Μια σκοτεινή και δυνατή παράσταση που δοκιμάζει τον θεατή.
Βγαίνοντας κανείς από την παράσταση Frozen που φιλοξενείται στο Από Μηχανής Θέατρο, το μόνο σίγουρο είναι πως χρειάζεται λίγο χρόνο για να χωνέψει αυτά που είδε στη σκηνή. Και αυτό γιατί το έργο της Βρετανίδας Bryony Lavery που σκηνοθετεί ο Σωτήρης Χατζάκης σε μετάφραση Αννίτας Δεκαβάλλα είναι μια ιστορία δύσκολη, σκοτεινή και πολλές φορές άβολη για τον θεατή.

Γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του '90, το βραβευμένο και πολυσυζητημένο Frozen μάς μεταφέρει την ιστορία ενός παιδόφιλου και κατά συρροή δολοφόνου, του Ραλφ (Σωτήρης Χατζάκης). Στον πυρήνα της ιστορίας τίθεται η εξαφάνιση της 10χρονης Ρόνα, η υπόθεση της οποίας θα διαλευκανθεί χρόνια αργότερα όταν συλλαμβάνεται ο Ραλφ για τους φόνους και την κακοποίηση κοριτσιών- ανάμεσά τους και η Ρόνα.

Η δολοφονία της Ρόνα γίνεται η αφορμή να διασταυρωθούν οι πορείες και τα τραύματα τριών διαφορετικών ανθρώπων, του δολοφόνου της, της μητέρας της, Νάνσυ (Έφη Μουρίκη), η οποία καταρρακώνεται από τον χαμό του παιδιού της και εγκλωβίζεται στον πάγο όπου βασιλεύει ο πόνος, και της ψυχιάτρου Αγκνέτα (Δέσποινα Κούρτη), η οποία προσπαθεί να εξηγήσει τις αποτρόπαιες πράξεις του Ραλφ κατανοώντας τον ψυχισμό του.

Κι εδώ ξεκινάει η μεγάλη πρόκληση: να προσπαθήσεις να δείξεις κατανόηση στο τρομερό, το αποτρόπαιο, το ασυγχώρητο. Η Lavery επιλέγει ίσως την πιο δύσκολη και κοινωνικά κατακριτέα περίπτωση, ενός παιδόφιλου και serial killer, προκαλώντας με διαφορετικό τρόπο τους ηθοποιούς και το κοινό. Αξίζει εδώ μάλιστα να σημειωθεί πως το κοινό ήταν ιδιαίτερα εκφραστικό κατά τη διάρκεια της παράστασης, γεγονός ενδεικτικό της δύσκολης εμπειρίας στην οποία σε σπρώχνει το έργο.

Η σκηνή του Χατζάκη χωρίζεται σε δύο μέρη με διαχωριστική γραμμή τρεις μεγάλες μεταλλικές πόρτες που μοιάζουν με κελιά. Πίσω τους δεν βλέπουμε, ο χώρος όμως λειτουργεί συμβολικά και πρακτικά, με τους ηθοποιούς να μπαίνουν για να κρυφτούν όταν η παρουσία τους δεν χρειάζεται στη σκηνή. Το μπροστά μέρος «παγωμένο», μουντής αισθητικής με background τις ψυχρές μεταλλικές πόρτες, ρευστό και «δίχως λογική» (δεν παραπέμπει σε κάποιο τύπο δωματίου), σκοτεινό, μινιμαλιστικά διακοσμημένο με μεταλλικά έπιπλα και κάποια σκόρπια αντικείμενα που χρησιμεύουν στην πορεία του έργου (Σκηνικά- Κοστούμια: Έρση Δρίνη).

Ακολουθώντας τη δομή της Lavery, ο σκηνοθέτης βάζει τους τρεις ήρωες να υπάρχουν αρχικά στη σκηνή μόνο μέσα από μονολόγους, εναλλάσσοντας τους ήρωες και τις οπτικές τους γωνίες εκεί. Η εναλλαγή αυτή, ειδικά στην αρχή, γίνεται με κινηματογραφικό τρόπο κάνοντας χρήση της μουσικής (Μουσική Επιμέλεια: Σωτήρης Χατζάκης) και των φωτισμών που καταλήγουν συχνά σε fade out (Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη). Σταδιακά όμως και όσο προχωράει η εξέλιξη οι ήρωες αρχίζουν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, αλλά πάντα ανά δύο- κι ας βρίσκονται και οι τρεις πάνω στη σκηνή. Οι μονόλογοι έτσι διαφωτίζουν το κοινό για τους χαρακτήρες και τα γεγονότα, γεμίζουν τη σκηνή με πρόσωπα και συναισθήματα και κυρίως προσφέρουν στον θεατή τέτοια ένταση ανάλογη με αυτήν που βιώνεται στα βιβλία.

Η αλληλεπίδραση από την άλλη μεταξύ των προσώπων αναλαμβάνει να διερευνήσει τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν στο έργο, όπως το τι ευθύνεται για τη συμπεριφορά ενός κατά συρροή δολοφόνου, το αν η κατανόηση σημαίνει και συγχώρεση ή το κατά πόσο μια μάνα μπορεί να συγχωρέσει τον δολοφόνο του παιδιού της. Θέματα δύσκολα που στο κέντρο τους έχουν την ανθρώπινη οδύνη στην οποία ο Χατζάκης επιλέγει να δείξει σεβασμό, αποφεύγοντας τις ακρότητες, εκμεταλλευόμενος τους ήρωές του, χρησιμοποιώντας τον χώρο έξυπνα και την υπερβολή με σύνεση. Το μόνο ενδεχομένως αρνητικό στοιχείο είναι η διάρκεια, μιας και, παρά το διάλειμμα, ο θεατής για 2 ώρες δοκιμάζει τις αντοχές του σε κάτι εξαιρετικά άβολο και ανοικείο.

Τον ίδιο σεβασμό που δείχνει ο Χατζάκης ως σκηνοθέτης υιοθετεί και ως Ραλφ φέρνοντάς μας στη σκηνή ένα άνθρωπο διαταραγμένο, με ασταθή συμπεριφορά και λόγο (αποσπασματική ομιλία και βωμολοχίες), αποστεωμένο από το συναίσθημα που λυπάται μόνο γιατί δεν είναι νόμιμο το να σκοτώνεις μικρά κορίτσια. Η Έφη Μουρίκη από την άλλη αποτελεί την προσωποποίηση της οδύνης, του πόνου και της απώλειας και χρησιμοποιεί «εύγλωττα» τα χέρια και τα μάτια της για να εκφράσει τον πόνο της. Στο πρόσωπό της βλέπεις την αποσύνθεση της προσωπικότητάς της, η οποία πλέον καθορίζεται μονάχα από την απώλεια της κόρης της.

Τέλος, χειριστής της δραματικής έντασης αναδεικνύεται η Δέσποινα Κούρτη η οποία φροντίζει να αποφορτίζει την κατάσταση σε καίρια σημεία, όχι τόσο γιατί διαθέτει τις «χαλαρές» ατάκες αλλά γιατί έχει υποκριτικά τη δύναμη. Ως επιστήμονας επίσης φαίνεται να πιστεύει πραγματικά τη θεωρία της, ότι δηλαδή υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο έγκλημα που γίνεται από ηθική διαφθορά και σε εκείνο που συμβαίνει από παθολογία, στο αμάρτημα και στο σύμπτωμα, κι έτσι προσεγγίζει με κατανόηση τον Ραλφ προσκαλώντας μας κι εμάς να κάνουμε το ίδιο, να κατανοήσουμε το τρομερό.

ΙΩΑΝΝΑ ΒΑΡΔΑΛΑΧΑΚΗ / Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Info
Θέατρο Από Μηχανής, Ακαδήμου 13
Παρασκευή: 21:00,
Σάββατο: 21:00,
Κυριακή: 20:00
Tηλέφωνο: 2105232097
Προπώληση: Viva.gr