«Άκου τον γάμο σου», όπως η Γκρέτσεν και ο Στιβ
Συγκινητικό και τρυφερό, το Άκου τον γάμο σου θα αγγίξει κάθε έναν από εμάς που αναζητά απαντήσεις και διέξοδο για τη σχέση του
Η Γκρέτσεν και ο Στιβ είναι παντρεμένοι πολλά χρόνια. Κάτοικοι Σαν Φρανσίσκο, με δύο παιδιά και απαιτητικές δουλειές, ζουν πλέον σε διάσταση, μέχρι που αποφασίζουν να επισκεφθούν μία οικογενειακή σύμβουλο προκειμένου να τους βοηθήσει να ξεκαθαρίσουν ποιο θα είναι το επόμενο βήμα τους. Το Άκου τον γάμο σου διαδραματίζεται σε διάστημα δέκα μηνών, αποκλειστικά στο γραφείο της συμβούλου, που αποτελεί το σκηνικό μιας ιστορίας φορτισμένης από τις απογοητεύσεις, τις προσδοκίες, τις στιγμές τρυφερότητας και τις αναπόφευκτες εντάσεις, συνθήκες οικείες σε κάθε ζευγάρι, παντρεμένο ή μη. Μέσα από την κρίση στη σχέση των πρωταγωνιστών, ο John Jay Osborn φωτίζει τα εμπόδια που οι ίδιοι βάζουμε στους εαυτούς μας, τις καταστάσεις που απομακρύνουν τον έναν από τον άλλον – αλλά κι εκείνες που μας φέρνουν πιο κοντά. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, που κυκλοφορεί στις 26/5 από την Key Books.

«Θέλεις να χωρίσετε;» ρώτησε η Σάντι. «Δεν ξέρω», απάντησε σιγανά η Γκρέτσεν. «Μάλλον, αλλά έχουμε δυο παιδιά». «Εγώ είμαι σύμβουλος γάμου», είπε η Σάντι. «Και ειλικρινά δεν με νοιάζει τι λέει ο νόμος. Αυτά θα σας τα πουν οι δικηγόροι. Εκείνο που αντιλαμβάνομαι εγώ είναι ότι ανησυχείς για τα χρήματα. Νομίζω πως διακόσιες χιλιάδες δολάρια θα διώξουν την ανησυχία σου, τουλάχιστον προς το παρόν. Μου είπες πως εσύ είσαι κυρίως υπεύθυνη για τα παιδιά και επιπλέον έχεις μια δουλειά πλήρους απασχόλησης. Θεωρώ πως χρειάζεσαι κάθε μορφής βοήθεια. Θέλεις να ανησυχείς και για τα χρήματα επιπλέον;».

Το πρόσωπο της Γκρέτσεν φωτίστηκε. «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι πρέπει να πάρω όλο το ποσό;», ρώτησε. «Ναι», απάντησε η Σάντι. Γύρισε και κοίταξε τον Στιβ. Το πουκάμισό του ήταν φρεσκοσιδερωμένο, τα παπούτσια του καλογυαλισμένα, το παντελόνι του είχε μια τέλεια τσάκιση. Όμως κάτω από τα καστανά μάτια του είχε έντονους μαύρους κύκλους και τα χέρια του έτρεμαν. Προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία του.

«Εσύ τι έχεις να πεις Στιβ;», τον ρώτησε η Σάντι. «Νομίζω πως οι περισσότεροι θα έλεγαν ότι η γυναίκα μου είναι έτοιμη να με χωρίσει και η σύμβουλος γάμου θέλει να της δώσω όλα τα μετρητά από την πώληση του σπιτιού μας. Ενώ νομικά τα μισά ανήκουν σε μένα. Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο;», είπε ο Στιβ. «Αυτό θα έλεγαν οι περισσότεροι», πρόσθεσε. «Αυτό θα έλεγαν οι περισσότεροι», επανέλαβε η Σάντι. «Όμως εσύ τι λες;». Περιέργως, ο Στιβ χαμογέλασε. «Μόλις πρότεινες να πάρει όλο το ποσό η Γκρέτσεν, είπα από μέσα μου “ωχ, τι γίνεται εδώ;”». Ο Στιβ σώπασε για λίγο κι έπειτα συνέχισε: «Μαγκώθηκα. Σκέφτηκα ότι, εφόσον προσπαθούμε να αποφασίσουμε αν θα χωρίσουμε ή όχι, θα έπρεπε όλα τα υπόλοιπα να τα παγώσουμε κατά κάποιον τρόπο». Το τελευταίο πράγμα που πίστευε η Σάντι ήταν πως έπρεπε να παγώσουν
κάτι, οτιδήποτε.

«Θέλεις διαζύγιο;», τον ρώτησε η Σάντι. Ο Στιβ δεν απάντησε. Τι να ένιωθε άραγε; Η Σάντι αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε ο Στιβ να το εκφράσει. «Πώς νιώθεις Στιβ;», τον ρώτησε. «Πώς νιώθω;» είπε, λες και δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του να θέσει μια τέτοια ερώτηση. «Η γυναίκα μου έφυγε από το σπίτι μαζί με τα παιδιά. Μόλις έγινα συνέταιρος σε μια επενδυτική εταιρεία, αλλά ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νιώσει χειρότερα. Έχω βδομάδες να κοιμηθώ». Σταμάτησε να μιλάει και κοίταξε την Γκρέτσεν που καθόταν απέναντί του με ένα βλέμμα σαν να προσπαθούσε να αξιολογήσει την κατάσταση. Ποια ήταν; Δεν ήξερε πια. Είναι μια όμορφη, έξυπνη, ψυχρή πριγκίπισσα, κι εσύ τα ’χεις κάνει τελείως σκατά, είπε από μέσα της η Σάντι.

Η Σάντι δεν ήξερε αν θα τους αναλάβει. Δεν ήταν σίγουρη. Μα πού να ήταν άραγε αυτοί οι σκυθρωποί, μελαγχολικοί καλλιτέχνες; Δεν τους έβλεπε πουθενά. Άραγε ήταν μελαγχολικός ο Στιβ; Μελαγχολικός, συνεσταλμένος, πρόθυμος να αλλάξει; Ήταν δυνατόν να αλλάξει; Έγραφε άραγε ποιήματα αργά τη νύχτα; Ζωγράφιζε ακουαρέλες; Συνειδητοποιούσε άραγε πόσο ωραία ήταν εδώ, σ’ αυτήν την πόλη, αυτή την εποχή του χρόνου; Η Σάντι κοίταξε την Γκρέτσεν. Εσύ μπορείς να αλλάξεις; Ίσως να είναι δυσκολότερο για σένα, πριγκίπισσα. Ο Στιβ κοιτούσε τριγύρω, το γραφείο στη γωνία, τις σκανδιναβικού τύπου πολυθρόνες και πίσω του τη μεγάλη πράσινη βικτοριανή πολυθρόνα. Να σκεφτόταν άραγε ότι δεν ταίριαζε στο γραφείο; Από τα δύο παράθυρα φαινόταν η κορυφή του πιπερόδεντρου απέξω. Η Σάντι συνειδητοποίησε ότι, όταν πρωτομπήκε μέσα ο Στιβ, δεν πρόσεξε τον χώρο γύρω του, πού βρισκόταν, σκόνταψε και δυσκολεύτηκε ακόμη και να φτάσει στην καρέκλα του. Μα τώρα πια είχε βολευτεί.

«Στιβ;» τον παρότρυνε η Σάντι. «Συγνώμη», απάντησε εκείνος. «Γιατί λοιπόν να δώσω στην Γκρέτσεν τα μισά από τα χρήματα που ανήκουν σε μένα; Γιατί να το κάνω;». «Γιατί ανησυχεί για τα λεφτά», δήλωσε η Σάντι. «Δεν θέλω να πάρουμε διαζύγιο» είπε σιγανά ο Στιβ, απαντώντας επιτέλους στην ερώτηση της Σάντι. «Όμως βρίσκεσαι στα πρόθυρα», είπε η Σάντι. «Οι προσπάθειές σου δεν έχουν καρποφορήσει. Πρέπει να δοκιμάσεις κάτι καινούργιο. Κάτι που δεν θα έκανες ποτέ. Κάτι που φαίνεται αντισυμβατικό. Γιατί όχι; Τι έχεις να χάσεις;». «Λεφτά», είπε ο Στιβ. Λάθος απάντηση, Στιβ. Η Σάντι απλά τον κοίταξε. Στιβ, διακυβεύονται τα πάντα αυτή τη στιγμή. Το καταλαβαίνεις; «Να δοκιμάσω κάτι αντισυμβατικό;», είπε μετά από λίγο ο Στιβ. «Γιατί όχι;», ξανάπε η Σάντι. Είχε ακόμα στην άκρη του μυαλού του αυτό που θα έλεγαν οι περισσότεροι στη θέση του. Ξεκόλλα, Στιβ, σκέφτηκε η Σάντι. Κι εκείνος έστρεψε αλλού το βλέμμα, πέρα μακριά. «Είμαι κουρασμένος», ψιθύρισε ο Στιβ. «Το ξέρω», είπε η Σάντι. Ξεκόλλα, είσαι εδώ και πολύ καιρό κολλημένος, είπε από μέσα της.

Κι ο Στιβ το έκανε. Η Σάντι τον ένιωσε να ξεκολλάει από τη λογική των άλλων κι από τις συμβουλές που δεν φέρνουν ποτέ αποτέλεσμα και να αφήνεται στο άγνωστο. «Εντάξει», συμφώνησε ο Στιβ. «Ας δοκιμάσουμε το αντισυμβατικό». Έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού του κι έβγαλε έναν φάκελο. «Τυχαίνει να έχω μαζί μου την επιταγή». Άνοιξε τον φάκελο και έβγαλε μια επιταγή. Πήρε μια πένα Montblanc από το τσεπάκι του πουκαμίσου του και την οπισθογράφησε. Έπειτα την έδωσε στην Γκρέτσεν. Εκείνη την πήρε. Διακόσιες χιλιάδες δολάρια. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε. Η Σάντι σκέφτηκε πως μάλλον αυτή ήταν η πρώτη καλή κουβέντα που άκουγε ο Στιβ από το στόμα της εδώ και πολύ καιρό. Σ’ ευχαριστώ. Βλέπεις, Στιβ, είπε από μέσα της η Σάντι, δοκίμασες κάτι αντισυμβατικό και είδες ήδη αποτέλεσμα. Εντάξει λοιπόν, η Σάντι αποφάσισε να τους αναλάβει.

*Περισσότερα για το βιβλίο Άκου τον γάμο σου και προπαραγγελίες, εδώhttps://keybooks.gr/