Κριτική: Είδαμε το «Masterclass» του Τέρενς ΜακΝάλι
Από την Ελένη Πετάση.
Αν και έχουν εκφραστεί πολλές αντιρρήσεις για το έργο του ΜακΝάλι που παρουσιάζει την Μαρία Κάλας στην πιο ευάλωτη περίοδο της ζωής της, ως μία μονομανή, εγωκεντρική και άκρως αντιπαθητική ντίβα, το κείμενό του εμπεριέχει τη σκοτεινιασμένη ψυχή της.

Είναι, εξάλλου, η εποχή που το ιερό τέρας της όπερας έχει χάσει τη φωνή του, έχει εγκαταλειφθεί από τον Ωνάση και, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με την ήττα του, διδάσκει στη περίφημη σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης (1971).

Η απρόσιτη τελειότητα της, η εμμονή στην κατανόηση του λιμπρέτου, έτσι ώστε να αποδοθεί η δραματική πλευρά του χαρακτήρα (η ίδια ήταν, ως γνωστόν, και σπουδαία ηθοποιός), οι συχνά έντονες απαιτήσεις της σίγουρα δημιουργούν ένα πεδίο παρανόησης.

Ο Τέρενς ΜακΝάλι υπερβάλλει, φλερτάρει με τον μελοδραματισμό, απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό. Και πάνω απ' όλα στοιχειοθετεί μια δική του μυθοπλασία με μη εξακριβωμένα στοιχεία που, ωστόσο, «δικαιολογεί» την ωμότητά της καθώς κάθε τόσο η ηρωίδα ανατρέχει σε - αληθινές - τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος.

«Όταν τραγουδάω δεν είμαι χοντρή, δεν είμαι άσχημη, δεν είμαι η γυναίκα ενός γέρου», λέει για την αρχή της καριέρας της όταν ήταν σύζυγος του Μενεγκίνι ή «Όλα αυτά τα χρόνια που τραγουδούσα, κάνοντας τέλεια τη φωνή μου για να μπορεί να εκφράσει ό,τι αισθανόμουν, ήταν για σένα....έναν άνθρωπο που δεν του αρέσει καν η όπερα», καυτηριάζει με τον τρόπο της τον Άρη Ωνάση.

Αυτόν τον άνθρωπο που ερωτεύτηκε παράφορα και που την ώθησε να κάνει έκτρωση ενώ στη συνέχεια, πριν την εγκαταλείψει για την Τζάκι Κένεντι, την απομάκρυνε από το τραγούδι.

Η Μαρία Ναυπλιώτου, ντυμένη κομψά και πάνω σε ψηλοτάκουνες γόβες (ενδυματολογική επιμέλεια Βασίλη Ζούλια), όχι μόνο μοιάζει στην Μαρία Κάλας αλλά όταν αφηγείται τις υπαρξιακές αγωνίες της μεταμορφώνεται σε μια τσακισμένη γυναίκα που βαθαίνοντας τη φωνή της, φτάνει στις ρίζες της ύπαρξης της. Ωστόσο, όταν εκπαιδεύει τους νέους σπουδαστές, υψώνει συχνά τους τόνους πέραν του δέοντος.

Γενικά, όμως, η ερμηνεία της ακτινοβολεί δύναμη, υπόγειο χιούμορ, ακόμα και «συγκίνηση» τις εξομολογητικές της στιγμές, καθώς παράλληλα ακούγονται οι εξαίρετες άριες των Μπελίνι, Βέρντι, Πουτσίνι που τραγουδούν θαυμάσια οι τρεις ηθοποιοί/μαθητές της.

Με αυτήν την παρέκκλιση προς τις οδηγίες του συγγραφέα ( εκείνος ήθελε να ακούγεται η φωνή της Κάλας) ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, στην εύστοχη μετάφραση του Στρατή Πασχάλη δημιουργεί μια καλής ποιότητας ψυχαγωγική παράσταση. Άστοχη είναι μόνο η σκηνή της δεύτερης σοπράνο/σπουδάστριας που παρουσιάζεται ως σπαστική προσωπικότητα επιδιώκοντας να εκμαιεύσει το γέλιο του κοινού. Γεγονός που ευτυχώς εξομαλύνεται όταν επανέρχεται στη σκηνή για να ερμηνεύσει την άρια «Σκοτεινή αρμονία» από την «Τόσκα» εκμαιεύοντας στην ηρωίδα μνήμες από τον θρίαμβο της στη Σκάλα του Μιλάνου ή τη σχέση της με τον Βισκόντι που την είχε αποκαλέσει σπουδαία ηθοποιό. Δίπλα της, ο πάντα συνεπής Πέτρος Μπούρας στον ρόλο του πιανίστα Μάνι που επιμελήθηκε και τη μουσική της παράστασης)

Μόνο στο τέλος η αίθουσα πλημμυρίζει από την ηχογραφημένη μοναδική φωνή της αξεπέραστης ντίβας διαπερνώντας την ψυχή μας.

Ελένη Πετάση - Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.