Μία μόνο λέξη μού φαίνεται ταιριαστή για το μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Κάρσον Μακ Κάλερς «Η Καρδιά Κυνηγάει Μονάχη» κι αυτή είναι η λέξη εξαιρετικό,που θα χρησιμοποιήσω και συνολικά για το έργο της.

Η αλήθεια είναι πώς πάντα ξεχώριζα, με εντελώς συναισθηματικό τρόπο, την Μακ Κάλερς και μετανιώνω που την ξεχνάω καμιά φορά όταν αναφέρομαι στην αγαπημένη μου αμερικάνικη λογοτεχνία, γιατί αν πιστεύω πως δεν επιτρέπεται πια με τίποτα ο μέσος αναγνώστης των καιρών μας να αγνοεί πχ την Τόνι Μόρρισσον, μια συγγραφέα εντυπωσιακή και ευτυχώς εν ζωή καταξιωμένη-τότε τι πρέπει να ειπωθεί για την Κάρσον Μακ Κάλερς, που πρωτοπόρα ούσα σε δύσκολους καιρούς έχει ανοίξει διάπλατα νέους λογοτεχνικούς δρόμους, όχι απλώς στην αγγλόφωνη γυναικεία γραφή, αλλά στα πλαίσια όλης της αμερικάνικης λογοτεχνίας, μαζί με συγγραφείς επιπέδου και ύφους Στάινμπεκ, Φώκνερ, Λόντον κ.α. που έχουν βαθύτατα επηρεάσει την σημερινή παγκόσμια;

Η «Καρδιά Κυνηγάει Μονάχη» είναι μια ακόμα καθαρόαιμη , πλήρης, αρμονική, τεχνικώς απόλυτα ισορροπημένη ιστορία και ως προς την δομή της αλλά και βαθύτατα ψυχογραφική ως προς τους χαρακτήρες που εκφέρουν λόγο, χωρίς κανένα σημείο κάμψης της κεντρικής συγγραφικής ιδέας και αποδυνάμωσης της έκδηλα κεντρομόλου τεχνικής, που η Μακ Κάλερς ακολουθεί ευλαβικά σε όλα της τα έργα και αποδεικνύεται ιδανική γιατί δεν αποβαίνει σε βάρος του πεντακάθαρου διά ταύτα.

Με την εμπνευσμένη, λεπτεπίλεπτη, ρεαλιστική, ευαίσθητη και μαζί παθιασμένη γραφή της (και) σ΄αυτό το μυθιστόρημα η Μακ Κάλερς αποτυπώνει -με λιγότερους υπαινιγμούς απ΄ό,τι στο επίσης υπέροχο «Ανταύγειες σε Χρυσά Μάτια» -την μοναξιά, την αγωνία και τον υπαρξιακό πόνο των λογής καθημερινών ανθρώπων, θυτών και πιο συχνά θυμάτων και δη ανυπεράσπιστων, ενός ακραία ρυπογόνου και μοχθηρού πολιτισμού, που κομπάζει για τις μηχανές και τα προϊόντα, που εφηύρε,αλλά που δεν έχει ακόμα καταφέρει -γιατί δεν το έχουν θελήσει αυτοί που τον εξουσιάζουν- να μην θυσιάζει άκριτα την πεμπτουσία της Ελευθερίας του στον βωμό του χρήματος.

Χωρίς κραυγαλέα στολίδια στον λόγο της άρα χωρίς απώλειες καίριων νοημάτων χαμένων σε δαιδαλώδεις περιγραφές τόπων, προσώπων και καταστάσεων, σοκαριστικά λιτά, η Μακ Κάλερς αναπαριστά με απλές λέξεις και εύληπτες φραστικές διατυπώσεις -που δεν θα αποδυναμωθούν ποτέ, καθώς η ιστορία, δυστυχώς, επαναλαμβάνεται- την εκάστοτε αληθινή ζωή.

Τόπος παρατήρησης των ηρώων και των συμπεριφορών τους μια μικρή πόλη του Νότου. Η Μακ Κάλερς αγαπάει και γνωρίζει καλά τον αμερικάνικο Νότο. Απλοί λευκοί και μαύροι άνθρωποι λίγο πριν ξεσπάσει ο Β΄Παγκόσμιος πόλεμος ζουν τις λύπες και τις χαρές μιας εύθραυστης και φτωχικής καθημερινότητας έχοντας δημιουργήσει ένα προσωπικό κουκούλι μέσα στο οποίο προστατεύουν μύχια όνειρα και σχέδια για την καλύτερη μέρα που προσδοκά ο καθένα τους πως θα΄ρθει .

Πολλές φορές οι διαδρομές τους συναντιούνται, οι βουλήσεις τους συγκρούονται ή συμμαχούν και η αναμονή του αποτελέσματος των πράξεών τους φέρνει ένα παράξενο συναίσθημα λύπης ανάμικτης με ελπίδα,που απλώνεται τελικά σ΄ολόκληρη την πόλη.

Μια ανομοιογενής ομάδα ανθρώπων που γνωρίζονται μεταξύ τους και οι ζωές τους σε κομβικές στιγμές της αφήγησης και της πλοκής, καθώς μπαίνουν ορμητικά η μια στην άλλη, είναι η πηγή από την οποία αντλεί έξοχο υλικό η Μακ Κάλερς:

η αεικίνητη Μικ, μια έφηβη μόλις δεκατεσσάρων χρόνων που σκέφτεται συνεχώς την μουσική και στις νότες του Μότσαρτ που λαθρακούει από τα ραδιόφωνα που έχουν στα πιο πλούσια σπίτια,πλάθει το όνειρό της
ο γλυκός Σίνγκερ, ένας ευγενικός, κωφάλαλος, νέος άνδρας που η φιλία του με τον πάμφτωχο, βουλιμικό και κάποτε ανέμελο ανθρωπάκο Αντωνόπουλο δοκιμάζεται σκληρά όταν αυτός τρελαίνεται και ύστερα χωρίζουν οι δρόμοι τους και οι βολεμένοι και χορτάτοι συγγενείς του, που δεν νοιάζονται γι αυτόν,τον κλείνουν σε άσυλο
ο πληθωρικός Τζέηκ, ένας έντονα υποψιασμένος άνδρας που θεωρεί ότι έχει καταλάβει πως λειτουργεί ο διαολεμένος εκείνος μηχανισμός που διαιωνίζει την αδικία στον κόσμο και θέλει να μοιραστεί την αλήθεια του και την πρότασή του για να αλλάξει κάποια μέρα αυτό,με τους νικημένους ανθρώπους που συναντά στο διάβα του αλλά οι προσπάθειές του πέφτουν πάνω στον χοντρό τοίχο της υποταγής και του φόβου τους
ο καλόκαρδος Μπιφ, που όλη του η ζωή είναι η καφετέριά του, που αντιλαμβάνεται μεν καλά το βάθος των στιγμών και καταστάσεων που ζουν όλοι τους και η καρδιά του είναι γεμάτη καλωσύνη αλλά σιωπά
ο ακούραστος, εργατικός Κόουπλαντ, ο μαύρος γιατρός που έχει από πολύ νέος στραφεί στον μαρξισμό και αν και η ζωή του είναι μια συνεχής κι ανιδιοτελής προσφορά στους ανθρώπους, δεν έχει μπορέσει να πείσει ούτε τα ίδια του τα παιδιά για την αποδοχή της αλήθειας της ιδεολογίας του ενώ η δουλική θρησκοληψία που κυριαρχεί γύρω του κι έχει ποτίσει τα μυαλά των φτωχών χαίρει, φυσικά, άκρας αποδοχής

Το μυθιστόρημα της Μακ Κάλερς είναι σαν τη σιγανή, μόλις που την ακούς μα επίμονη βροχή που πέφτει πάνω σε άνυδρα τσιμέντα και τα λειαίνει με υπομονή. Άνυδρα τσιμέντα οι άνθρωποι, μα σιγανή και γλυκιά βροχή η αλληλλεγγύη τους. Μονίμως χειραγωγημένοι συνεχιστές της φθονερής μικρότητας των κοινωνικών ανισοτήτων,που τους βαραίνουν, γίνονται μουσκίδι απ΄αυτή τη βροχούλα ως την βαθιά ψυχή κι όταν επιτέλους την ανακαλύψουν, θα είναι παντοδύναμη, θα είναι η μόνη συμπαγής και τεράστια ομπρέλα που θα τους ενώσει από κάτω της και θα τους προστατέψει από την δική τους δειλή κι εγωιστική μοναξιά και την ακόμα πιο δειλή, την θρασύδειλη μοχθηρία της εξουσίας.

«Η Καρδιά Κυνηγάει Μονάχη» της Κάρσον Μακ Κάλερς,

Μετάφραση: Βικτωρία Τράπαλη,

Εκδ. Εξάντας, σελ. 352