«Η ηρωίδα αυτής της ιστορίας μύριζε τον θάνατο. ‘Όταν ήταν κάποιος να πεθάνει κυριαρχούσε στα όνειρά της, Το επαλήθευσε πολλές φορές. Αυτό της συνέβαινε όχι μόνο με τα πρόσωπα του περιβάλλοντός της αλλά και με περιστασιακές γνωριμίες».

Έτσι αρχίζει το διήγημα που δίνει τον τίτλο και στη συλλογή. «Δέλουν». 27 αιώνες η λέξη «δέελος» – όπως μας αποκαλύπτει ο συγγραφέας- που σήμαινε ορατός, εμφανής. Οι γυναίκες στον τόπο καταγωγής του το συνήθιζαν εξάλλου να στολίζουν ακόμα και χωρίς να το ξέρουν, συνήθως χωρίς να το ξέρουν, τις διηγήσεις τους «με πάμπολλες λέξεις ομηρικές». Κι απ’ την αρχή που ξεκίνησε να γράφει ο Σωτήρης Δημητρίου μοιάζει να το έβαλε σκοπό της ζωής του, να διασώσει τις λέξεις, γιατί είναι σκέψεις, αυτές τις λέξεις με ρίζες κι αίμα, σε ένα ατελείωτο ψηφιδωτό. Η αρχική ποίηση («Ψηλαφίσεις») συν τω χρόνω έγινε μουσικό πεζό. Διηγήματα – μαχαιράκια που ξάφνιασαν με το «Ντιαλιθ’ ιμ Χριστάκη» (παιδί μου, Χριστάκη»), έγιναν «Η φλέβα του νερού», «Η βραδυπορία του καλού», «Τα ζύγια του προσώπου» για να φτάσουν ως το ανείπωτο κι άφατο, «Τα όνειρα» που «δέλουν». Στο μεταξύ, μικρά μυθιστορήματα αφιερωμένα κι αυτά στον ίδιο λατρευτικό γλωσσικό σκοπό: «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου», «Τους τα λέει ο Θεός», «Σαν το λίγο το νερό», «Η σιωπή του ξερόχορτου».

Στα «Οπωροφόρα της Αθήνας» δημιούργησε σχεδόν νέο είδος. Αποκαλύπτοντας τον τρόπο ζωής που γίνεται ύφος γραφής.

Αλλ’ όσο κι αν λες «συγγραφικά, έφτασε», εκείνος με κάθε επόμενο φροντίζει αφοπλιστικά να σε διαψεύσει. Συνεχίζοντας εντούτοις εμμονικά στο ίδιο σκοπό: με γλώσσα διαυγή κι απέριττη, με μικρές φράσεις απολύτως απαραίτητες, με λέξεις που έρχονται από τα βάθη ιστορίας, ψυχής, με ήρωες που διατηρούν όλη τη σκοτεινιά και το πάθος, όλη τη διαύγεια του αυθεντικού, άφθαρτου και πρωτογενούς, με μικρές ιστορίες που αστράφτουν σαν το διαμάντι το ακατέργαστο επειδή εκείνος ο ίδιος τις έχει τόσο πολύ επεξεργαστεί. Τους «ακούει» τους ήρωές του, είχε πει σε παλιά μας συνέντευξη. Ζει μαζί τους, περπατάει μαζί τους προτού να τους βάλει ολοκληρωμένος με την ανάσα και με το αίμα τους στο άσπρο χαρτί.

Αλλά στα καινούργια διηγήματα θα φτάσει ακόμα πιο πέρα, ν’ αφουγκράζεται σχεδόν το κενό για να το κάνει καινό: δανείζοντας φωνή στο ανείπωτο, εικόνα στο άφατο, ύπαρξη στο αλαφροϊσκιωτο μη υπαρκτό. Νόημα σε εκείνο που μοιάζει α-νόητο. Και φυσικά δεν χρειάζεται πολλά. Αρκούν δυο –τρεις σελίδες. Για να σμιλέψει το μοιραίο στον «Διασώστη», για να αποκαλύψει την δύναμη της ψυχής στην «Υποβολή», για να αποδείξει πως είναι το σπίτι μας μια αλλόκοτη υπόθεση στο «Θέλω να πάω σπίτι μου», για να ψελλίσει ότι είναι το «Αγάπησέ με» το πρωταρχικό, για να υπονοήσει στο «Ανάχωμα» ότι είναι προτιμότερο το λιγότερο κακό…

Δεν θα ντραπεί, όλα τ’ αγγίζει ως το βάθος, όσια και ιερά κι ανίερους έρωτες και οικογένεια, πατέρες όλβιους και γιους αμαρτωλούς. Εξάλλου αυτό δεν συναντάμε διαβάζοντας για τους Ατρείδες; Η αρχαία τραγωδία όπως και οι ομηρικές καταβολές στην γλώσσα είναι ενδογενείς. Έτσι «ακούει τις ιστορίες του» ο Δημητρίου. Μ’ όλη τους την κόλαση. Και έτσι θα φτάσει ακριβώς στο φως, μετά από τόσο σκοτάδι. Του αρκεί μια φράση: «Μια φράση για το ανεπανόρθωτο- η κολγκέιτ δεν ξαναμπαίνει στο σωληνάριο» για να μας αποκαλύψει πως το οντολογικό αίνιγμα με λόγια σταράτα, διαυγή, βρίσκεται εδώ.

Σχεδόν αχειροποίητο. Στις 22 καινούργιες ιστορίες του για το επέκεινα και για το υπερφυσικό. Για την αγία καθημερινότητα που καταλύει χρόνο και χώρο, για ό,τι κρυφό που ο Σωτήρης Δημητρίου φροντίζει να κάνει φανερό. «Οι ιστορίες του δέλουν» σαν προφητικά όνειρα. Είναι κάτι μικρά κομμάτια από το Νόημα, αν τις αφουγκραστείς, μπορεί και να σου δώσουν φτερά. Το σίγουρο είναι ότι τουλάχιστον θα σε μάθουν να βλέπεις. Στη φασαρία, να ακούς το σημαντικό. «Η στιγμή φυλάει τη ζωή», αλλά σε μια χύμα ζωή εύκολο είναι εσύ να την συλλάβεις την στιγμή;

Θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι ο λιθοξόος της ελληνικής λογοτεχνίας. Απέριττος μέχρι σιωπής. Λιτός έως καταργήσεως. Πηγαίος σχεδόν αρχετυπικός. Τόσο λεπτοδουλεμένος έως αχειροποίητος. Ο Σωτήρης Δημητρίου σαν διηγηματογράφος είναι σαν το παλιό καλό κρασί. Όσο παλιώνει, τόσο σπουδαιότερος γίνεται. Φτάνοντας ως το απόγειο φέτος. «Τα όνειρα μού δέλουν» είναι σαν την Πυθία. Χρησμός. Ο πυρήνας της ύπαρξής μας ατόφιος. Και οι αρμοί της κατάβασης. Λες και την «ακούει» ο συγγραφέας την ιστορία του. Να έρχεται από σοφά, άγρια, άγνωστα βάθη.

Σχεδόν Αχειροποίητα
 Ελένη Γκίκα 

«Τα όνειρα μού δέλουν» του Σωτήρη Δημητρίου, εκδ. Πατάκη, σελ. 118

Tags: