«Επείγομαι να κάνω ταμείο ζωής» λέει ο μεσήλικος Παναγιώτης Ζαφείρης, επιτυχημένος δικηγόρος, αναγνωρισμένος συγγραφέας, ένας άνδρας σε υπαρξιακή κρίση, ο πρωταγωνιστής στο νέο, πολύσημο έργο του Βασίλη Γκουρογιάννη, ένα μυθιστόρημα όπου συνυπάρχουν οι θρησκευτικοί ψαλμοί με τις σωματικές εκκρίσεις, η μυθολογία με το Διαδίκτυο, η σκληρή πραγματικότητα του ανθρώπου με την ποιητική πραγματικότητα του καλλιτέχνη.

Ανταποκρινόμενος στην έμφυτη ροπή του να εικονοποιεί τον κόσμο για να τον αντέξει (από τα παιδικά του χρόνια ακόμη, στο Μεσολόγγι) και έχοντας ήδη εγκαταλείψει τη λογοτεχνία ως τρόπο έκφρασης, ο ήρωας αποφασίζει «να κινηματογραφήσει τη ζωή του», να δημιουργήσει ένα «Σενάριο αθανασίας» για τον εαυτό του.

«Τόσο πολύ με απορρόφησε η αίσθηση ότι έφτιαχνα μια κινηματογραφική ταινία παρά ένα βιβλίο που βλέπω την ημέρα της κυκλοφορίας του σαν πρεμιέρα» αστειεύτηκε ο 64χρονος γιαννιώτης συγγραφέας που συναντήθηκε με «Το Βήμα» στον πολυχώρο των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Η σάρκα και το νόημα της ζωής
Και συνέχισε, απολύτως σοβαρά: «Βλέπω τον χρόνο να περνάει και κοπανάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Σε λίγα χρόνια θα πεθάνω και αναρωτιέμαι: έζησα; Εζησα αυτό που πραγματικά είναι η ζωή; Μυστήριο πράγμα. Ως σήμερα έζησα σίγουρα μια ζωή τακτοποιημένη ως οικογενειάρχης, ως δικηγόρος, ως συγγραφέας. Δεν νομίζω ότι κακώς την έζησα όπως την έζησα. Κι όμως έχω την αίσθηση ότι την έζησα για τους άλλους. Είναι η αμφιβολία, το μεγαλύτερο κολαστήριο, η αμφιβολία που συνοδεύει, πιστεύω, κάθε ευαίσθητο άνθρωπο ως τον τάφο». Με τον ήρωά του μοιράζεται την πεποίθηση ότι «όλα μπορούν να γίνουν τέχνη και ότι μόνο υπό τη μορφή της τέχνης είναι υποφερτά». Πόσο όμως μοιάζει ο ίδιος με τον ήρωά του; «Είμαι και δεν είμαι ο ήρωάς μου. Θα έλεγα ότι είμαι ο ηθοποιός που δεν διστάζει να ξεγυμνωθεί επειδή αυτό απαιτεί το συγκεκριμένο έργο» απάντησε ο Βασίλης Γκουρογιάννης, ο οποίος θεωρεί ότι κάθε βιβλίο του «δεν έχει πρόγονο», ότι κάθε φορά κολυμπάει «σε αχαρτογράφητα ύδατα». Και πράγματι, το «Σενάριο αθανασίας» διαφέρει ριζικά με ό,τι έχει γράψει ως σήμερα.

Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς το αμέσως προηγούμενο μυθιστόρημά του, το εξαιρετικό «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή» (2009), όπου πρωταγωνιστούν βετεράνοι του πολέμου στην Κύπρο κατά το 1974, η διαφορά γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Το μεγαλύτερο κομμάτι του νέου του βιβλίου καταλαμβάνει ο ερωτισμός, η σάρκα. Πώς κι έτσι; «Ισως επειδή, υποσυνείδητα, αποχαιρετώ τη σάρκα. Αυτό είναι και το απωθημένο που βγάζει ο ήρωας όταν αρχίζει η διανοητική του χαλάρωση. Τότε είναι που σπάει το φράγμα, και αρχίζουν η ελευθεροστομία και η προκλητική του εικονοποιία. Οι άνδρες που μπαίνουν στην άνοια, ξέρετε, τέτοια λένε και τέτοια κάνουν. Πάνε και σηκώνουν λ.χ. το φουστάνι μιας κοπέλας από εκεί που κάθονται. Εχουν συνήθως σεξουαλικές εμμονές. Το πορνικό στοιχείο του βιβλίου για το οποίο μιλάμε ήταν για εμένα λειτουργικό: ήθελα να συνδυάζεται η κόπωση και η πτώση του σώματος, της ζωής που έχει πάρει τον δρόμο για το τέλος της, με την αρχόμενη άνοια του ήρωα, κάτι που έρχεται ουσιαστικά να τον απελευθερώσει» εξήγησε ο συγγραφέας.

Ο οίκος ανοχής και η γκαρσονιέρα
«Αν πάντως κάποιος σταθεί μονάχα στα επιμέρους θέματα του βιβλίου, θα χάσει το θέμα συνολικά. Μη με ρωτήσετε όμως ποιο είναι το θέμα. Ούτε εγώ το ξέρω. Περιμένω τα καλά μάτια να μου πουν τι έγραψα» συμπλήρωσε. Τα θέματα προφανώς είναι πολλά και αλληλένδετα. Ενα από αυτά είναι η σχέση που αναπτύσσουν οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας με το Διαδίκτυο, θέμα που ο ίδιος χειρίζεται με μπόλικο σαρκασμό. «Είναι ένας άλλος κόσμος, αδιανόητος. Τα παιδιά σήμερα ξέρουν πολύ καλά την ανατομία του σώματος του άλλου φύλου. Εμείς, άνθρωποι που έζησαν και σε μιαν άλλη εποχή, αναζητήσαμε τη γυναικεία σάρκα όπως ο αγριόχοιρος ψάχνει την τρούφα. Για εμάς η αναζήτηση του άλλου σώματος ήταν ένα μαρτύριο. Τώρα αρκεί να πατήσεις ένα κουμπί και έχεις τα πάντα μπροστά σου».

Ο Παναγιώτης Ζαφείρης επισκέπτεται, σε μια σπαρταριστή σκηνή του μυθιστορήματος, έναν λαϊκό οίκο ανοχής στον Κολωνό (στην ίδια περιοχή διατηρεί κρυφά από τις γυναίκες της ζωής του μια γκαρσονιέρα όπου, μεταξύ άλλων, μαζεύει πορνοταινίες από τη δεκαετία του 1970). Στις τσέπες του έχει κάμποσα χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ και ένα στικάκι όπου έχει αποθηκεύσει, σε ψηφιακή μορφή, τα λογοτεχνικά του άπαντα. Υστερα από μια συνομιλία με την τσατσά, ακολουθεί μια κοπέλα σε κάποιο δωμάτιο για τα προβλεπόμενα. «Αν το βιβλίο ήταν πράγματι ταινία, θα έπρεπε να φέρει την ένδειξη "Αυστηρώς ακατάλληλη για πνευματικώς ανηλίκους"» σημείωσε ο Βασίλης Γκουρογιάννης, σχολιάζοντας τον απίθανο τρόπο με τον οποίο «εξαφανίζεται» το στικάκι. «Είναι μια πράξη συμβολική.

Ο Ζαφείρης βρίσκει έναν παράξενο τρόπο για να επιστρέψει το έργο του στην ίδια τη ζωή, από την οποία άλλωστε προήλθε. Η σάρκα, το σώμα, είναι το πρώτο συστατικό της ύπαρξης. Αργότερα ο ήρωας επικαλείται κάτω απ' την Ακρόπολη τον θεό Διόνυσο, του εξομολογείται ότι ως άνθρωπος μάλλον δεν μπόρεσε να ζήσει και ότι πρέπει πια να ζήσει και το ζώο μέσα του».

Κένταυροι στο βουνό, πυροφάνι στη λιμνοθάλασσα
Και ύστερα ο Παναγιώτης Ζαφείρης αποφασίζει να επιστρέψει στο χωριό που γεννήθηκε, στην επικράτεια της αρχαίας Καλυδώνας, στην περιοχή της Αιτωλίας, στον μυθικό τόπο των Κενταύρων, εκεί, στις όχθες του Εύηνου ποταμού όπου ο (βιαστής της Δηιάνειρας) Νέσσος ξεψύχησε πάνω στις οπλές του από το τόξο του Ηρακλή και ο Ηρακλής ανεφλέγη, εν συνεχεία, από τον χιτώνα που του άφησε ο Νέσσος, ένα «τζάκετ» ποτισμένο με αίμα και σπέρμα. Εκεί, λοιπόν, ο πρωταγωνιστής συναντά μια παιδική του φίλη, τη Ρίνα, η οποία μένει στο βουνό και επιτελεί, ως διαχειρίστρια της παράξενης ιστοσελίδας Centaur.gr, μια κοινωφελή (και ψυχωφελή) εργασία για ορισμένες γυναίκες.

«Πιστεύω ότι η δυστυχία έγκειται στην ανισορροπία ζώου και ανθρώπου μέσα μας. Από αυτό πάσχει ο ήρωας. Υπήρξε δηλαδή στη ζωή του περισσότερο άνθρωπος και λιγότερο ζώο. Κι όσο περνάει ο καιρός, βιάζεται να γυρίσει στο ζώο μήπως και μπορέσει να ισορροπήσει.

Ο Κένταυρος είναι το αρχετυπικό υπόδειγμα, άνθρωπος και ζώο μαζί, άνθρωπος και άλογο μαζί. Αυτά δε που κάνουν οι Κένταυροι με τις κυρίες που επισκέπτονται την περιοχή, μέσω της Ρίνας, είναι ένας είδος μεταφυσικής ψυχοθεραπείας. Κι αυτές οι γυναίκες, οι ευτυχισμένες κατά τα άλλα γυναίκες, ψάχνουν αυτή την ισορροπία».

Ο Παναγιώτης Ζαφείρης πάντως δεν γύρισε στα πατρογονικά χώματα επειδή αναζητούσε την παιδική του ηλικία, γύρισε γιατί μια γυναίκα, μια θεολόγος που αυτοκτόνησε, τον είχε στοιχειώσει, γύρισε για να εξιλεωθεί. Η σκηνή όπου οι δυο τους, η δασκάλα και ο μαθητής, βρίσκονται υπό το φως του φεγγαριού στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου είναι ονειρική, εντυπωσιακή: «Το εφηβαίο της κρυβόταν και φαινόταν ανάλογα με τη μικρή τρικυμία που προκαλούσαν γύρω από το σώμα της τα παιχνιδίσματα των ψαριών. Το κορμί της είχε μετατραπεί σε πυροφάνι, προσελκύοντας τα ψάρια πάνω στο φως. Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε· πάντα εν σοφία εποίησας».

Tags: