Μολονότι το μυθιστόρημά μου, ΜΟΙΡΟΛΟΪ, φέρει ελληνικό τίτλο, και μολονότι η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα ορεινό χωριό κάποιου νησιού, δεν πρόκειται για ελληνικό βιβλίο. Είναι μια επινοημένη ιστορία με θέμα τον κοινωνικό αποκλεισμό. Είναι η ιστορία ενός έκθετου παιδιού που αγωνίζεται για αναγνώριση. Είναι η ιστορία μιας νέας γυναίκας που κατακτά την αυτεξουσιότητα, που παίρνει τη ζωή της στα χέρια της και εξεγείρεται κατά των πατριαρχικών δομών.

Η ιστορία που αποτυπώνεται στο βιβλίο, η θρησκεία που περιγράφεται σε αυτό, οι άνθρωποι και οι νόμοι τους είναι δική μου επινόηση. Ωστόσο, η έμπνευση για το ΜΟΙΡΟΛΟΪ με κατέκλυσε παντελώς απροσδόκητα στην Ελλάδα. Χρωστώ πάρα πολλά στους ανθρώπους που με συνόδευαν, βοηθώντας με να φτάσω τη δουλειά μου λίγο παραπέρα, χρωστώ πάρα πολλά στην ελληνική κουλτούρα, στην εγκαρδιότητα και τη δεκτικότητα των ανθρώπων που είχα το προνόμιο να γνωρίσω. Και είμαι ευγνώμων για όλες εκείνες τις ιστορίες που οι άνθρωποι μοιράστηκαν μαζί μου, ιστορίες που πολλά στοιχεία τους εντάχθηκαν στο μυθιστόρημα. Πιθανόν πάρα πολλά.

Πώς ξεκίνησαν όλα: Το πρώτο μου βιβλίο είχε πια κυκλοφορήσει, ήμουν σε παρατεταμένη περιοδεία ανάγνωσης και πολύ εξαντλημένη, στην πραγματικότητα είχα φτάσει κυριολεκτικά στα όριά μου. Για τον λόγο αυτό, η ατζέντης μου μου είχε απαγορεύσει τη συγγραφή, παρότι ο εκδοτικός οίκος με τον οποίο συνεργάζομαι περίμενε ήδη αγωνιωδώς το επόμενο βιβλίο μου, ένα μυθιστόρημα την πλοκή του οποίου σκεφτόμουν να τοποθετήσω σε μια γερμανική μεγαλούπολη… Για να μπορέσω να ξεκουραστώ, ταξίδεψα με τον φίλο μου στην Ελλάδα. Ο πατέρας του φίλου μου είναι Έλληνας, και γι’ αυτό πηγαίνουμε κάθε χρόνο στην Ελλάδα, μα τούτη τη φορά θέλαμε να δούμε κάτι καινούργιο, να μη μείνουμε, όπως τόσες και τόσες φορές, στο σπίτι της οικογένειας στην Πελοπόννησο, κι έτσι το Πάσχα πήγαμε στην Αμοργό. Και αυτό ήταν: τον ερωτεύτηκα αμέσως αυτόν τον θαυμάσιο τόπο.

Έπειτα από μια δυο μέρες βρήκα τυχαία, σ’ έναν όρμο, το τέλειο μέρος για ν’ αφοσιωθεί κανείς στο γράψιμο, μια ταβέρνα: άδεια από κόσμο, με θέα τη θάλασσα… Παρήγγειλα έναν ελληνικό καφέ και σκέφτηκα: Χμ! Αν η ατζέντης μου δε μου είχε απαγορεύσει να γράφω, εδώ θα ήταν το ιδανικό μέρος για να δουλέψω. Ο Θανάσης έφερε ρακή, το κασετόφωνο έπαιζε ρεμπέτικα. Πήγαινα λοιπόν κάθε μέρα τις ώρες της μεσημεριανής κάψας, καθόμουν εκεί, αγνάντευα τη θάλασσα, σκεφτόμουν ότι απαγορευόταν να γράψω, και τα απογεύματα έπαιρνα τα βουνά.

Την πέμπτη ημέρα πήρα μαζί μου στην ταβέρνα το καταταλαιπωρημένο μου λάπτοπ, που η μπαταρία του επαρκούσε πια μόνο για δύο ώρες, το άνοιξα και άρχισα να γράφω «κρυφά» το πρώτο μου μυθιστόρημα: Εκείνη την ιστορία που διαδραματιζόταν σε μια γερμανική μεγαλούπολη, όπως προανέφερα. Τι βαρετό… Και, τι να πω, σχεδόν έσπαγα τα δάχτυλά μου στο πληκτρολόγιο, τόσο αργά και κοπιαστικά προχωρούσε το πράγμα.

Σ’ ένα φανταστικό νησί κάπου στις ελληνικές θάλασσες, υπάρχει ένα μοναδικό χωριό. Το όνομά του; Όμορφο Χωριό. Είναι όντως τόσο όμορφο;
Το χωριό δε διαθέτει ηλεκτρικό ρεύμα, δεν έχει καταστήματα, πέρα από έναν φούρνο, ένα σιδεράδικο, έναν μύλο κι ένα καπηλειό. Ό,τι παράγει μοιράζεται από τους Πρεσβύτερους εξίσου σε κάθε οικογένεια, και οι χωριανοί ανταλλάσσουν μεταξύ τους προϊόντα και υπηρεσίες. Οι άντρες αποφασίζουν για όλα σαν ανώτερα όντα, ενώ οι γυναίκες δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα∙ καθήκον τους είναι να παντρευτούν όποιον τους επιβληθεί, να κάνουν παιδιά, να φροντίζουν τα χωράφια και το σπίτι.

Ύστερα από μια δυο μέρες άρχισα ξάφνου ν’ ακούω μια φωνή μες στ’ αυτί μου, την άκουγα μόλις άνοιγα το λάπτοπ. Και η φωνή αυτή δεν είχε καμία σχέση με αυτό που έγραφα, ανήκε σε μια παντελώς διαφορετική ιστορία, σε μια παντελώς διαφορετική φιγούρα, και δεν έλεγε να σωπάσει! Κάποια στιγμή αυτό έγινε τόσο εκνευριστικό, που σκέφτηκα: Δε βαριέσαι, σήμερα θα γράφω αυτά που λέει τούτη η φωνή, έτσι θα τα βγάλω από μέσα μου και θα μπορέσω να συνεχίσω με την ησυχία μου τη δουλειά μου.

Άρχισα: Πρώτη Στροφή (Ο δρόμος).

Ήμουν απ’ την αρχή τόσο άσχημη, που η μητέρα μου προτίμησε να μ’ αφήσει εδώ παρά να με κρατήσει.

Οι πρώτες αράδες στο ΜΟΙΡΟΛΟΪ!

Δεν έχω ιδέα από πού ήρθαν. Συνέχισα να γράφω, δε σταματούσα, κάποια στιγμή μού τέλειωσε η μπαταρία, αποθήκευσα το αρχείο βάζοντας απλώς έναν αστερίσκο αντί ονόματος, γιατί δεν ήξερα ακόμα τι ήταν αυτό ή τι έμελλε να γίνει και δεν είχα όνομα να του δώσω. Την επόμενη μέρα άνοιξα το αρχείο της προηγούμενης και συνέχισα να γράφω, ξανά ώσπου να τελειώσει η μπαταρία. Κι αυτό γινόταν κάθε μέρα, έτσι στα καλά καθούμενα. Ήμουν σαν σε μέθη. Όταν τέλειωνε η μπαταρία, άρχιζα να σκιτσάρω και να γράφω σε ένα σημειωματάριο. Είχα πολλές ερωτήσεις να κάνω στο κείμενο, σ’ εκείνον τον επινοημένο κόσμο, που δεν υπήρχε πουθενά κι όμως υπήρχε ακριβώς εκεί, ακριβώς σε εκείνο το νησί. Μόνο διαφορετικός. Πιο καθολικός κατά κάποιο τρόπο. Επινόησα μια θρησκεία, μια κοινωνία, ένα αξιακό σύστημα. Επινόησα ονόματα ζώων, οχιά η θεομπαίχτρα, ονόματα φυτών, πανβοτάνι, ένα ιερό βιβλίο με το όνομα Κοραβέλ.

Και οι μέρες περνούσαν, τα πρωινά έγραφα, τα μεσημέρια κολυμπούσα, τα απομεσήμερα έπαιρνα τα βουνά. Ρουφούσα τα πάντα μέσα μου.

Πλησίαζε η ημερομηνία αναχώρησης, κι εγώ έγραφα σαν μανιακή την ιστορία, στην οποία ωστόσο είχα δώσει στο μεταξύ τον τίτλο Το τραγούδι. Έπειτα από μερικές μέρες τον άλλαξα και τον έκανα Το χωριό, όμως και πάλι δεν ήμουν ικανοποιημένη. Συνολικά έμεινα σχεδόν εννέα εβδομάδες στην Αμοργό.

Με την επιστροφή στο Αμβούργο άρχισα να κάνω σκέψεις σχετικά με το κείμενο, για το τι κείμενο ήταν στ’ αλήθεια, τι ήθελα να το κάνω, ποια ήταν τα θέματά μου, ποια τα όριά μου, που με έκαναν ξανά και ξανά να αποτυγχάνω… Αποφάσισα ότι την επόμενη χρονιά θα ξαναπήγαινα στο νησί και θα έμενα ακόμα περισσότερο. Τούτη τη φορά ήθελα να μάθω πιο πολλά για τους ανθρώπους, για τη φύση, για τον ρυθμό της δουλειάς την εποχή που το νησί δεν είχε ακόμα ηλεκτρικό ρεύμα. Σκόπευα να επιστρέψω και να πάρω συνεντεύξεις. Το κείμενο δεν το ξανάγγιξα στη Γερμανία, το άφησα στην άκρη, ωστόσο κατά την έρευνά μου έπεσα πάνω στην έννοια Μοιρολόι και κατάλαβα αμέσως πως αυτός ήταν ο σωστός τίτλος. Ταίριαζε απόλυτα, αφού η ιστορία είχε ήδη πάρει τη μορφή στροφών, καθώς επρόκειτο για τραγούδι. Στο μεταξύ ήξερα επίσης ότι το κείμενο θα γινόταν μυθιστόρημα. Υπέβαλα αίτηση για μια ερευνητική υποτροφία, η οποία τελικά εγκρίθηκε, και τα χρήματα τα χρησιμοποίησα για το ταξίδι και για το κόστος των ενοικίων, καθώς και για την αμοιβή ενός διερμηνέα και μιας διερμηνέως, που τους χρειαζόμουν για τις συνεντεύξεις. Το επόμενο Πάσχα, ακριβώς έναν χρόνο αργότερα, βρέθηκα και πάλι στην Αμοργό, και ήμουν και πάλι μαγεμένη. Και όσο περισσότερα μάθαινα, τόσο μεγάλωνε η περιέργειά μου. Έμαθα πολλά, ρωτούσα πολλά, παρατηρούσα, συνέλεγα, μαγείρευα για ανθρώπους που έγιναν φίλοι μου. Επιτέλους οι πρώτες συνεντεύξεις με ηλικιωμένους ανθρώπους, είχα τόσο πολλές ερωτήσεις, ιδίως για το πώς ήταν η ζωή στο νησί προτού έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα. Σήμερα, ως άνθρωποι που ζούμε σε αστικά περιβάλλοντα και ως digital natives, δεν είμαστε, κάποιες φορές, σε θέση να φανταστούμε το πώς ήταν μια τέτοια ζωή.

Μερικές συνεντεύξεις από εκείνη την εποχή μού φέρνουν ακόμα και σήμερα δάκρυα στα μάτια. Μιλούσαν για βίαιες εμπειρίες, και για σεξουαλικά βίαιες εμπειρίες, που είναι και για μένα το μεγάλο θέμα της ζωής μου. Μα μου έρχονται δάκρυα και επειδή η ταπεινότητα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου από τον οποίο είχα πάρει συνέντευξη με συγκινεί ακόμα τόσο πολύ.

Αυτή τη φορά έμεινα σχεδόν τρεις μήνες, έκανα έρευνα, έγραφα, κρατούσα σημειώσεις· ύστερα έφυγα με βαριά καρδιά για την πατρίδα μου και συνέχισα εκεί τη συγγραφή του βιβλίου. Στο σπίτι μου στο Αμβούργο έχω και γραφείο, έναν χώρο μόνο για να γράφω. Όποτε η δημιουργικότητά μου είναι μπλοκαρισμένη, καταπιάνομαι και με τη χειροτεχνία: ζωγραφίζω, ράβω, πλέκω με βελονάκι, κεντάω, σκιτσάρω, ώσπου να είμαι ξανά σε θέση να γράψω… Σε έναν τοίχο του γραφείου μου είχα κρεμάσει σταδιακά τα πάντα: Τις εικόνες που είχαν δημιουργηθεί –είχα ζωγραφίσει όλους τους κατοίκους του χωριού–, σχέδια υφαντά, κεντημένα, μα και φωτογραφίες, οστά ζώων, φτερά, πράγματα που είχα βρει στην Ελλάδα. Όταν ο φίλος μου είδε μια φορά αυτό το γραφείο (κανονικά δεν αφήνω κανέναν να μπει) είπε: «Ω, Θεέ μου. Βρέθηκα μες στο δημιουργικό σου κεφάλι».

Συνολικά, η συγγραφή του μυθιστορήματος διήρκεσε τρία χρόνια. Άφηνα το γραπτό στην άκρη ξανά και ξανά, το ξαναδούλευα ξανά και ξανά, και κατόπιν συνέχιζα να γράφω.

Πολλοί κάνουν μια φεμινιστική ανάγνωση του μυθιστορήματος. Εγώ κάνω και μια ουμανιστική ανάγνωση. Η κεντρική ηρωίδα θέτει απαιτήσεις για μια ισότιμη ζωή και συνάμα εξετάζει λεπτομερώς τις υπάρχουσες εξουσιαστικές δομές. Από τη θρησκεία, τους νόμους, μέχρι τις αιωνίως ισχύουσες παραδόσεις. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζουν η ισότιμη πρόσβαση στη μόρφωση, η αποδοχή από την κοινότητα και η αγάπη/αναγνώριση που σου δείχνει ένας άλλος άνθρωπος.

Ζω σε μια μεγαλούπολη της Γερμανίας, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς πως το μυθιστόρημα είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα της ζωής μου. Δεν είναι όμως, διότι οι μηχανισμοί που δρουν στο ΜΟΙΡΟΛΟΪ είναι οι ίδιοι που δρουν και στη δική μου κοινωνία: Ισοτιμία στην εργασία; Χα χα! Ίσες απολαβές; Χα χα! Η Γερμανία βρίσκεται πολύ πίσω από πάρα πολλές ευρωπαϊκές χώρες! Ισότιμη εκπροσώπηση σε ακαδημαϊκούς κλάδους; Σε καμία περίπτωση! Καθημερινά, ένας άντρας προσπαθεί κάπου στη Γερμανία να σκοτώσει τη σύντροφό του ή την πρώην σύντροφό του. Κάθε τρίτη μέρα, ένας άντρας το καταφέρνει. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική δε μιλά για γυναικοκτονίες. Στο διαδίκτυο υπάρχουν φόρουμ με μισογυνικό περιεχόμενο. Ηλεκτρονικά παιχνίδια με βιασμούς. Νεότερες έρευνες δείχνουν μάλιστα συνάφεια μεταξύ του μισογυνισμού και της ακροδεξιάς ιδεολογίας. Και γι’ αυτό τιμώ τόσο πολύ την Ελληνίδα δικαστή Μαρία Λεπενιώτη! Μου δίνει ελπίδα, την οποία χρειαζόμαστε οι γυναίκες παντού στον κόσμο. https://www.psichogios.gr/