Σεπτεμβρίου 19, 2019

Ποίηση

Λάμπει ο ήλιος
πουλιά πετούν
ακολουθεί η άνοιξη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή. Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή. Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Από τη Συλλογή "Χαϊκού - Επέμβαση"

ΓράΦει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Έλα δίπλα μου
έχει κρύο απόψε
χειμώνας παντού

Σιωπηλό κρίνο
έρωτας πετά
εφηβεία κρύψου

Περπατώ στη θάλασσα
τα αστέρια
γέλασαν, κρύφτηκαν.

Ο ήλιος έλαμψε
δάκρυσε
εξαφανίστηκε πάλι

Κοίτα τη φύση
πέταξε από καρδιάς
νέα εποχή

Τρέχει ένα άλογο
στο γκρίζο δρόμο
και ψιθυρίζει

και αυτή χαράζει
πέρα στο λιβάδι
δρόμος και ζωή

πινέλο ζωγραφίζει
τα στάχυα παντού
πιο πέρα το ξωκλήσι

Πόνος χαμόγελου
χάθηκε ο κύκνος
στα άδεια κλαδιά

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή. Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή. Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Από τη Συλλογή "Χαϊκού - Επέμβαση"

ΓράΦει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Το σύννεφο και ο αμμόλοφος – Paulo Coelho

Ένα νεαρό σύννεφο γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο. Αλλά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.
Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε στον ουρανό έλαμπε ένας γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου Σαχάρα. Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στη έρημο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ.

Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν’ απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του για να γνωρίσει τον κόσμο.

– Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο άνεμος. Η έρημος είναι όλη ίδια!

Γύρνα στο σμήνος και θα πάμε στο κέντρο της Αφρικής, όπου υπάρχουν εκθαμβωτικά βουνά και δέντρα!

Αλλά το νεαρό σύννεφο, ανυπότακτο από τη φύση του, δεν υπάκουσε. Χαμήλωσε σιγά-σιγά, έως ότου κατάφερε να αιωρηθεί σε μια γενναιόδωρη και γλυκιά αύρα και να πλησιάσει τη χρυσαφένια άμμο. Αφού τριγύρισε αρκετά, πρόσεξε ότι ένας από τους αμμόλοφους του χαμογελούσε. Είδε ότι κι εκείνος ήταν νέος, πρόσφατα σχηματισμένος από τον άνεμο που μόλις είχε περάσει. ήην ίδια στιγμή ερωτεύτηκε την χρυσή του κόμη.

– Καλημέρα, είπε. Πώς είναι η ζωή εκεί κάτω;

– Έχω την συντροφιά των άλλων αμμόλοφων, του ήλιου, του ανέμου και των καραβανιών που περνούν από δω πότε-πότε. Μερικές φορές κάνει πολλή ζέστη, όμως είναι υποφερτή. Και πώς είναι η ζωή εκεί πάνω;

– Κι εδώ υπάρχει άνεμος και ήλιος, αλλά το πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ και τριγυρνάω στον ουρανό και να μαθαίνω πολλά πράγματα.

– Για μένα η ζωή είναι σύντομη, είπε ο αμμόλοφος. Όταν ο άνεμος επιστρέψει από τα δάση, θα εξαφανιστώ.

– Και αυτό σου προκαλεί θλίψη;

– Μου δίνει την εντύπωση ότι δεν χρησιμεύω σε τίποτα.

– Κι εγώ αισθάνομαι το ίδιο. Μόλις περάσει ο επόμενος άνεμος θα πάω στο Νότο και θα μεταμορφωθώ σε βροχή. Αυτή είναι η μοίρα μου ωστόσο.

Ο αμμόλοφος δίστασε, αλλά τελικά είπε:

– Ξέρεις ότι εμείς εδώ στην έρημο τη βροχή την λέμε «παράδεισο»;

– Δεν ήξερα ότι μπορούσα να μεταμορφωθώ σε κάτι τόσο σημαντικό, είπε το σύννεφο γεμάτο περηφάνια.

– Έχω ακούσει πολλούς μύθους από γέρικους αμμόλοφους . Λένε ότι μετά τη βροχή καλυπτόμαστε από χλόη και λουλούδια. Εγώ όμως ποτέ δεν θα μάθω τι είναι αυτό, γιατί στην έρημο βρέχει πολύ σπάνια.

Ήταν η σειρά του σύννεφου να διστάσει. Αμέσως μετά όμως του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο.

– Αν θέλεις, μπορώ να ρίξω πάνω σου βροχή. Αν και μόλις έφτασα, σ’ έχω ερωτευθεί και θα Τθελα να μείνω εδώ για πάντα.

– Όταν σε είδα για πρώτη φορά στον ουρανό κι εγώ σε αγάπησα, είπε ο αμμόλοφος. Αν όμως μεταμορφώσεις την ωραία λευκή κόμη σου σε βροχή, θα πεθάνεις.

– Η Αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, είπε το σύννεφο. Μεταμορφώνεται. Κι εγώ θέλω να σου δείξω τον παράδεισο.

Άρχισε λοιπόν να χαϊδεύει τον αμμόλοφο με μικρές σταγόνες και παρέμειναν μαζί μέχρι που εμφανίστηκε το ουράνιο τόξο. ήην επόμενη μέρα ο μικρός αμμόλοφος ήταν καλυμμένος με λουλούδια. Κάποια σύννεφα που περνούσαν με προορισμό την Αφρική νόμισαν ότι εκεί ήταν ένα κομμάτι του δάσους που έψαχναν κι έριξαν κι άλλη βροχή. Λίγα χρόνια μετά, ο αμμόλοφος είχε μεταμορφωθεί σε όαση, η οποία δρόσιζε τους με τη σκιά των δέντρων της

Ποίηση

Το κείμενο είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα Κάποτε ο κυνηγός…, στο οποίο η συγγραφέας Ελ. Σαραντίτη πραγματεύεται το θέμα του επαναπατρισμού των Ελλήνων που ζούσαν στην Ανατολική Ευρώπη, στηλιτεύοντας τα ρατσιστικά και ξενοφοβικά σύνδρομα της ελληνικής κοινωνίας.

Η νεαρή ηρωίδα, η Ευρυδίκη, Eλληνίδα από την Τασκένδη, εγκαθίσταται με την οικογένειά της σε αγρόκτημα της Θεσσαλίας, όπου δουλεύουν εργάτες οι γονείς της. O Σωτήρης, ο γιος των ιδιοκτητών, είναι ερωτευμένος μαζί της, η ίδια όμως είναι επιφυλακτική καθώς έχει βιώσει την απόρριψη και τον κοινωνικό αποκλεισμό από τους ντόπιους συμμαθητές της. Στο απόσπασμα παρουσιάζονται οι δύο διαφορετικοί κόσμοι, των ντόπιων και των οικονομικών προσφύγων, και προβάλλεται η σύγκρουση των διαφορετικών αντιλήψεων για την αξία των ανθρώπων.

Η μοναξιά δε με είχε απασχολήσει ποτέ. Δεν είμαι μοναχική. Κανείς μας. Ή μάλλον λιγάκι η μάνα μας, λίγο πιο συγκεντρωμένη μέσα της, αλλά και πάλι, όχι, όχι ότι αγαπά να ’ναι μόνη, απλώς πιο λιγομίλητη από μας, πιο κλειστή, πιο διστακτική. Στη μοναξιά δεν είχα εμβαθύνει, δεν τη λογάριαζα, δε με είχε πλησιάσει και γι’ αυτό δεν τη φοβόμουν. Oύτε που τη σκεφτόμουν. Η μοναξιά όρμησε μέσα μου από τη στιγμή που αντίκρισα τον Σωτήρη. Ήρθε και με ξάφνιασε. Και πώς όχι;

Ήμαστε πάλι στην ντάπια. Απόγευμα και τα πουλιά δε σώπαιναν. Βαστούσαν το τραγούδι τους μέχρι να σκοτεινιάσει. Έκανε κρύο και περπατούσε με τα χέρια σφιχτοδεμένα. Αμίλητοι. Κάποια στιγμή τον αισθάνθηκα να σταματά, τον αισθάνθηκα να μου σφίγγει περισσότερο τα χέρια και να με κοιτάζει.

«Άσε με να σε δω. Άσε με να σε δω λιγάκι παραπάνω. Να σε χορτάσω».

«Κοίτα να δεις. Κι εγώ θέλω να σε βλέπω περισσότερο. Η αλήθεια είναι αυτή. Και την ξέρεις. Και οφείλεις επίσης να ξέρεις ότι δεν είναι οι ασχολίες, η μελέτη, οι υποχρεώσεις στο σπίτι που με κάνουν διστακτική. Γιατί είμαι διστακτική. Ή μάλλον φοβισμένη. Τουλάχιστο να μη βρισκόμαστε μέσα σε πολύ κόσμο. O κόσμος παρακολουθεί.

Και σχολιάζει».

«Γνωστό». «Αλλά δεν ξέρεις ότι στην εκδρομή στα Μετέωρα ήμουν μόνη μου όλη την ημέρα. Και δεν είχα τι να κάνω και είδα όλα τα ιερά κειμήλια και όλα τα έργα τέχνης, δυο και τρεις φορές το καθένα. Και μετά την ομαδική ξενάγηση πήγα μοναχή μου στο πωλητήριο με τα εργόχειρα και τις εικονίτσες, στη Μονή του Αγίου Στεφάνου, και καθόμουνα με τις ώρες κάνοντας τάχα ότι ψάχνω, ότι εξετάζω τις βελονιές, τα χρώματα, ώρες, τόσο που άρχισε να με κοιτά λοξά η υπεύθυνη μοναχή, και στενοχωριόμουν γιατί δεν είχα και τα μέσα για ν’ αποκτήσω τίποτε από αυτά που τάχαμου με είχαν αφήσει κατάπληκτη, ώσπου ανάσανα σαν είδα στο τέλος το κουτάκι με τους σελιδοδείκτες, ένα σελιδοδείκτη μπορούσα ν’ αγοράσω, τι στο καλό.

Έτσι ωραία πέρασα στην εκδρομή και δεν πρόκειται να ξαναπάω. Ποτέ.

Κι έτσι περνώ τις μέρες μου και στο σχολείο.

Μόνη.

Αλλά αυτό δεν είναι μοναξιά.

Ή τουλάχιστο δε με στενοχωρεί. Το έχω χωνέψει. Και σαν θες να ξέρεις, με το δίκιο τους.

Ήρθα ουρανοκατέβατη. Με θεωρούν και σπασίκλα. Και μονόχνωτη. Διαδόθηκε δε, δεν ξέρω από ποιον, δε λέω από την αδελφή σου, μπορεί κι από κανέναν εργάτη, διαδόθηκε λοιπόν στο σχολείο ότι μένουμε σε στάβλο. Στους στάβλους σας. Στην αρχή, όταν περνούσα δίπλα από μια συγκεκριμένη παρέα, άσε καλύτερα, άκουγα κάτι βελάσματα επιδεικτικά. “Μεεεε”, έκαναν. Ή χλιμίντριζαν.

Όχι. Μη με διακόπτεις. Αυτά σταμάτησαν. Πάνε. Φρόντισα εγώ γι’ αυτό. Αλλά η πίκρα μένει. Και η υποψία. Ή μάλλον η βεβαιότητα ότι εδώ, σε τούτο τον τόπο, η δική μας οικογένεια περισσεύει. Χα! Λες και τους τρώμε το ψωμί. Ή τους στεκόμαστε εμπόδιο στην πρόοδο των παιδιών τους.

Ή τελοσπάντων είμαστε απολίτιστοι που βρομίζουμε το χώρο. Ή τον μιαίνουμε. Ε, καλά. Δεν είναι όλοι έτσι, μα εγώ έτσι τους βλέπω. Φουρκίζομαι, γι’ αυτό. Αγανακτώ. Θα μου πεις: ανεργία. Α, ναι. Που πλήττει φοβερότερα τους ξένους. Αλλά εμείς δεν είμαστε ξένοι. Πιο Έλληνες δε γίνεται. Σπαρταρούσαμε όλα αυτά τα χρόνια για την πατρίδα. Oι γονείς μου δηλαδή. Και προπαντός η γιαγιά. Δες τηνε τώρα. Ένα κουβαράκι γίνεται σιγά σιγά, ένα κουβαράκι που μαζεύεται, όλο μαζεύεται. Στο τέλος δε θ’ απομείνει τίποτα. Oύτε το παράπονό της. Αχ και να μπορούσα. Αχ και να μπορούσα να τους καλυτερέψω τη ζωή.

Κάπως να τους βοηθήσω…»

«Μα τους βοηθάς, έτσι δεν είναι; Μη βλέπεις που δε γνωριζόμαστε καιρό. Εγώ σ’ ένιωσα. Κατάλαβα ποια είσαι. Είναι σαν να σας γνωρίζω χρόνια. Όλους. Κι είμαι περίεργος να συναντήσω τον πατέρα σου. Πολύ περίεργος. Χτες βράδυ ρωτούσα τη μητέρα μου γι’ αυτόν. “Α, ένας κύριος. Και η γυναίκα του, κυρία κι αυτή. Μην κοιτάς που ξεπέσανε έτσι…”, μου είπε. Κι εγώ της είπα “Δεν είναι ξεπεσμός αυτός, ρε μάνα. Μια φάση είναι. Μια κατάσταση μεταβατική. Θα περάσει. Θα τακτοποιηθούν οι άνθρωποι. Ξεπέφτει κανείς μόνο άμα χάνεται η ανθρωπιά του. Και το κουράγιο του”. Έτσι δεν είναι, Ευριδίκη;»

«Έτσι έλεγα μέχρι τώρα. Από χτες δεν ξέρω τι να πω. Χτες, ξημερώματα, μου φάνηκε σαν ν’ άκουσα αναφιλητά. Σιγανά. Κρυμμένα. Σηκώθηκα. Είπα θα ’ναι κανένα από τ’ αδέρφια μου. Το παθαίνει κάπου κάπου ο Σταύρος. Βλέπει εφιάλτες. Λέω ας πάω να τον ησυχάσω. Δεν ήταν ο Σταύρος.

O πατέρας μου ήταν. Καθότανε στο σκαμνάκι δίπλα στο τζάκι και τρανταζόταν. Καμπούριαζε, προσπαθούσε να κρύψει τους λυγμούς του. “Τι θέλεις εδώ εσύ;”, μ’ αγρίεψε.

Κι εγώ πισωπάτησα.

Έφυγα. Συναισθάνθηκα τη θλίψη του. Και την ντροπή του.

Πήγα και κουκουλώθηκα και δεν ξανακοιμήθηκα. Άλλωστε σε λίγο ο πατέρας έφυγε. Άκουσα την πόρτα της κουζίνας ν’ ανοίγει. Ήξερα. Θα έπινε ένα τσάι και θα ’φευγε για το κτήμα. Όσο γι’ αυτό το κουράγιο, αυτή την ανθρωπιά που είπες, θαρρείς και μπορεί να κρατήσει για πάντα;»


Ε. Σαραντίτη

Κάποτε ο κυνηγός… Καστανιώτης

Γεννήθηκε το 1943 στη Νεάπολη Λακωνίας. Σπούδασε Αγγλικά και Βιβλιοθηκονομία· εργάστηκε στον Oργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (OΑΕΔ) και σε εφημερίδες ως βιβλιοκριτικός. Έχει γράψει διηγήματα και μυθιστορήματα για ενηλίκους (Τα δέντρα που τα λένε Ντίβι-Ντίβι, Ιστορίες με ταξίμετρο, O κάβος του Αγίου Αγγέλου κ.ά.) και για παιδιά (Oι θεατρίνοι, O κήπος με τα αγάλματα, Ιόλη ή τη νύχτα που ξεχείλισε το ποτάμι κ.ά.). Για το βιβλίο Κάποτε ο κυνηγός… τιμήθηκε το 1997 με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Ποίηση

Το αγκάθι σου έχει χρώμα θαλασσί
Σαν το τριαντάφυλλο
Τελευταίο φιλί με επιτυχία
Κοίτα τον ουρανό
Δακρύζει στο μπλε
Όλα περνούν, όλα φεύγουν
Σ΄αγαπώ 
στο σκοτάδι του χρόνου
Κοίτα το άγγιγμα
νιώσε το
αγκάθι τριαντάφυλλου
Με άρωμα μοναδικό
Απομακρύνομαι
και ανασαίνω άκομψα
Πηγαίνοντας στο κήπο
Μ΄αρέσει που αχνοφένεσαι
Διαβάτη!

Αχνοφαίνεσαι
Με τρυπά αγκάθι κυρτό 
 Αιμορραγώ στο μπλε
Γυρίζοντας το βλέμμα
πίσω στη διαδρομή
Δεν υπάρχει τίποτα
Παρά μόνο
Απόνερα που δεν
Ζωγραφίζονται!

 

Γράφει Μίκα Καππάτου

forwoman.gr

Ποίηση

Αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες,
ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου....
Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.
Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.
Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης.
Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης.
Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ' έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.
ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ.

Ποίηση

Παίζοντας με τα φιλιά
είχα μια ιδέα
Μάζεψα τους ουρανούς σου
στο ποτήρι.
Πίστεψα για μια στιγμή
Πως χωρούν
Για να τους πιω
Μέσα στο σπίτι
Έβλεπα τα χρώματα της ψυχής
Φιλιά μπερδεμένα
Στο ιδρωμένο τζάμι
Γύρω απ΄τη αυλόπορτα
Στεκόταν η ευτυχία

Γράφει

Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr

 

Ποίηση

 Τσίχλα την παρομοιάζανε στο χωριό την Αννούλα. Κ’ έζησε και πέθανε τσίχλα. Είτανε μιας μπουκιάς ανθρωπάκι. Αδύνατη, με ψιλά κανιά δίχως βάρος, πετούμενη. Δεν περπατούσε  πήδαγε κ’ έτρεχε. Αλλά για ποιο χωριό μιλάμε; Για εν από κείνα τα βουνίσια, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά τού βουνού κ’ είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι’ αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους.

Μια ρεματιά στην κατηφοριά με τις κόκκινες ροδοδάφνες και μια γιδόστρατα, πού φέρνει μες από το δάσος των πέφκων στην κορφή τού βουνού. Τόσο απόμερο, ξεχασμένο χωριό, πού σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομα του. Δεν τού χρειαζότανε, λες και του πέφτε βάρος. Αλλ’ όσο τους λείπουνε των μικρών αφτιών χωριών πολιτισμός, φροντίδα και χορτασιά, τόσο τους περισσέβ’ η ψυχή. Ψυχή του λαού!

Είμαστε στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής.

Το χωριό, πού λέμε, βρισκότανε στα σύνορα των δύο Ελλάδων: της λέφτερης και της συνεργαζομένης. Αλλά προς τα εδώ. 'Ένα γερμανικό φυλάκιο προσπαθούσε με τους ναζήδες τους δικούς του και τους τσολιάδες τους «δικούς» μας να μποδίζει τη λεφτεριά να κατέβει απ’ την κορυφή του βουνού προς τα κάτου - στον κάμπο. Γιατί κει ψηλά στην κορυφή του βουνού είχανε φωλιάσ’ οι αγωνιστές του έθνους κ’ ετοιμάζανε «καλά Χριστούγεννα», για τους εχθρούς. Με την απελευθερωτική επιτροπή του χωριού είχανε συχνή επαφή. Αλλά πώς; Μέσον της Τσίχλας.

Hτανε κόρη μιας φτωχιάς χηρεβάμενης τού χωριού, πού ο άντρας της σκοτώθηκε στην Αλβανία. Οχτώ με δέκα χρονών η Τσίχλα. Μα γεμάτη φωνή, ξυπνάδα και μίσος εναντίον των εχθρών. Και σβέλτη και μπασμένη στη ζωή  σαν ώριμο πλάσμα  κι αδείλιαστη. Καιρός καλός στα τέλη του Δεκέμβρη. Ήλιος και στέγνη μα και κρύο τσουχτερό. Η Τσίχλα μαζί μ’ άλλα παιδιά (τα σκολειά κλισμένα) έβγαιναν έξω απ’ το χωριό σ’ ένα πλάτωμα προς το ρέμα και παίζανε μπροστά στα μάτια των Γερμανών και των τσολιάδων. Παίζανε τόπι.

Η Τσίχλα, πάνου στο φούντωμα του παιχνιδιού, τίναζε το τόπι όσο μπορούσε μακρύτερα προς το ρέμα κ’ ύστερις έτρεχε, όσον μπορούσε πιότερο, να το φτάσει. Το τόπι κυλούσε κάτου στη ρεματιά κ’ η Τσίχλα κυλούσε κι αυτή. Όχι πολύ ψηλά, μέσα στο δάσος την περιμένανε κατά το μεσημέρι, κάθε μέρα δύο αντάρτες.

Τους έδινε το μήνυμα γραμμένο ή στοματικά της ’Επιτροπής και ξαναγυρνούσε πίσω λαχανιασμένη (για να μην αργήσει) με το τόπι στα χέρια! Αλλ’ αυτό το ταχτικό χάσιμο της Τσίχλας μέσα στο δάσος πονήρεψε τούς «εχθρούς» ξένους και δικούς.

Πρέπει να ιδούμε τί τρέχει, με τρόπο  γιατί το μωρό είναι πολύ πονηρό. Αλλά δεν χρειάστηκε τρόπος. Ο Πρόεδρος του χωριού, δεξί χέρι τω Ναζιών, έκανε την τελευταία του υπηρεσία «προς την πατρίδα». Τους πληροφόρησε τί συμβαίνει.

Όταν την άλλη μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, η Τσίχλα ξανάκανε το «παιχνίδι» της, τρέξανε πίσω από το τόπι ναζήδες και «δικοί», σταματήσανε το τόπι, τη σταματήσανε κι αφτήνε.

Και την ψάξανε. Βρήκανε χωμένο μέσα στα μαλλιά της ένα χαρτάκι. Έλα δα, πουλάκι μου, τη ρώτησε ο πρόεδρος. Ποιος σου το΄δωσε τούτο; Μόνη μου το’γραψα. Και τί ξέρεις εσύ από τέτοια πράματα; Όλοι μας ξέρουμε. Και τί άλλο «παιχνίδι» ξέρεις;

Όλα. Και να τρέχω. Και να πηδώ. Και να τραγουδώ. Να σκαρφαλώνω στα δέντρα να καρπολογώ και να πιάνω πουλάκια στις φωλιές τους. Για σκαρφάλωσε σ’ αφτήνε την ελιά να ιδούμε;

Η Τσίχλα βρέθηκε σ’ ένα λεπτό πάνω στο δέντρο. Ξέρεις, είπες, να τραγουδάς. Για πες μας κανένα «σκοπό» ν’ ακούσουμε; Ότι σου αρέσει. Κ’ η Τσίχλα με λαγαρή παιδιάστικη φωνή κελάηδησε: «Μαρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά...» (Αφτό το τραγούδι είτανε τότες το πιο συνηθισμένο τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων. Μπαμ!, μπάμ!, μπάμ!...

Οι Γερμαναράδες κ’ οι τσολιάδες τη βάλανε στο σημάδι και τη σκοτώσανε σα πουλί. Και το πουλί σωριάστηκε χάμου, μιας φούχτας σώμα κι απέραντη ψυχή. Η ψυχή όλης της Ελλάδας. Περασμένα μεσάνυχτα, την ώρα πού οι καμπάνες διαλαλούσανε τη γέννηση του «Σωτήρος», πέσανε στο χωριό οι αντάρτες  και ναζηδες και «δικοί» κι ο πρόεδρος πλήρωσαν με τη ζωή τους το αναντρό τους έγκλημα.

Κ’ υστέρα; 'Ύστερα από ένα χρόνο η «’Ελευθερία» είχε κυνηγηθεί στεριάς και πελάου απ’ ολην την Ελλάδα. Αλλά κάθε Χριστούγεννα, μετά τα μεσάνυχτα, οι χαρούμενοι αντίλαλοι της καμπάνας δεν μπορούνε να πνίξουνε το θλιβερό κελάηδημα της Τσίχλας και το κλάμα της Πατρίδας...

*** O Κώστας Βάρναλης (26 Φεβρουαρίου 1884 16 Δεκεμβρίου 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

https://antikleidi.com

Ποίηση

Θέλω να ξέρεις
κάτι.

Ξέρεις πως είναι αυτό:
αν κοιτάζω στο κρυστάλλινο φεγγάρι, στο κόκκινο κλαδί


του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,
αν αγγίζω
κοντά στη φωτιά
την ανεπαίσθητη στάχτη
ή το ρυτιδιασμένο κορμί του ξύλου,
όλα με φέρνουν σε σένα,
σαν όλα αυτά που υπάρχουν
αρώματα, φώτα, μέταλλα,
να ήταν μικρά καραβάκια που πλέουν
προς εκείνα τα δικά σου νησιά που με περιμένουν.

Όμως,
αν λίγο λίγο σταματήσεις να μ’ αγαπάς
θα σταματήσω να σ’ αγαπώ λίγο λίγο.

Αν ξαφνικά
με ξεχάσεις
μη με ψάξεις,
θα σ’ έχω ήδη ξεχάσει.

Αν τον σκέφτεσαι μακρύ και τρελό,
τον άνεμο απ’ τις σημαίες
που περνά από τη ζωή μου
και αποφασίσεις
να μ’ αφήσεις στην ακτή
της καρδιάς όπου έχω ρίζες,
θυμήσου
ότι ετούτη εδώ τη μέρα,
ετούτη εδώ την ώρα
σηκώνω τα χέρια μου
και οι ρίζες μου βγαίνουν
σε αναζήτηση άλλης γης.

Μα
αν κάθε μέρα,
κάθε ώρα,
νιώθεις ότι είσαι προορισμένη για μένα
με αμείλικτη γλυκύτητα.

Αν κάθε μέρα σκαρφαλώνει
ένα λουλούδι στα χείλη σου να ψάξει για μένα,
αχ αγάπη μου, αχ δική μου,
μέσα μου αυτή η φωτιά ολόκληρη επαναλαμβάνεται
μέσα μου τίποτα δεν εξαφανίζεται, τίποτα δε λησμονιέται
η αγάπη σου δίνει τροφή στην αγάπη μου, αγαπημένη,
και για όσο ζεις θα είναι στα χέρια σου
χωρίς να αφήνει τη δική μου..

o-klooun.com

Ποίηση

Χ.Μπουκάι: Το πάθος να κατασκοπεύεις και να δικάζεις

Όσο οι άνθρωποι κατοικούν στην άγνοια, νοιάζονται πολύ να βρουν τις ατέλειες και τα μειονεκτήματα των άλλων. Κατασκοπεύουν από το παράθυρο ή κοιτάζουν από την κλειδαρότρυπα τους γείτονες για να νιώσουν λίγο καλύτερα με τον εαυτό τους. Το κάνουν γιατί ξέρουν ότι οι ελλείψεις των άλλων τους βοηθούν να καλύψουν τις δικές τους.

Υποκύπτουμε έτσι στον πειρασμό που μας δίνει το πλεονέκτημα της σύγκρισής μας με αυτούς που απαξιώνουμε. Σκεφτόμαστε ότι «σε σχέση μ’ αυτούς, αυτό που κάνω εγώ δεν είναι και τόσο κακό»…

Μη συλλογίζεσαι τα ξένα ελαττώματα, δεν σε αφορούν.
Μην επεμβαίνεις στη ζωή των άλλων, δεν σε αφορά.
Μη σκέφτεσαι τίποτα που να’ ναι αλλουνού, δεν σε αφορά.

Atisha (982-1054 μ.Χ.) Ινδός Δάσκαλος και Θρησκευτικός ηγέτης των Βουδιστών

Η σκέψη του Atisha υπάρχει εδώ και εκατοντάδες χρόνια, όμως, υπάρχουν και οι επιφανείς ηθικολόγοι που δε βρίσκουν τίποτα καλύτερο να κάνουν, απ’ το να επιτηρούν τους κακώς πράττοντες. Άντρες και γυναίκες – συχνά πολύ έξυπνοι – που σπαταλούν τη ζωή τους χώνοντας τη μύτη στις ξένες κοπριές, εδώ κι εκεί, σαν να ήταν διασταύρωση κοπροφάγου σκαραβαίου με αστυνομικό σκύλο.

Άνθρωποι που έχουν για μοναδική τους ενασχόληση την επισήμανση όσων ενεργούν με τρόπο – που εκείνοι θεωρούν – κατακριτέο, ποιος κάνει λάθος, ποιος δεν κάνει το σωστό… και είναι απορίας άξιον, τι να ‘ναι αυτό που τους μπήκε στο μάτι και τους έκανε να ψάχνουν ελαττώματα μέσα στα μάτια των άλλων.

Πηγή, Απόσπασμα από το βιβλίο «Από την άγνοια στη σοφία» του Χόρχε Μπουκάι – εκδ. opera

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή