Μάνη, 34 χρόνια πριν: μια βεντέτα ξανανοίγει, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι έχοντας χάσει τα πάντα ξενιτεύεται στην Αμερική. Δεκαεπτά χρόνια μετά επιστρέφει στην Ελλάδα λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και για να κλείσει τους παλιούς λογαριασμούς. Μαζί με το «ψυχικό» αυτό τον περιμένει και ο έρωτας, ένας έρωτας δυνατός, θυελλώδης, που όταν αποκαλυφθεί το αληθινό πρόσωπό του θα καταρρεύσουν και πάλι όλα. Ύστερα από άλλα δεκαπετά χρόνια, ο Οδυσσέας επιστρέφει και πάλι – για μια κηδεία αυτή τη φορά. Στο χωριό του στη Μάνη το παρελθόν είναι εκεί και τον περιμένει γεμάτο υποσχέσεις και εκπλήξεις…

Στο μυθιστόρημα της Χριστίνας Ζέμπη «Πέτρα και μέλι» η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη. Ο αναγνώστης καταλαμβάνεται από μια εσωτερική συγκίνηση, ένα φούσκωμα στο στήθος και τα δάκρυα είναι προ των πυλών.

Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη –είτε από την πλευρά του Αλέξη, εκπροσώπου της νέας γενιάς του χωριού, είτε από αυτήν του Οδυσσέα–, δημιουργεί αμεσότητα με τον αναγνώστη. Σαν ο τελευταίος να είναι ο τελικός αποδέκτης μιας συζήτησης που έχει ανοίξει εδώ και καιρό. Οι ήρωες νοσταλγούν, σκέφτονται, αναλύουν, αναρωτιούνται, ψάχνουν λύσεις, συγκρούονται με τον εαυτό τους. Στους εσωτερικούς μονολόγους αποκαλύπτεται η πραγματική φύση τους, οι αιτίες και τα πώς που τους οδήγησαν στις πράξεις. Στους διαλόγους οι αντιδράσεις τους και τα λόγια τους, τελείως διαφορετικά, έρχονται σε αντίθεση με τον εσωτερικό τους κόσμο. Τι προσπαθούν να αποδείξουν; Ή απλά αγνοούν; Την ιστορία της Μελένιας, από την άλλη, τη μαθαίνουμε από το στόμα τρίτων, είναι τραυματισμένη βαθιά, δεν αντέχει να την αφηγηθεί η ίδια. Ή μήπως πολύ περήφανη, γνήσια Μανιάτισσα;

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Ο αναγνώστης παίρνει μια γεύση από μανιάτικη βεντέτα, αλλά καταλαβαίνει ότι ο έρωτας έχει τον τελευταίο λόγο. Οι ήρωες έχουν βάλει τους στόχους τους και παρά τα όποια εμπόδια θα τους πετύχουν. Ίδιοι με τα μυρμήγκια που πάντα φτάνουν στη φωλιά τους.

Ελένη Κίτσου