Μαΐου 27, 2020

Ποίηση

Παρα λίγο....Σ' αγάπησα ...
Φως Φεγγαριού
Απόψε αγκαλιαζόμαστε
Σφιχτά!
Κορμιά στην άμμο
Τα δικά μας!
Παραλίγο Σ' αγάπησα.
Ξύπνησα, καθώς με χάιδευες
δική σου η αγκαλιά..
Είμαι Δική σου!
Αναπνέω για σένα,
Μια δοκιμή κάνω
Κράτα τη καρδιά μου
Βιαστικά, Μα Φεύγεις,
Τρέχεις, στον ορίζοντα
Σαν τα σύννεφα, γρήγορα!
Και ύστερα με κοίταξες
για μια στιγμή
Μόνο!
Εκεί σκέφτηκα
Ξανά
Σαν να με πέρασες!
Φωτιά να καίει
νύχτες αθάνατες
στο φως του φεγγαριού!
Ξαφνικά φιλιά,
καράβια που πέρασαν
πέφτουν όλα τα δάκρυα!
Τουλίπες στη φλόγα
της αγάπης σου,
μου΄ρχονται στο Νου
μέσα στη νύχτα!
Άγρυπνα τα μάτια μου,
Άγρυπνη φλόγα, 
όνερο μου!
Άκου,
Ακούς; Παραλίγο
Σ΄αγάπησα!

 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/index.php


Ποίηση

Και τώρα να μ' επιτρέψης φίλε μου να γενικεύσω.
Έχεις ευαισθησία, μια ψυχικήν ευγένεια και τάλαντο πιο δυνατό
απ' ό,τι ο ίδιος φαντάζεσαι -
Και όχι μόνο στη φιλολογία.
Μονάχα ο τρόπος που συμπεριφέρεσαι με τον εαυτόν σου για
ανάξια ανταλλάγματα
Φοβούμαι μη σε βλάψη σε όλα.
Άλλαξε λοιπόν αυτόν τον τρόπο -
Θα 'ναι και αυτή η πράξη σου βαθμός επαναστατικός.
Να μην ξεχνάς πως είμαστε επαναστάτες.
Και επαναστάτες σαν και μας πρέπει ν' αρχίζουνε την επανάσταση
από τον εαυτό τους.
Εμπρός λοιπόν και να μην φοβηθής τις πρώτες δυσκολίες
Ούτε την στάση εκείνων που δεν καταλαβαίνουν
Αλλοιώς φοβούμαι (και λυπούμαι γιατί σε συμπαθώ)
Πως πολλές σου πιθανότητες -τί λέγω- δυνατότητες
Θα παν χαμένες
Και θα 'ναι αλήθεια κρίμα ενώ είσαι χορευτής
Αντί να λάβης μέρος στο χορό
Να σε πατάν τα πόδια των ανθρώπων που χορεύουν.

 Ανδρέας Εμπειρίκος  1934 - Προϊστορία ή Καταγωγή  εκδόσεις Άγρ|

Ποίηση

-Μίλα!

-Μίλα! Γιατί δε μιλάς;

-Μίλα! Δε με νοιάζει τι θα πεις, μίλα!

-Μίλα! Μίλα!

Πες της... πες της... γιατί δεν της λες ότι κάθε στιγμή μαζί ήταν γιορτή.

Επιφάνεια, οι δυο σας μόνοι μέσα στον κόσμο.

Ότι ήταν πιο θαρραλέα, πιο αναλάφρη κι από πουλί, ότι κατέβηκε ορμητική δυο δυο τα σκαλιά σαν ίλιγγος και μέσα από την υγρή πασχαλιά σε οδήγησε στο βασίλειό της, στην άλλη πλευρά, πίσω από τον καθρέφτη.

Πες της, γιατί δεν της λες, ότι όταν ήρθε η νύχτα, άνοιξαν διάπλατα οι πύλες της αγίας τράπεζας, ότι στο σκοτάδι έλαμψε η γύμνια σας, καθώς γείρατε.

Ότι άνοιξες τα μάτια σου και την είδες στο πλάι σου και είπες...

Πες της το.

Αυτό πρέπει να της το πεις: ευλογήμενη να' σαι.

Κι ότι ήξερες πως η ευλογία σου ήταν θράσος.

Ότι κοιμόταν και το χέρι της ήταν ακόμα ζεστό κάτω από τα σκεπάσματα.

Πες της για τα ηλεκτροφόρα σύρματα της κοιλιάς της, ότι βουνά πρόβαλλαν στην ομίχλη, θάλασσες λυσσομανούσαν, ενώ κοιμόταν ακόμα καθισμένη σε θρόνο κι ήταν, θέε μου, δική σου.

Πες της, γιατί δεν της λες ότι όταν ξαπλώνατε μαζί, έσβησαν πόλεις χτισμένες ως εκ θαύματος.

Πουλιά ταξίδευαν στον ίδιο δρόμο.

Ότι ο ουρανός ξετυλιγόταν μπρος στα μάτια σας, ότι τα ψάρια στα ποτάμια κολυμπούσαν αντίδρομα.

Arseny Tarkovsky (Αρσένι Ταρκόφσκι), «Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας»

Ο Arseny Tarkovsky (Αρσένι Ταρκόφσκι), γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1907 στο Ελισάβετγκραντ της Ουκρανίας από γονείς που ανήκαν σε παλιά ρουσική οικογένεια διανοουμένων. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Λογοτεχνίας (1925-1929) και λόγω της κριτικής που δέχτηκε για το μυστικισμό του, αποσύρθηκε στην ποίηση και στη μετάφραση ξένης λογοτεχνίας. Ο ποιητής πέθανε από καρκίνο στις 27 Μαΐου 1989 σε ηλικία 82 ετών. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.

o-klooun.com

Ποίηση

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο 
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά 
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική 
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα 
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο 
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα 
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου 
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι 
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο 
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς 
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα. 
Ελυτης !!!

Ποίηση

Η Σαραγώ έφερε μαστόρους, έβαψε το σπίτι ροζ παλ και το στόλισε με ακροκέραμα και γύψινες ροζέτες.
-Ωραία το φτιάξατε, κυρία Σαραγώ. Παλατάκι!
Θαύμαζαν οι μαθητευόμενες.
-Γύρω-γύρω τα λουλούδια, μέσα τα υφαντά σας, σαν τεράστιος αμυγδαλανθός μοιάζει τώρα αυτό το σπίτι!
-Πρέπει κάτι να κάνεις, για να καλοδέχεσαι τη ζωή.

Να της δίνεις το στίγμα σου.

Όταν έπεσα κάποτε στα «βαθιά νερά», χωρίς να ξέρω κολύμπι, ο λόγος που δεν πνίγηκα ήταν γιατί ξεδίπλωσα από μέσα μου, σαν σωσίβιο, τα όνειρά μου.

Κάρφωνα το βλέμμα μου στην απέναντι στεριά και χαιρετούσα.

Θα φτάσω ως εκεί, έλεγα. Έχω πολλά να κάμω εκεί…

Αλκυόνη Παπαδάκη, Αν ήταν όλα αλλιώς, Καλέντης

Ποίηση

Τίτος Πατρίκιος | 21 Μαΐου 1928 |

[...]εκεί που φέρνεις στο νου σου περιστατικά περασμένων
χρόνων
τη ζεστασιά, μέχρι πνιγμού καμιά φορά, της μάνας
τη συγκίνηση όταν σ' αναγνώρισε για ισότιμο ο πατέρας
τον ενθουσιασμό άμα γνώριζες αυτούς που θα σε
σφράγιζαν
τον ίλιγγο στη συνάντηση με τη γυναίκα που άλλαξε
τη ζωή σου
τη χαρά και τ' απρόβλεπτα με τη γέννηση ενός παιδιού
τη λύπη από τις ρήξεις, τους χωρισμούς, τις ματαιώσεις
των ελπίδων
την οδύνη από τον θάνατο που δεν πίστευες ποτέ πως
θα 'ρθει

εκεί που ανώφελα πασχίζεις να ξαναφτιάξεις
ανθρώπους και βιώματα
σαν μαραγκός που ξαναφτιάχνει παλιά έπιπλα με νέα
υλικά
να διορθώσεις σαν μηχανές τα σώματα για να κινούνται
όπως πριν
ν' ανάψεις με νέα προσανάμματα αισθήσεις που
παλιότερα πυρπόλησαν
ν' αναστηλώσεις τα ενδόμυχα όπως αναστηλώνουν
τ' αρχαία μνημεία

εκεί που βλέπεις ότι δεν μιλάς με τον κόσμο όπως νόμιζες
ότι μιλάς μόνο με τον εαυτό σου, οπότε λες να τα
παρατήσεις...

Εκεί πάνω σε βρίσκει η ποίηση.

 εκδόσεις Κίχλη

Ποίηση

Το βιβλίο που με κράτησε στη ζωή


Το ένιωσα αυτό, πολύ περισσότερο κι από τη σκηνή στο μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα.

Κι ο Θεός βοηθός. Έτυχε να περάσω τη μεγάλη κρίση τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα.

Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια. Με τους Γερμανούς δεν ήτανε φρόνιμο να παρασταίνουν το παλικάρι.

Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν.

Αυτό πια δεν ήταν πόλεμος, ήταν μια μονομαχία. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά.

Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: «πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα».
Θα ‘ναι φαίνεται, στη μοναξιά και στον άνισο αγώνα που ξυπνάει όλος ο άντρας.

Και ο ποιητής. Η ιδέα ενός βιβλίου με κρατούσε – όπως άλλους ένα εικόνισμα.

Το έβλεπα, το φυλλομετρούσα, τα ποιήματα που δεν είχα γράψει, και που θα ήθελα να είχα γράψει, γεμίζανε με το εξωτερικό τους σχήμα τις σελίδες του, δεν απόμενε παρά να τα «γεμίσω», όπως γεμίζεις μια σειρά από άδεια ποτήρια, και αμέσως τι δύναμη, τι ελευθερία, τι αψηφησιά στις βόμβες και στο θάνατο. Να ‘χεις βγάλει τον εαυτό σου τον πραγματικό, από τον άλλο τον καθημερινό, έξω, και να τον βλέπεις αντίκρυ σου άτρωτον, άφθαρτον, προσιτό στα μέλλοντα όπου πια εσύ δε θα συμμετέχεις, τι ανακούφιση!

(…)

Την άλλη μέρα, όταν είδα να με πλησιάζει ένας παπάς με το δισκοπότηρο στο χέρι, μόνο που δε γάβγισα. Το ‘βαλε στα πόδια, και οι άλλοι άρρωστοι, θαρρώ, γελούσανε.

Όμως εγώ δε βάσταξα πια κι έβαλα τα κλάματα. Οι γιατροί μαζεύτηκαν γύρω μου, κάτι είπανε μεταξύ τους, και στο τέλος ένας απ’ αυτούς μου έκανε μια ένεση. Βυθίστηκα στον ύπνο για ώρες πολλές. Και την άλλη μέρα – κάτι απίστευτο – ξύπνησα σχεδόν απύρετος.

Είχα περάσει τη μεγάλη κρίση. Το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει.
Και τώρα, βέβαια, που γράφω, ύστερα από τόσα χρόνια, το ιδανικό αυτό βιβλίο δεν έγινε. Αλλά τι σημαίνει; Η ελπίδα του με κράτησε στη ζωή, και τότε που δεν ήξερα και τώρα που κατάλαβα ότι τα ιδανικά βιβλία δε γίνονται ποτέ

. «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.» Να πάλι το passe-partout Καβάφη.

Ο. Ελύτης, Το χρονικό μιας δεκαετίας, «Ανοιχτά Χαρτιά», εκδ. Ίκαρος (απόσπασμα)

https://lambrinim.wordpress.com

/to23ogramma.wordpress.com

Ποίηση

Γιατί; Γιατί έτσι.

Σκέψεις μου΄ρχονται πάλι….Κάθε βράδυ μου κάνουν το μυαλό ρημαδιό. Κοιτάζω στο παράθυρο, μάτια στον ουρανό, προσπαθώ να ηρεμήσω από την ένταση της ημέρας. Η στιγμή είναι για μένα, δική μου, λέω….

Μα αυτή η ψυχή τόσο ανήσυχη, γεμάτη σιωπή!

Τα Τελευταία λόγια του, χτυπήματα στη καρδιά μου..

Γιατί;;

Γιατί να πάρει η ευχή τώρα;

Γιατί; Γιατί έτσι...

Βολεμένη στην υπέροχη καθημερινότητά μου δεν κατάλαβα και πολλά από αυτά που είπες, λόγια περιττά, πίστευα.

Οχυρωμένη για τα καλά στην παθητικότητά μου προχωρούσα μπροστά σαν να μην καταλάβαινα τι γινόταν, και εμείς χωρίζαμε.

Μικρό μου παράπονο, νύχτωσε, θα ΄ρθεις; Έλα, πασπάλισέ με Αγάπη, και κάνε με αγνώριστη ξανά, έτσι να αναστηθώ...

Όχι!.... Είπε!

Γιατί;

Γιατί; Γιατί έτσι.

Έχει απόψε φεγγάρι, θα το απολαύσουμε παρέα;

Που να το πω, ότι έφυγες, Έλα, πασπάλισέ με έρωτα..

Πως να πιστέψω ότι έφυγες στο φως του φεγγαριού;

Απόψε έχει φεγγάρι καλέ μου…μη φεύγεις..Θυμάσαι τι λέγαμε;

Μουδιάζει το κορμί μου, ατέλειωτα παραμύθια, στιχάκια που μου λέγες…..

Θα΄ρθεις; Γιατί λείπεις πάλι;

Γιατί; Γιατί έτσι...

Έρχεσαι και φεύγεις…Σκέψεις και μυαλό ρημαδιό περιμένοντας εσένα ξανά και ξανά, σαν το καράβι που ψάχνει το λιμάνι που ΄χασε..

Οδύνη και προσευχή στην ύπαρξή σου!

Καημός στη σειρά…..Απόψε κάποιος χάνεται…

Ανήσυχη ψυχή είπε κάποιος!

Και εγώ έκλαψα, αλλά δε λύγισα, και εσύ  έκλαψες αλλά δεν, λύγισες..

Γιατί;

Γιατί; Γιατί έτσι....Εγώ και Εσύ!

Όχι, είπα!

Δεν αγαπούν αυτοί..Δεν Αγαπάς εσύ, ναυλώνω το τίποτα!

 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/index.php

Ποίηση

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ’μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ’ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ’ αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Τα Γυάλινα Γιάννενα, που επανακυκλοφορεί σε έβδομη έκδοση, είναι το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Μιχάλη Γκανά (Ακάθιστος Δείπνος 1978, Μαύρα Λιθάρια 1980) και το χωρίζει μια δεκαετία σχεδόν από το προηγούμενο. Το 1981 κυκλοφόρησε το πεζογράφημα Μητριά Πατρίδα.

Στα Γυάλινα Γιάννενα ο ποιητής, χωρίς να μετατοπίζεται θεματικά από την προηγούμενη δουλειά του, επιδιώκει μια εκφραστική απλότητα τόσο αβίαστη και φυσική, ώστε ο λόγος να είναι εξίσου «απαρατήρητος» και δραστικός με την αναπνοή.Τα Γυάλινα Γιάννενα, που επανακυκλοφορεί σε έβδομη έκδοση, είναι το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Μιχάλη Γκανά (Ακάθιστος Δείπνος 1978, Μαύρα Λιθάρια 1980) και το χωρίζει μια δεκαετία σχεδόν από το προηγούμενο.

Το 1981 κυκλοφόρησε το πεζογράφημα Μητριά Πατρίδα. Στα Γυάλινα Γιάννενα ο ποιητής, χωρίς να μετατοπίζεται θεματικά από την προηγούμενη δουλειά του, επιδιώκει μια εκφραστική απλότητα τόσο αβίαστη και φυσική, ώστε ο λόγος να είναι εξίσου «απαρατήρητος» και δραστικός με την αναπνοή.

 Μιχάλης Γκανάς - Γυάλινα Γιάννενα, εκδόσεις Μελάνι |

Ποίηση

Για σένα που φεύγεις
για σένα που πονάς
για σένα που μεγάλωσες
στους δρόμους και στις διαδρομές της νύχτας μου
για σένα που σκαρφαλώνεις στον ουρανό δειλά
για σένα που δεν φαίνεσαι, αλλά σε ψάχνω
για σένα που δεν έρχεσαι πια στη προσευχή μου
για σένα που χάνεσαι στη καταιγίδα σαν άγρια κύμα με θόρυβο τρομαχτικό
για σένα που γίνεσαι μόνο σκιά τολμηρή στο καθρέφτη μου με κάτασπρα φτερά
για σένα που ζεις μόνο, που ζεις μα δεν είσαι τα φεγγάρια μου τα φωτεινά
για σένα που δεν περίμενες άλλο
για σένα που ερωτεύεσαι τον θάνατο σιγά σιγά
για σένα που ψάχνεις τα σκοτάδια να φωτίσεις τους δρόμους σου, θε μου μη ξημερώνεις..
για το άδικο που κουβαλάς
για σένα που τρέχεις στον αφρό του ονείρου
για σένα που ξεκουράζεσαι στη γραμμή του μπλε του Παραδείσου και της κόλασης
για σένα που δεν χωράς στη φορεμένη μου σκέψη πια...
για σένα που δεν είσαι ίδια με κείνους τους δήθεν αθώους, ή κακούς,,
για σένα που δε ξεχνώ, μα την αλήθεια δε γίνεται
για σένα που μπερδεύεσαι, ανάσα με φόβο του τίποτα
το χάραμα πριν το φως..μες στα λευκά
για σένα που είσαι ζωή μου θα κάνω την αγάπη μας παντοτινή, θα δεις!
για σένα που είσαι ΕΓΩ μα φεύγεις με Διπλές Εισπνοές, Απώλειες Ακριβές,  είσαι ολόκληρη η ομορφιά του κόσμου...και σε πεθύμησα κιόλας μίλα μου, Ανάγκη μου!

Γράφει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/index.php

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή