. Οι χτηματίες τους μισούσαν. Τους μισούσαν και στις πόλεις, οι μαγαζάτορες τους μισούσαν γιατί δεν είχανε λεφτά για ξόδεμα. Φτάνει αυτό για να σε καταφρονήσει ένας μαγαζάτορας, όλος ο θαυμασμός του πάει ακριβώς στο αντίθετο. Στις πόλεις τους μισούσαν οι μικροτραπεζίτες, γιατί δεν είχαν καμιά περιουσία. Και η εργατιά μισούσε του Όκιους, γιατί ένας πεινασμένος άνθρωπος πρέπει να δουλέψει, αφού έχει ανάγκη να δουλέψει, αυτόματα ο εργοδότης θα του δώσει μικρότερο μεροκάματο· κι έτσι κανένας δε θα μπορέσει να πλερωθεί περισσότερο.

Και οι άνθρωποι που στερήθηκαν τη γης τους, οι πρόσφυγοι, κουβαλιόνταν στην Καλιφόρνια, διακόσιες πενήντα χιλιάδες, τρακόσιες χιλιάδες άνθρωποι. Και πίσω τους κι άλλα τρακτέρια πέσανε πάνω στα χωράφια και διώχναν τους νοικάρηδες. Καινούργια κύματα ξεκίνησαν, κύματα άστεγοι άνθρωποι που στερήθηκαν τη γης τους, ανίλεοι, αποφασισμένοι και επικίνδυνοι…

***

…Η Δυτική χώρα πανικοβλήθηκε όταν πλήθυναν οι μετανάστες πάνω στις δημοσιές. Όσο είχαν περιουσία, φοβήθηκαν για την περιουσία τους. Άνθρωποι που δεν ήξεραν από πείνα, την έβλεπαν τώρα μέσα στα μάτια των πεινασμένων. Άνθρωποι που δεν είχαν τίποτα να επιθυμήσουν εντατικά, έβλεπαν τώρα τη φλόγα της επιθυμίας μέσα στα μάτια του μετανάστη. Οι άνθρωποι που ζούσαν στις πόλεις και στα όμορφα περίχωρα μαζεύτηκαν για ν’ αμυνθούν· και όπως κάνει πάντα ο άνθρωπος πριν αρχίσει ένα πόλεμο, έπειθαν τον εαυτό τους πως αυτοί είναι καλοί και πως ο εισβολέας είναι κακός. Είπαν: Αυτοί οι αναθεματισμένοι Όκιοι είναι βρόμικοι κι αμόρφωτοι. Έκφυλοι, δοσμένοι στην ακολασία. Αυτοί οι αναθεματισμένοι Όκιοι είναι κλέφτες. Θα κλέψουν ό,τι λάχει. Δεν έχουν καμιάν αντίηψη για τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας.

Το τελευταίο αυτό ήταν αλήθεια, γιατί πώς μπορεί ένας άνθρωπος δίχως καμιά περιουσία να ξέρει τον καημό της ιδιοχτησίας; Και οι άνθρωποι που αμύνονταν είπαν: μας κουβαλούν επιδημίες, είναι μολυσμένοι. Δεν παραδεχόμαστε τα παιδιά τους στα σχολεία μας. Είναι ξένοι. Θα σ’ άρεσε να πάει η αδερφή σου μ’ έναν από δαύτους;

Οι ντόπιοι στηρίχτηκαν σε μια πειθαρχία απονιάς. Έφτιαξαν ομάδες, ουλαμούς και τους όπλισαν – τους όπλισαν με ρόπαλα, με ασφυξιογόνα, με ντουφέκια. Ο τόπος είναι δική μας ιδιοχτησία. Δεν μπορούμε ν’ αφήσουνε τους Όκιους να κάνουν ό,τι θέλουν. Αυτοί που ήταν οπλισμένοι δεν είχαν δικά τους χτήματα, μα φανταζόντανε πως είχαν. Και οι υπάλληλοι που περιπολούσαν τη νύχτα δεν είχαν τίποτα δικό τους, και οι μαγαζάτορες ήταν γεμάτοι χρέη. Μα και το χρέος είναι κάτι, ακόμα και μια θεσούλα είναι κάτι. Ο υπάλληλος έκανε τη σκέψη: κερδίζω δεκαπέντε τάλαρα τη βδομάδα. Κι ένας αναθεματισμένος Όκιος δεχόταν να δουλέψει μόνο με δώδεκα; Και ο μικρομαγαζάτορας έκανε τη σκέψη: πώς θα μπορέσω να συναγωνιστώ έναν άνθρωπο που δεν έχει χρέη;

Και οι μετανάστες, κουβαλιόντανε πάνω στις δημοσιές, και η πείνα γυάλιζε μες στα μάτια τους, και η επιθυμία γυάλιζε μες στα μάτια τους. Δε ρητόρευαν, δεν είχαν σύστημα, βάραιναν μόνο με το πλήθος και με τις ανάγκες τους. Αν τύχαινε να βρεθεί καμιά δουλειά για έναν άνθρωπο, μάλωναν δέκα άνθρωποι ποιος να την πρωτοπάρει – μάλωναν ποιος να δεχτεί μικρότερο μεροκάματο: αν αυτός δουλεύει για τριάντα σέντσια, εγώ θα δουλέψω για είκοσι πέντε.

Αν αυτός δέχεται με είκοσι πέντε, εγώ την κάνω με είκοσι.

Όχι, εμένα, πεινώ. Θα δουλέψω για δεκαπέντε σέντσια. Τα παιδιά μου. Να τα ’βλεπες πώς είναι. Οι κοιλιές τους πρησμένες, ίδια καζανάκια δεν μπορούνε να σταθούν στα πόδια τους. Δώσ’ τους κανένα πεφτόφρουτο. Εμένα. Θα δουλέψω για ένα κομμάτι κρέας.

Ήταν καλή δουλειά, γιατί τα μεροκάματα έπεφταν και οι τιμές απόμεναν ψηλές. Οι μεγαλοχτηματίες ήταν χαρούμενοι κι έστελναν κι άλλες προκηρύξεις για να ’ρθουν κι άλλοι άνθρωποι. Και τα μεροκάματα έπεφταν και οι τιμές απόμεναν ψηλές. Δε θ’ αργήσουμε να ’χουμε πάλι δουλοπάροικους…

***

…Πρώτα – πρώτα ωριμάζουν τα κεράσια. Τρία σέντσια το κιλό. Διάβολε, σ’ αυτή την τιμή δε μας συμφέρει να τα μαζέψουμε. Μαύρα κεράσια, κόκκινα κεράσια, γλυκά και όλο σάρκα – και τα πουλιά τρώνε το μισό κεράσι, κι οι σφήκες χώνονται βουίζοντας μέσα στην τρύπα που έκαναν τα πουλιά. Και τα κουκούτσια πέφτουν χάμω και ξεραίνονται μαζί με μαυρισμέν’ απομεινάρια κολλημένα πάνω τους.

Τα βυσσινιά δαμάσκηνα μαλακώνουν και γλυκαίνουν. Θε μου, πώς να τα μαζέψουμε, να τα ξεράνουμε και να τα θειαφίσουμε; Δε μας συμφέρει να πλερώνουμε μεροκάματα, όσο κι αν είναι το μεροκάματο. Και τα βυσσινιά δαμάσκηνα στρώνουν τη γης. Η φλούδα τους αρχίζει να ζαρώνει, και πέφτουν πάνω τους κοπάδια μύγες για να συμποσιαστούν, κι ο κάμπος γέμισε με τη γλυκερή μυρουδιά της αποσύνθεσης. Η ψύχα τους μαυρίζει, και η σοδειά ζαρουκλιάζει κατάχαμα.

Μεστώνουν και τ’ αχλάδια, κίτρινα και ζουμερά. Πέντε τάλαρα ο τόνος. Πέντε τάλαρα τα σαράντα καφάσια των είκοσι πέντε κιλών· κλάδεμα και ράντισμα του δέντρου, καλλιέργεια, μάζωμα, συσκευασία σε καφάσια, φόρτωμα στα καμιόνια, παράδοση στα εργοστάσια που φτιάχνουν κονσέρβες – πέντε τάλαρα τα σαράντα καφάσια. Δε συμφέρει. Και ο κίτρινος καρπός πέφτει καταγής και σκάζει. Οι σφήκες σκάβουν τη μαλακιά σάρκα, και απλώνεται μια οσμή από ζύμωση και σαπίλα.

Ύστερα τα σταφύλια -Δεν μπορούμε να βγάλουμε καλό κρασί. Ο κόσμος δεν μπορεί να πλερώσει το καλό κρασί. Τρύγα τα σταφύλια, και τα καλά και τα σάπια και τα μπαμπακοφαγωμένα. Ρίχτα στο πατητήρι, πάτα τα όλα μαζί, κοτσάνια, χώματα και σάπιες ρόγες.

Μα τα βουτσιά πιάσανε μούχλα και μυρμηγκικό οξύ.

Πρόσθεσε θειάφι και δεψίνη.

Ο μούστος δεν έχει το παχύ και πλούσιο άρωμα του κρασιού, μυρίζει μούχλα και χημικά παρασκευάσματα.

Δε βαριέσαι. Όσο να ’ναι έχει μέσα οινόπνευμα. Μπορούνε να μεθύσουνε.

Οι μικροχτηματίες έβλεπαν το χρέος ν’ ανεβαίνει όπως η πλημμύρα. Ράντισαν τα δέντρα και δεν πούλησαν τη σοδειά, κλάδεψαν και κέντρωσαν, και δεν μπόρεσαν να μαζέψουν τον καρπό. Και οι επιστήμονες εργάστηκαν, υπολόγισαν, και ο καρπός σαπίζει καταγής, κι ο μουχλιασμένος μούστος μέσ’ απ’ τα βουτσιά δηλητηριάζει τον αέρα. Δοκίμασε το κρασί, δεν έχει καμιά γεύση σταφυλιού, μονάχα θειάφι, δεψίνη και οινόπνευμα.

Εκείνο το μικρό δενδροπερίβολο θα ’ναι τον ερχόμενο χρόνο ένα κομμάτι κάποιου μεγάλου τσιφλικιού, γιατί το χρέος θα ’χει πνίξει τον σημερινό ιδιοκτήτη.

Τούτο δω το αμπέλι θα γίνει κτήμα της Τράπεζας. Μόνο οι μεγαλοχτηματίες μπορούν να επιζήσουν, γιατί έχουν και δικά τους εργοστάσια για κονσέρβες. Για να καθαριστούν τέσσερα αχλάδια, να κοπούν στη μέση, να βραστούν και να κλειστούν στον τενεκέ, κοστίζουν, όσο να ’ναι, δεκαπέντε σέντσια. Και τ’ αχλάδια κονσέρβα δε χαλνούν. Κρατάνε χρόνια.

Η αποσύνθεση απλώνεται σ’ όλη την πολιτεία, και η γλυκερή μυρουδιά είναι μια μεγάλη πίκρα για τον τόπο. Άνθρωποι που μπορούν να κεντρώνουν τα δέντρα και να κάνουν το σπόρο αποδοτικό και μεγάλο, δεν μπορούν να βρουν ένα τρόπο για να φαγωθούν οι καρποί τους. Και η αποτυχία βαραίνει πάνω σε όλη την πολιτεία, σαν μια μεγάλη συμφορά.

Τα έργα που έχουν αποδώσει τα κλήματα και τα δέντρα πρέπει να καταστραφούν για να κρατηθούν ψηλά οι τιμές, κι αυτό είναι το πιο θλιβερό, το πιο πικρό απ’ όλα. Ολάκερα φορτία πορτοκάλια πεταμένα καταγής. Άνθρωποι ουρές μίλια μάκρος, ήρθαν για να πάρουν τον καρπό, όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει. Πώς θ’ αγόραζαν πορτοκάλια προς είκοσι σέντσια τα δώδεκα, σαν είναι στο χέρι τους να κάνουν ένα γύρο με το αυτοκίνητο και να τα μαζέψουν τζάμπα; Άνθρωποι με σωλήνες ράντιζαν με πετρόλαδο τα πορτοκάλια και όπως είχαν τύψεις για το έγκλημα που έκαναν, θύμωναν με τον κόσμο που ήρθε να πάρει τον καρπό. Από τη μια, ένα εκατομμύριο πεινασμένοι άνθρωποι, έχοντας ανάγκη να φάνε λίγα φρούτα, κι από την άλλη ραντίζουν με πετρόλαδο τα χρυσαφιά βουνά.

Και η οσμή της σαπίλας γεμίζει ολάκερη τη χώρα.

Να καίτε τον καφέ για τα καζάνια των βαποριών. Να καίτε το καλαμπόκι για ζεστασιά, κάνει καλή φωτιά. Να πετάτε τις πατάτες στα ποτάμια και να βάζετε ανθρώπους να φυλάνε στις ακροποταμιές για να διώχνουν τον πεινασμένο λαό που έρχεται να τις ψαρέψει. Να σφάζετε γουρούνια, να τα θάβετε, κι η αποσύνθεση ας κατασταλάζει βαθιά μέσα στη γη.

Ένα τέτοιο έγκλημα ξεπερνά κάθε δημόσια καταγγελία. Μια τέτοια πίκρα είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας οι επιτυχίες καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία. Εύφορη γη, ολόισιες αράδες δέντρα, ρωμαλέοι κορμοί, καρποί ωριμασμένοι. Και τα ετοιμοθάνατα παιδιά από πελλάγρα πρέπει να πεθάνουν, γιατί δε βγαίνει κέρδος από τα πορτοκάλια. Και οι γιατροί της δημαρχίας συμπληρώνουν τα πιστοποιητικά – πέθανε από υποσιτισμό – γιατί τα τρόφιμα πρέπει να σαπίσουν, πρέπει να σαπίσουν με το ζόρι.

Οι άνθρωποι έρχονται με δίχτυα να ψαρέψουν πατάτες στο ποτάμι, μα οι φύλακες τους συγκρατούν μακριά· έρχονται με αυτοκίνητα που βροντολογούν για να πάρουν τα πεσμένα πορτοκάλια, μα είναι ραντισμένα με πετρόλαδο. Και στέκονται σιωπηλοί να παρακολουθούν τις πατάτες να πλέουνε μπροστά τους, ακούν τις στριγλιές των γουρουνιών που τα σφάζουν μέσα σ’ ένα λάκκο, και χύνουν πάνω ασβέστη, βλέπουν βουνά πορτοκάλια να λιώνουν σ’ ένα σάπιο πολτό· και ο λαός βλέπει τη σημερινή χρεοκοπία· και μες στα μάτια του πεινασμένου λαού η οργή μεστώνει. Μες στην ψυχή του λαού μεστώνουν και βαραίνουν τα σταφύλια της οργής, βαραίνουν για τον τρύγο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Από τα πιο γνωστά έργα του συγγραφέα και της παγκόσμιας λογοτεχνίας θεωρήθηκε ύμνος στον άνθρωπο, στην ανθρωπιά και στη δύναμη της οικογένειας. Χάρισε στον Στάινμπεκ το βραβείο Πούλιτζερ αλλά προκάλεσε και αντιδράσεις από υποστηρικτές φιλελευθέρων απόψεων οι οποίοι τον κατηγόρησαν ότι απεικονίζει υπερβολικά την άσχημη εικόνα του καπιταλισμού και της μετανάστευσης. Γι’ αυτό το λόγο και το βιβλίο απαγορεύτηκε σε ορισμένες περιοχές από το 1939 έως το 1941.

Δημοσιεύτηκε το 1939 και αποτυπώνει τις συνέπειες του οικονομικού κραχ και της μεγάλης ύφεσης στη ζωή των Αμερικανών.

Από τη μια παρακολουθούμε τη ζωή μιας οικογένειας που αναγκάζεται να μεταναστεύσει από τον τόπο της, την Σαλλισώ της Οκλαχόμα, προς τα νότια σε αναζήτηση εργασίας. Η σκόνη που έχει καλύψει τα πάντα και η μηχανοποίηση της καλλιέργειας της γης με την χρήση των τρακτέρ δημιουργούν ένα τεράστιο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης. Από την άλλη ο συγγραφέας δίνει το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται αυτή η οικογένεια.

Όνειρα και ελπίδες για μια καλύτερη ζωή ματαιώνονται σε κάθε τους βήμα χωρίς όμως οι άνθρωποι αυτοί να σταματούν να αγωνίζονται για να κρατηθούν όρθιοι αρχικά μέσα από την οικογενειακή συνοχή και σιγά σιγά μέσα από τη συνειδητοποίηση της συλλογικής δράσης.

Τζων Στάινμπεκ, Τα σταφύλια της οργής, μετάφρ. Κοσμάς Πολίτης, Εκδόσεις Δαμιανός χ.χ.

Ποίηση

Οι λέξεις της δύναμης (FRIEDRICH SCHILLER)

Είναι τρία μαθήματα που θα σημείωνα
με φλεγόμενη πένα να καίει βαθιά,
αφήνοντας ένα χνάρι ευλογημένου φωτός
εκεί που θνητό στήθος πάλλει.

Έχε Ελπίδα. Κι αν υπάρχουν μαύρα σύννεφα,
κι αν υπάρχουν απογοητεύσεις κι όχι όνειρα,
άσε το συνοφρύωμα, η σκιά του μάταιη,
αφού την κάθε νύχτα ακολουθεί ένα πρωί.

Έχε Πίστη. Όπου τη βάρκα σου και να τη σπρώχνουν
αύρες που μουγκανίζουν ή κύματα που βρυχώνται,
ο Θεός (μην το ξεχνάς) κυβερνά και ουρανό
και Γη και αύρες και βαρκούλα.

Έχε Αγάπη, κι αγάπα όχι μια ύπαρξη τόσο μόνη,
αφού αδέρφια είμαστε από τον έναν ως τον άλλο πόλο,
και για το καλό όλων η αγάπη σου ξοδεύεται,
όπως ο ήλιος χύνει το φιλικό μας φως του.

Μεγάλωσε, αγάπα, έλπιζε! Χάραξε στον κόρφο σου
αυτά τα τρία, και περίμενε σταθερός και γαλήνιος
δυνάμεις, εκεί όπου οι άλλοι ίσως ναυαγούν.
Φως, όταν πολλοί στα σκοτεινά πλανώνται.

FRIEDRICH SCHILLER

Ποίηση

Μην του μιλάτε, άσε, είναι το "Δεύτερο"!
Δηλαδή, τι σημαίνει "Δεύτερο"; Δεν δίνουμε καμμία σημασία;
Μάλλον, "άστο", είναι εύκολος χαραχτήρας "αυτό", θα μεγαλώσει "Μόνο" του, θα παρασυρθεί από το πρώτο..
Oυδέτερο Πράμα, λες και δεν είναι Άνθρωπος "Αυτό"..
Και αν αυτό το "Δεύτερο" έχει δυναμική; Πως θα το προσέξεις; Πως θα το βοηθήσεις;
Γιατί να μεγαλώνει με μικρές, αδύναμες ριζούλες που προσπαθεί μόνο του να τις χώσει βαθιά στο χώμα για να σταθεί; Μα ζητά τη βοήθεια σου, δεν το βλέπεις;


Τι περιμένει έτσι "Μικρό" που είναι; Τη βοήθεια σου για να μπορέσει να πάρει μπρος, να νιώσει δύναμη, να νιώσει ότι αξίζει, ότι μπορεί, οτι είναι ικανό, να εμπιστευτεί το εαυτό του, τον κόσμο όλο, Εσένα...

Άστο...

Αυτό είναι ήσυχο, Έλεγε, ευτυχώς, πολύ καλό παδί, δεν γκρινιάζει σαν το μεγάλο, λες και με καταλαβαίνει και υποχωρεί....Πολύ καλό, δεν με κουράζει - ότι του πω το κάνει..Δεν Μιλά oύτε Αντιμιλά
Και έτσι δεν μιλούσε, δεν ζητούσε, δεν διάβαζε, δεν μεγάλωνε, δεν αγαπούσε, δεν ολοκλήρωνε...

Τώρα...
Προσπαθεί αυτές τις μικρές ριζούλες μήπως τις κάνει ρίζες δυνατές να μπορεί να στέκεται ότι και να γίνεται...
"Μόνο" του γιατί μάλλον μπορεί, χωρίς τη βοήθεια κανενός..."Μόνο" του, τ΄ακούς;
Μάλλον μπορεί αυτό και άλλα πολλά...
Ας προλάβει τουλάχιστον τώρα που βρήκε χώμα να εισχωρήσει βαθιά...

Περνούν τα χρόνια σαν νερό...

Πέρασαν xρόνια για να καταλάβει ότι μόνο του μπορεί να κάνει πολλά πράγματα - θαύματα, ταξίδα και ψαξίματα, τελικά Μάλλον είναι ΠΟΛΥ Ικανό.

Μάλλον Είχε Δύναμη που δεν Την Ήξερε, γιατί απλά κανείς δεν το βοήθησε όταν ήταν μικρό και δεύτερο να το μάθει......Τα ανακάλυψε ΜΟΝΟ του.. 

Βουρ λοιπόν...

Να το προσέχετε το Δεύτερο!

Γράφει Η Μίκα Καππάτου
forwoman.gr

Ποίηση

Για το On the road, το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Τζακ Κέρουακ (1922-1969) έχει χυθεί τόσο μελάνι, που όσα και να σημειωθούν τώρα θα ακούγονται ως αναπαραγωγές. Το θέμα, λοιπόν, είναι κάτι που μας απασχολεί όσον αφορά κάθε έργο: εάν το κείμενο αυτό έχει επιβιώσει μέσα στο χρόνο… Και όχι μόνο από ιστορική/φιλολογική άποψη αλλά, κυρίως, από λογοτεχνική, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο: εάν, δηλαδή, έχει μπει στον κανόνα, με βάση τη γλώσσα του, την αισθητική της γραφής του.

Δεν ενδιαφέρει τη λογοτενία, σε τελευταία ανάλυση, εάν απεικόνισε κάποιες ανησυχίες μιας γενιάς, της αμερικανικής και όχι μόνο, που βγαίνοντας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και από τα ήθη μιας άλλης εποχής (της αθωότητας;) προκάλεσε τη ρήξη με τα παραδεδομένα. Αυτά είναι κοινωνιολογικού τύπου κρίσεις/οδηγοί, δυστυχώς, κάποιων παρωχημένης σκέψης αρθρογράφων και φιλολόγων, που μας ταλαιπωρούν ακόμα…

Να επαναλάβω κάτι προφανές, πλην διαφεύγον από πολλούς: εάν ο Μπαλζάκ ή ο Τολστόι θεωρούνται μεγάλοι συγγραφείς, αυτό δεν συμβαίνει γιατί στο έργο τους συνέλαβαν τεράστιες πινακοθήκες χαρακτήρων και φιλοτέχνησαν μεγάλους πίνακες συγκρούσεων (αυτό θα μπορούσσε να το κάνει και ένας συνηθισμένος «κολοσάλ» πεζογράφος –δες π. χ. τον σταλινικό- Αλεξέι Τολστόι) αλλά γιατί όλα τα προηγούμενα τα διαχειρίζονται, τις περισσότερες φορές, με απαράμιλλο, αισθητικά, τρόπο.

Η γλώσσα, λοιπόν, του Κέρουακ, τα Αγγλικά του, η περιγραφική του δεινότητα, η ποιητική, γενικά, του ύφους του: αυτά πρέπει να εξετάζονται και όχι τα εξωτερικά στοιχεία, που συνόδευσαν ιστορικά το κείμενό του. Δεν λέω ότι αυτός ο συνειρμός βλάπτει, κάθε άλλο, μόνο που δεν μπορεί να είναι το κ ύ ρ ι ο κριτήριό μας στην αντιμετώπιση ενός καλλιτεχνικού έργου.

Το δημοσιευόμενο κείμενο δεν είχε συμπεριληφθεί από τον Κέρουακ στο μυθιστόρημά του και είδε το φως της δημοσιότητος πριν από λίγο καιρό.

Να θυμίσω ότι ο Νιλ, που αναφέρει, είναι ο φίλος του συγγραφέας και πλάνης Νιλ Κάσαντι, ο Χανκ, είναι ο ντίλερ Χέρμπερτ Χανκ, η Λουάν είναι η πρώτη σύζυγος του Κάσαντι….

Στο δρόμο

Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα μου γνώρισα τον Νιλ….Μόλις είχα αναρρώσει από μία σοβαρή ασθένεια για την οποία θα περιορισθώ να πω ότι είχε σχέση με το θάνατο του πατέρα μου και την τρομακτική μου αίσθηση ότι τα πάντα είχαν πεθάνει. Με την άφιξη του Νιλ ξεκίνησε πράγματι εκείνη η φάση της ζωής μου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η ζωή μου στο δρόμο. Προηγουμένως πάντοτε ονειρευόμουν να πάω προς τη Δύση, να γνωρίσω τη χώρα, ήταν όμως πάντοτε αόριστα αυτά τα σχέδια και δεν είχα ξεκινήσει ποτέ. Ο Νιλ είναι ο τέλειος σύντροφος για το δρόμο γιατί γεννήθηκε στο δρόμο, όταν οι γονείς του ταξίδευαν προς το Σολτ Λέικ Σίτυ το 1926, με ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, καθ’ οδόν προς το Λος Άντζελες.

***

Στη μέση της γης των Πέκος αρχίσαμε να συζητάμε για το τι είδους προσωπικότητες θα μπορούσαμε να είμαστε στη Παλιά Δύση. «Νιλ εσύ σίγουρα θα ήσουν ένας απατεώνας» είπα «όμως ένας από αυτούς τους λοξούς, διασκεδαστικούς απατεώνες που διασχίζουν καλπάζοντας τις πεδιάδες και τη βρίσκουν πυροβολώντας στα σαλούν». «Η Λουάν θα ήταν η ωραία της αίθουσας χορού».

Ο Μπιλ Μπάροους θα έμενε στην άκρη της πόλης, ένας συνταξιούχος συνταγματάρχης της Ομοσπονδίας, σε μεγάλο σπίτι με όλα τα παντζούρια κλειστά και θα έβγαινε μόνο μια φορά το χρόνο για να συναντήσει τον ντίλερ του σε κάποιο στενό της Κινεζικής Συνοικίας… Ο Αλ Χινγκλ θα περνούσε τις μέρες του στην τσόχα και θα έλεγε ιστορίες καθισμένος σε μια πολυθρόνα. Ο Χάνκ θα ζούσε με τους Κινέζους. Θα τον βλέπαμε να περνάει κάτω από τα φώτα του δρόμου με την αλογοουρά του και την πίπα του οπίου, χωρίς να καταδέχεται να μας κοιτάξει». «Και εγώ;» ρώτησα. «Εσύ θα ήσουν ο γιος του εκδότη της τοπικής εφημερίδας. Κάθε τόσο θα ξεμυαλιζόσουνα και θα πήγαινες να διασκεδάσεις με τους άλλους τρελούς.

Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ θα ήταν ένας ακονιστής, που τροχίζει ψαλίδια και κατεβαίνει από το βουνό μια φορά το χρόνο με το καροτσάκι του, προβλέπει τις πυρκαγιές ενώ οι άνθρωποι των συνόρων θα τον κάνουν να χορεύει στον ήχο των εκπυρσοκροτήσεων.

Η Τζόαν Άνταμς… θα ζούσε στο σπίτι με τα παντζούρια, θα ήταν η μοναδική πραγματική κυρία στην πόλη, αλλά κανένας δεν θα την έβλεπε ποτέ». Συνεχίσαμε πολύ ώρα έτσι, αναφέροντας όλα τα γνωστά μας καθάρματα. Πολλά χρόνια αργότερα ο Άλεν θα κατέβαινε από το βουνό με μακριά γενειάδα, χωρίς ψαλίδια, μονάχα τραγούδια καταστροφής. Και ο Μπάροους δεν θα έβγαινε πλέον μια φορά το χρόνο από το σπίτι. Και η Λουάν θα είχε πυροβολήσει το γέρο Νιλ ενώ έβγαινε παραπατώντας από το σπίτι. Ο Αλ Χίνγκλ θα ζούσε περισσότερο από όλους εμάς και θα αφηγείτο ιστορίες στους νέους μπροστά στο Σίλβερ Ντόλαρ. Τον Χάνκ θα τον εύρισκαν νεκρό έναν κρύο χειμώνα σε ένα σοκάκι.

Η Λουάν θα κληρονομούσε την αίθουσα χορού, θα γινόταν κυρία και μια από τις ισχυρές δημόσιες προσωπικότητες.

Εγώ θα είχα εξαφανιστεί στη Μοντάνα και κανένας δεν θα ήξερε πλέον τίποτα για μένα. Στο τέλος θυμηθήκαμε και τον Λούσιεν Καρ – αφαντος από το Πέκος Σίτυ θα είχε επιστρέψει χρόνια μετά μαυρισμένος από τον ήλιο της Αφρικής, με μία αφρικανή βασίλισσα για σύζυγο, δέκα μαύρα παιδιά και μια περιουσία σε χρυσό. Ο Μπιλ Μπάροους θα τρελαινόταν κάποια μέρα και θα άρχιζε να πυροβολεί σε όλη τη πόλη από το παράθυρο. Θα είχαν βάλει φωτιά στο παλιό του σπίτι, θα είχαν καεί τα πάντα και η Πέκος Σίτυ θα μεταβαλλόταν σε μια πόλη φάντασμα με καρβουνιασμένα ερείπια ανάμεσα στα πορτοκαλιά βράχια. Κοιτάξαμε γύρω μας ψάχνοντας για ένα καλό σημείο. Ο ήλιος έδυε. Εγώ αποκοιμήθηκα και ονειρεύτηκα το φαντασιωμένο.

***

Ήθελα να κάνω έρωτα με την Έντι για τελευταία φορά αλλά εκείνη ούτε να το ακούσει. Πήγαμε μόνοι με το αυτοκίνητο μέχρι τη λίμνη, αφήνοντας τον Νιλ στο ξενοδοχείο του οποίου οι ιδιοκτήτριες πόρνες, με παντελόνια, είχαν απαγορεύσει την είσοδο στην Έντι για κουβεντούλα και καμιά μπίρα («Τι νομίζετε ότι είναι εδώ!» και η Έντι τις είχε διαολοστείλει.

Στη λίμνη μείναμε καθισμένοι στο αυτοκίνητο σαν δύο συνηθισμένοι ερωτευμένοι. «Και αν δοκιμάζαμε οι δυό μας για πρώτη ή για τελευταία φορά, πες το όπως θέλεις». «Μη λες βλακείες». Θύμωσα και πήγα να «σκεφτώ» πλάι στο νερό. Παλιά αυτό είχε πάντα επιτυχία, εκείνη με ακολουθούσε και με καθησύχαζε. Τώρα αρκέστηκε στο να κάνει όπισθεν και να γυρίσει σπίτι να κοιμηθεί, αφήνοντας με να διανύσω εφτά μίλια νυχτερινού Ντιτρόιτ, διότι δεν περνούσαν λεωφορεία από εκείνα τα μέρη.

Περπάτησα τέσσερα μίλια μέχρι την πρώτη στάση του τραμ. Ήταν σαν τους περιπάτους στο σκοτάδι που έκανα στην λεωφόρο Αλαμέντα στο Ντένβερ όταν έβλεπα το κεφάλι μου στην άσφαλτο που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο. Είχαμε τελειώσει, ο Νιλ έλεγε ότι έπρεπε να φύγουμε για τη Νέα Υόρκη. Εγώ ήθελα να κάνω άλλη μια προσπάθεια.

Πήγαμε στης Έντι το άλλο απόγευμα και περάσαμε πέντε ώρες χαζεύοντας με τα παιδιά και καταβροχθίζοντας ό,τι υπήρχε στο ψυγείο, όσο έλειπε η μητέρα της στη δουλειά. Μετά η Έντι μας είπε να πάμε να περιμένουμε στο μπαρ του Μακ Άβε.

Εκείνο με τον αδιάκριτο μπάρμαν, όπου θα ερχόταν και εκείνη αργότερα. Μόλις στρίψαμε τη γωνία γύρισα το κεφάλι μου και την είδα να χαιρετάει έναν άντρα, που ήταν στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου, να βγαίνει και να μπαίνει στο αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο έκανε όπισθεν για να μην έρθει προς την κατεύθυνση μας και έφυγε.

Είπα «τι στο διάολο συμβαίνει; Ήταν πράγματι η Έντι αυτή; Δεν έπρεπε να μας συναντήσει στο μπαρ;».

Ο Νιλ έμεινε σιωπηλός. Περιμέναμε καμιά ώρα και μετά εκείνος με αγκάλιασε και είπε «Τζακ το ξέρω ότι δεν θέλεις να το πιστέψεις αλλά γιατί δεν ανοίγεις τα μάτια; Δεν καταλαβαίνεις ότι έχει ένα αγόρι, έναν αρραβωνιαστικό στο Ντιτρόιτ, που μόλις ήρθε να την πάρει; Εάν θέλεις να την περιμένεις εδώ θα την περιμένεις όλη τη νύχτα».

«Μα αυτή δεν φέρεται έτσι!» «Δεν θα καταλαβεις τις γυναίκες ούτε μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια.

Είναι ακριβώς σαν τη Λουάν, φίλε, είναι όλες πόρνες – και εσύ γνωρίζεις ότι χρησιμοποιώ τη λέξη πόρνη με μια εντελώς διαφορετική έννοια από τη γενική. Σε σβήνουν από το μυαλό τους και αδιαφορούν για σένα σαν να ήσουν μια παλιά γούνα που θέλουν να αλλάξουν.

Οι γυναίκες είναι πολύ πιο ικανές από τους άντρες στο να ξεχνάνε. Σε έχει ξεχάσει, φίλε. Αλλά εσύ δεν το πιστεύεις». «Δεν μπορώ να το πιστέψω». «Δεν την είδες με τα ίδια σου τα μάτια;». «Φοβάμαι πως ναι». «Τόσκασε μαζί του.

Και τι μαλακισμένη, ούτε την παραμικρή νύξη για αυτό που είχε στο νου της. Ρε φίλε εγώ τις γνωρίζω αυτές τις γυναίκες, την παρατήρησα καλά αυτές τις δύο ημέρες, και εγώ τις γνωρίζω, τις γνωρίζω». Το καλοκαίρι είχε τελειώσει. Στεκόμασταν στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μπαρ – τι στο καλό κάναμε στο Ντιτρόιτ; – και είχε αρχίσει να κάνει κρύο.

Ήταν το πρώτο κρύο δειλινό της Άνοιξης. Ανατριχιάζαμε μόνο με τα μπλουζάκια μας. «Αχ φίλε ξέρω πως αισθάνεσαι. Είναι κάτι μόνιμο στη ζωή μας – εγώ έκλεισα με την Κάρολιν, έχω κλείσει από καιρό με την Λουάν, και τώρα εσύ έκλεισες με την Έντι. Θα πάμε στη Νέα Υόρκη και θα κάνουμε μια νέα αρχή. Αγάπησα την Λουάν με κάθε ίνα του σώματος μου, φίλε, και σαν αντάλλαγμα εισέπραξα την ίδια συμπεριφορά».

Παρ’ όλ’ αυτά γύρισα με τα πόδια στο σπίτι της Έντι για να δω αν ήταν εκεί. Η μητέρα της είχε επιστρέψει στο σπίτι, την είδα από το παράθυρο της κουζίνας. Μια εποχή της ζωής μου είχε τελειώσει οριστικά.

Συμφωνούσα με τον Νιλ. «Ο κόσμος αλλάζει, φίλε, αυτό πρέπει να καταλάβεις». «Ελπίζω ότι εσύ και εγώ δεν θα αλλάξουμε ποτέ». «Το ξέρουμε, το ξέρουμε». Πήραμε ένα τραμ μέχρι το κέντρο του Ντιτρόιτ, και ξαφνικά μου ήρθε στο νου ότι ο Λουί Φερνάν Σελίν είχε κάποτε πάρει το ίδιο τραμ με τον φίλο του Ρόμπινσον, όποιος και να ήταν ο Ρόμπινσον, ίσως και ο ίδιος ο Σελίν.

Και ο Νιλ ήταν σαν και μένα, διότι το προηγούμενο βράδυ είχα ονειρευτεί τον Νιλ στο ξενοδοχείο, και ο Νιλ ήμουν εγώ. Ούτως ή άλλως ήταν αδερφός μου και μείναμε μαζί.

Μετάφραση: Φ. Μουρικη

https://tasosgoudelis.wordpress.com

Ποίηση

Nα ανοίγεις τη πόρτα στη μοίρα
να την καλοσωρίζεις
να βλέπεις τη χαρά κατάβαθα μες στη ψυχή
να απλώνεις τα χέρια, να τα περνάς στη μέση
να περιστρέφεσαι μαζί της ερωτικά και  ηδονικά
ταγκό φωτιά ανανέωση, αναδόμηση, ρυθμός και ανάσα
Μη συρρικνώνεσαι, να εισέρχεσαι και να πολιορκείς
Να αισθάνεσαι, και ότι βλέπεις να γίνεσαι
καλή μου μοίρα
Να Στέκεσαι ακίνητη, να πατάς στα πόδια σου
να περιμένεις να αποκτήσεις το βλέμμα, τη φωνή
και να αλλάζεις τον κόσμο όλο
να πετάς βέλη, να στοχεύεις χορούς και ρυθμούς
να γίνεσαι ο καλλιτέχνης της ζωής
και Ύστερα καλή μου μοίρα
να μοιράζεσαι το καλοσώρισμα στους επόμενους με αφθονία
Τι στόχευσες;
Ναι!  Αγάπη, χορό, άνοιξη,φιλί φως.....
Το ΚΟΝΤΑ, το καλοσώρισμα, ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ!

ΓράΦει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή