Ο Φάμπιαν έκοψε ένα κλαδάκι που εξείχε από κάποιον φράχτη. "Φοβάμαι πως ακολουθεί η ηλιθιότητα", απάντησε.

"Στην πόλη μου, η ηλιθιότητα έχει έρθει προ πολλού", είπε το κορίτσι. "Τι μπορούμε να κάνουμε, όμως;"

"Τούτη η τεράστια πόλη, που είναι χτισμένη από πέτρα, δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου, με το πέρασμα του χρόνου. Κι αν πεις για τους κατοίκους της, έχουν αποτρελαθεί καιρό τώρα. Ανατολικά βασιλεύει το έγκλημα, δυτικά η διαστροφή, βόρεια η φτώχεια, στο κέντρο η απάτη, και σε όλα τα σημεία του ορίζοντα απλώνεται η παρακμή".

"Και μετά την παρακμή τι ακολουθεί;"

Ο Φάμπιαν έκοψε ένα κλαδάκι που εξείχε από κάποιον φράχτη. "Φοβάμαι πως ακολουθεί η ηλιθιότητα", απάντησε.

"Στην πόλη μου, η ηλιθιότητα έχει έρθει προ πολλού", είπε το κορίτσι. "Τι μπορούμε να κάνουμε, όμως;"

"Όποιος είναι αισιόδοξος θα πέσει σε απελπισία. Εγώ, που είμαι μελαγχολικός τύπος, δεν θα πάθω τίποτα. [...] Παρακολουθώ και περιμένω. Περιμένω να νικήσει η αξιοπρέπεια. Όταν συμβεί αυτό, τότε θα μπορέσω κι εγώ να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στην ανθρωπότητα. Προς το παρόν όμως περιμένω, όπως ο άθεος το θαύμα. Αγαπητή μου δεσποινίς, δεν σας γνωρίζω καλά. Παρ' όλα αυτά, ή μάλλον ακριβώς γι' αυτό, θα ήθελα να σας εμπιστευθώ μια δοκιμασμένη υπόθεση εργασίας, που θα σας βοηθήσει στις συναναστροφές σας. Πρόκειται για μια θεωρία -δεν έχει σημασία αν είναι σωστή ή όχι- που έχει εξαιρετικά αποτελέσματα, όταν την εφαρμόζει κανείς".

"Και ποια είναι αυτή η υπόθεση εργασίας;"

"Θεωρήστε ότι όλοι οι άνθρωποι, εκτός από τα παιδιά και τους γέρους, είναι, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, τρελοί! Εφαρμόστε το και, πολύ σύντομα, θα διαπιστώσετε πόσο χρήσιμη είναι η αυμβουλή μου".

"Να ξεκινήσω από εσάς;" ρώτησε εκείνη.

"Οπωσδήποτε", είπε ο Φάμπιαν.

Όταν,το 1931,κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το μυθιστόρημα "Φάμπιαν"του Έριχ Κέστνερ,η εθνικο-σοσιαλιστική εφημερίδα Volkischer Beobachter έσπευσε να το χαρακτηρίσει "εκδοτικό σκουπίδι ".Ο κριτικός που υπέγραφε το κείμενο ήταν,φυσικά,ανώνυμος και ο χαρακτηρισμός αποτέλεσε, και αποτελεί μέχρι σήμερα,τίτλο τιμής.Άλλωστε, λίγους μόλις μήνες αργότερα,το βιβλίο είχε πουλήσει πάνω από 30.000 αντίτυπα,σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Κι όμως,το αριστούργημα του Κέστνερ δεν ευτύχησε να παρουσιαστεί στους αναγνώστες, όπως ακριβώς το έγραψε και το παρέδωσε ο ίδιος ο δημιουργός του.Ο επιμελητής και ο εκδότης προχώρησαν σε μια σειρά αλλαγών.Κι ένα ολόκληρο κεφάλαιο λογοκρίθηκε.Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες,για να κυκλοφορήσει το βιβλίο για πρώτη φορά πλήρες και χωρίς περικοπές. Η ανά χείρας έκδοση περιλαμβάνει την αρχική μορφή και τον αρχικό τίτλο του μυθιστορήματος,ενώ στο Παράρτημα οι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν λεπτομερώς την περιπέτεια του βιβλίου.
Ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία του Γιάκομπ Φάμπιαν,άνεργου διδάκτορα της φιλολογίας, ο οποίος, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, εξερευνά τον βερολινέζικο κόσμο της νύχτας. Γύρω του ακμάζουν τα πορνεία, τα ατελιέ των καλλιτεχνών και τα παράνομα καμπαρέ, η ανεργία μαστίζει την κοινωνία,ο πληθωρισμός καλπάζει,οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις καταλήγουν σε βίαιες συγκρούσεις. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης καταρρέει,η πόλη βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι κάτοικοί της ζουν, ερωτεύονται,πολιτικοποιούνται σαν να μην υπάρχει αύριο,βιώνουν την πνευματική τους παρακμή και βυθίζονται στο αλκοόλ και στις καταχρήσεις, γνωρίζοντας πολύ καλά πως το μέλλον δεν υπόσχεται τίποτα.Και,μέσα στη γενικευμένη ανηθικότητα, ο ήρωας του έργου παλεύει να επιβιώσει, παραμένοντας ένας ηθικός άνθρωπος.
Ο Κέστνερ,ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς συγγραφείς,με εντυπωσιακή γλωσσική μαεστρία, προσφέρει στους αναγνώστες ένα εξαιρετικά απολαυστικό μυθιστόρημα και ταυτόχρονα προφητική μαρτυρία για την Ευρώπη του Μεσοπολέμου και την εποχή πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.

"Der Gang vor die Hunde",
η πρώτη γραφή του Φάμπιαν

Στην ελληνική έκδοση περιλαμβάνεται,όπως είπα ήδη πιο πάνω,και το επίμετρο του Sven Hanuschek επιμελητή της γερμανόγλωσσης (2013),στο οποίο γίνεται πλήρης παρουσίαση,κριτική προσέγγιση και ανάλυση του μυθιστορήματος που τοποθετείται και πολύ σωστά,πιστεύω,πρώτα στο ιστορικό/πολιτικό/κοινωνικό πλαίσιο της εποχής που γράφτηκε και μετά και στις θυελλώδεις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Ο Hanuschek φωτίζει το έργο εξαιρετικά και δίνει στον σημερινό αναγνώστη πολλά κλειδιά για να καταλάβει καλύτερα το φαινομενικά απλό κείμενο του Κέστνερ μα που γίνεται σε δεύτερη,πιο προσεκτική ανάγνωση ή αν θέλετε μετά τα γελάκια από τα ευτράπελα της αρχής -πριν σφίξουν οι καταστάσεις δηλαδή στο παραλυμένο και τραγικό από μια άποψη Βερολίνο του μεσοπολέμου-,ένα μελαγχολικό και σκοτεινό κείμενο,στιγματισμένο από την ασχήμια, την τρέλα και τη νοσηρότητα μιας κοινωνίας σε κατάρρευση,γραμμένο όμως με σαρκαστική διάθεση, πικρία,προβληματισμό και μια θλίψη σχεδόν ηρωική(μόνος εναντίον πολλών)για την κατάντια που σε ρίχνει και σένα,τον αναγνώστη, σε απόγνωση για το δικό σου εδώ και τώρα στην εκφασισμένη -ξανά,αν είναι δυνατόν-, Ευρώπη.

Και πώς αλλιώς να πω και κάτι άλλο που θέλω δίχως να φανεί κλισέ,κούφιος μελοδραματισμός.Πώς να πω πόσο μοιάζει με τη σημερινή παρακμή αυτό που διαβάζει κι ο πιο επιφανειακός αναγνώστης πίσω από τη γελοιότητα,την παθητικότητα,την ηττοπάθεια,την απελπισία των καταστάσεων του κόσμου του Φάμπιαν,ενός όμορφου στη ψυχή ανθρώπου που δεν επιθυμεί το πλήθος γύρω του να στραφεί στον ασκητισμό και να κλειστεί σε σκήτες και μοναστικά κελλιά για να σωθεί βολικά από τους δαίμονές του μα οραματίζεται ένα πιο φωτεινό αύριο στο οποίο η κοινωνία συλλογικά θα τινάξει από πάνω της την αισθητική και ηθική ρυπαρότητα και θα βαδίζει με περισσότερη συμπόνια και αρετή,στη Γερμανία και παντού.
Ο Κέστνερ βλέπει ότι έρχεται κι άλλη συμφορά,αναπνέει ήδη το δηλητήριο των ζοφερών ζυμώσεων, διακρίνει το μίσος που νιώθουν οι συμπατριώτες του από την ήττα στον πόλεμο μέσα στη φρενήρη τους καθημερινότητα, βλέπει πώς το εκτονώνουν πρόσκαιρα σαν να μην υπάρχει αύριο και διακρίνει το θηρίο στις πράξεις τους ακόμα κι αν αυτές μοιάζουν ή και καμώνονται πως είναι μια διεκδίκηση ελευθερίας,καλλιτεχνικής και μη.Δεν είναι·είναι κατήφορος,είναι μια άνευ ορίων αγοραπωλησία,μια ατέρμονη σπατάλη ξεζουμισμένων κορμιών και στραγγισμένων πνευμάτων, είναι πλιάτσικο· είναι οτιδήποτε μπορεί να φέρει ψήγματα ευχαρίστησης κι ας είναι φως φανάρι ότι αυτή η ευχαρίστηση είναι της στιγμής,πλαστή,χυδαία,εφήμερη,επικίνδυνη γιατί μαζικοποιείται εσκεμμένα.
Ο Κέστνερ μέσω του Φάμπιαν οσμίζεται πού θα εκτονώσει η μάζα την απελπισία της,πού θα στρέψει το αυξανόμενο μίσος της.Και θα επιβεβαιωθεί δραματικά λίγα χρόνια μετά.Το τέλος του ηθικού και ειρηνιστή και μαζί ελεύθερου πνευματικά Φάμπιαν δεν θα μπορούσε παρά να είναι αυτό ακριβώς που του δίνει.

Μου έκανε εντύπωση -και θα κλείσω όλες αυτές τις σκέψεις που μου προκάλεσε το θαυμάσιο βιβλίο γιατί δεν έχουν τελειωμό και αυτό είναι βέβαια η κύρια αξία του-, ότι το 1931 εξαντλήθηκε μέσα σε μια μόλις εβδομάδα,τυπώθηκαν κι άλλα κι ύστερα κι άλλα αντίτυπα και εν ολίγοις ως το 1932 είχε γίνει μπεστ σέλλερ της εποχής και είχε αρχίσει κιόλας να μεταφράζεται και σε άλλες γλώσσες.Το 1933 η επικράτηση των χιτλερικών-με εκλογές παρακαλώ-, ήταν απόλυτη και το 1939 η λεηλασία και η αρπαγή γινόταν το καθημερινό σκηνικό ζόφου και θανάτου σε όλη την Ευρώπη. Πού διάολο ήταν, τι απέγιναν όλοι αυτοί που διάβασαν και συζήτησαν φαντάζομαι στα περιβάλλοντά τους το βιβλίο του Κέστνερ μόλις λίγα χρόνια πριν;Γιατί βούλιαξε στην αναισθησία ο γερμανικός λαός, λούφαξε ή συμμετείχε και άφησε το τέρας να διαλύσει εκ νέου τα πάντα;Γιατί το υπηρέτησε;
Μα και πόσο λανθασμένη ήταν η συνθήκη των Βερσαλλιών;Ποιο το μερίδιο έμμεσης ευθύνης,αν υπήρξε,της Γαλλίας στην άνοδο του Χίτλερ,της αποικιοκρατικής Γαλλίας των ανώτερων τάξεων των εθισμένων στο ξεζούμισμα των αδύναμων του δικού τους μα και των άλλων λαών που πίεσε τους υπόλοιπους νικητές,κι έγινε μ΄αυτούς τους άκρως ταπεινωτικούς όρους η λήξη του Α΄Π.Π. ;

Από την άλλη σκέφτομαι και το πιο διαχρονικό,το πώς μπορεί ένα μυθιστόρημα,και στο χτες και στο σήμερα,όσο βαθιά,όπως ετούτο,πολιτικό κι αν είναι,να σμιλέψει ξεκάθαρες και σθεναρές αντιστάσεις απέναντι στο Κακό,αν η αστική Δημοκρατία ήδη μπάζει από παντού;Αν είναι παραδομένη αμαχητί στην τρέχουσα ανά εποχή ηθική παραλυσία που βαφτίζεται επιλογή και ελεύθερη βούληση και άλλα τέτοια ηχηρά;Και πώς να ορίσουμε -και ποιοι-μια τέτοια παγκόσμια Ηθική που να είναι ο φύλακας άγγελoς του είδους μας κι όχι ο δήμιός του;
Μπορεί ο Ντέμπλιν,που το αριστούργημά του "Βερολίνο Αλεξάντερπλατς" δεν έφευγε στιγμή από το μυαλό μου όσο διάβαζα τον Κέστνερ,ο Κάφκα,o Μούζιλ,ο Ντίκενς,φυσικά οι συγκλονιστικοί Ρώσοι συγγραφείς,μα και αρκετοί,ευτυχώς,σημερινοί λογοτέχνες,ουμανιστές και προοδευτικοί διανοητές, μπορούν αυτοί, μπορεί η Λογοτεχνία τους να προτείνει δρόμους αφύπνισης;
Μπορεί να βάζει ψηφίδες ομορφιάς και ανθρωπιάς στον κόσμο ,χνάρια για ένα δίχως στοιχειά και τελώνια μονοπάτι προς την κορυφή;
Ίσως ο Κέστνερ και πάλι να μου δίνει την απάντηση αν στη θέση των λέξεών του που διαβάζω, αφού σκεφτώ αλλιώς,και δω πίσω απ΄αυτές,γκρεμίσω το ταμπλό βιβάν σαν να είμαι ένας μοναχικός αλλά όχι μόνος Φάμπιαν στον 21ο αιώνα με κουρασμένα από την ασχήμια μάτια και αποκαμωμένη από την περιρρέουσα ανηθικότητα ψυχή και συνειδητοποιήσω τις φοβερές αλήθειες.
Και έτσι, ίσως, πάψει η θλίψη μου/μας να είναι αναίσθητη και ο πόνος μου/μας κρύος.(Τι φράση, Θεέ μου,ολόκληρο δοκίμιο συμπυκνωμένο σε εννέα λέξεις).

Ο Φάμπιαν κοίταξε για μια ακόμα φορά τον νεκρό του φίλο.Έπειτα βγήκε από το δωμάτιο για να τους αφήσει μόνους.
Παραήταν κουρασμένος για να κοιμηθεί και παραήταν κουρασμένος για να ανταποκριθεί στο πένθος που απαιτούσε η ημέρα.Ο πωλητής πλεκτών στη Μύλερστράσε κρατούσε το πονεμένο του μάγουλο. Χέτσερ δεν τον έλεγαν;Η γυναίκα του καθόταν ανικανοποίητη στο κρεβάτι.Η Κορνέλια ήταν για δεύτερη μέρα μαζί με τον Μάκαρτ.Ο Φάμπιαν έβλεπε τα γεγονότα να προβάλλονται σαν ταμπλό βιβάν,χωρίς τρίτη διάσταση,κάπου αλλού μακριά στον ορίζοντα της μνήμης του.Εκείνη τη στιγμή, ακόμα και το γεγονός ότι ο Λαμπούντε κειτόταν νεκρός σε μια βίλα στο Γκρούνεβαλντ τον απασχολούσε μονάχα ως σκέψη.
Ο πόνος του είχε καεί σαν σπίρτο και είχε σβήσει.Θυμήθηκε ότι πάθαινε το ίδιο όταν ήταν παιδί:αν έκλαιγε πολλή ώρα για κάποιο πρόβλημα που του φαινόταν τεράστιο κι αξεπέραστο το ρεζερβουάρ που τον εφοδίαζε με πόνο άδειαζε.Τα συναισθήματα ψυχορραγούσαν,όπως όταν παθαίνει κανείς καρδιακή προσβολή και νιώθει να γλυστράει η ζωή μέσα απ΄τα χέρια του.Η θλίψη του ήταν αναίσθητη,ο πόνος του κρύος.

(σελ.214)

Έριχ Κέστνερ - Στο χείλος της αβύσσου 

μτφρ.: Άντζυ Σαλταμπάση

εκδόσεις Πόλις