Σεπτεμβρίου 20, 2019

Βιβλίο

Το βιβλίο-φαινόμενο που άλλαξε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο
Φοβάστε να πάρετε αποφάσεις ή να ζητήσετε αύξηση από το αφεντικό σας; Αναλώνεστε σε μια ανούσια σχέση; Ανησυχείτε διαρκώς για το μέλλον; Όποιοι και αν είναι οι φόβοι σας, ήρθε η ώρα να τους ξεπεράσετε μια για πάντα.
Με αυτό το βιβλίο, η δρ Susan Jeffers μας εμπνέει με τις δυναμικές τεχνικές που βοήθησαν εκατομμύρια ανθρώπους να ξεπεράσουν τους φόβους τους και να προχωρήσουν στη ζωή τους.

Μέσα από τις σελίδες του, θα ανακαλύψουμε:
• Τι φοβόμαστε και γιατί
• Πώς θα γίνουμε από θύματα δημιουργοί
• Πώς θα απαλλαγούμε από το αίσθημα της ηττοπάθειας
• Ποια είναι τα 10 βήματα που θα μας βοηθήσουν να ξεπεράσουμε τον αρνητικό τρόπο σκέψης
• Πώς θα αποκτήσουμε περισσότερο ενδιαφέρον για τη ζωή και τόσα άλλα…

Με βαθιά γνώση στο αντικείμενο αλλά και πολύ χιούμορ, η δρ Jeffers μας δείχνει πώς μπορούμε να ενδυναμωθούμε και να αντιμετωπίσουμε τους φόβους μας, ώστε να απολαύσουμε τις χαρές μιας ζωής γεμάτης δημιουργικότητα και αγάπη.

«Ζωή σημαίνει αρπάζω τις ευκαιρίες. Το βιβλίο Κάν’ το κι ας Φοβάσαι έχει βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, να κατακτήσουν την επιτυχία».


Louise L. Hay,
συγγραφέας του βιβλίου Η Δύναμη είναι Μέσα σου

Βιβλίο

 Το Μαργαριτάρι του Τζον Στάινμπεκ Σταύρος Γεννίτσαρης

Ο Τζον Στάινμπεκ αφηγείται στην κλασσική νουβέλα Το Μαργαριτάρι έναν μύθο της μεξικάνικης παράδοσης για έναν φτωχό αντρόγυνο, τον Κίνο, τον ψαρά και τη Χουάνα, τη γυναίκα του. η Χουάνα και ο Κίνο ανήκουν σε μία φυλή με αρχέγονες παραδόσεις, όπου ότι έβλεπαν, ότι έκαναν, ότι άκουγαν, ότι σκέφτονταν ή ότι ένοιωθαν, εκφράζονταν με μελωδίες.

Το έναυσμα της αφήγησης δίνουν δύο γεγονότα.

Το τσίμπημα του μωρού τους, του Κογιοτίτο, από έναν σκορπιό και η εύρεση ενός μαργαριταριού από τον Κίνο, τόσο ξεχωριστού, που κάνει τους πάντες να του δώσουν το προσωνύμιο του μαργαριταριού του κόσμου. «Στην πόλη λένε την ιστορία του μεγάλου μαργαριταριού.

Πώς βρέθηκε και πώς χάθηκε ξανά. Κι επειδή η ιστορία έχει ειπωθεί τόσο συχνά, έχει ριζώσει στο μυαλό κάθε ανθρώπου. Και, όπως συμβαίνει με όλες τις ιστορίες που οι άνθρωποι τις ξαναλένε και τις έχουν μες στην καρδιά τους, υπάρχουν μονάχα καλά και κακά πράγματα, μαύρα κι άσπρα, καλά και καταχθόνια, και τίποτα ενδιάμεσο πουθενά». Μία αφήγηση που ξετυλίγεται με τις πλέον κλασσικές τεχνικές, που μαζί με την ιστορία και το περιβάλλον της, χτίζονται και οι δύο βασικοί χαρακτήρες του μύθου.

Στο επίμετρο του μεταφραστή Μιχάλη Μακρόπουλου διαβάζουμε πως όταν ο Στάινμπεκ αποφάσισε να δώσει λογοτεχνική υπόσταση σε αυτόν τον μύθο ήταν βαθιά επηρεασμένος από την ψυχαναλυτική θεωρία του Καρλ Γιουνγκ και την ψυχολογία του βάθους. Συγκεκριμένα, ο Στάινμπεκ γράφει πως «στους λαϊκούς θρύλους και στην ψυχολογία του ασυνείδητου, ο Γιουνγκ έχει την ίδια κατεύθυνση που ακολουθώ εγώ».

Πράγματι, η ιστορία του Κίνο και της Χουάνα έχει τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά ενός λαϊκού παραμυθιού ή μιας παραβολής του Χριστού. Είναι μία ιστορία γεμάτη με αρχέγονα πρότυπα και συμβολισμούς, αλλά και δίπολα σαν αυτά που καθορίζουν την εξέλιξη των γεγονότων από την αρχή του κόσμου. Οι σκιές, ο σκορπιός, το μονόξυλο αλλά και το ίδιο το εντυπωσιακό μαργαριτάρι, που από πολύτιμο και εισιτήριο για την ευτυχία καταλήγει ένα αντικείμενο επικίνδυνο, που φέρνει δεινά και δυστυχία. Η παρουσίαση του εσωτερικού κόσμου των κεντρικών ηρώων γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο.

Ο Στάινμπεκ παρουσιάζει τις σκέψεις, τις αδυναμίες και την ιδιότυπη σχέση τους και το πως αυτή επηρεάζεται από τις αντιδικίες, τις συγκρούσεις, τις αποφάσεις, τα λάθη, την απληστία, την τύφλωση, την σύγκρουση και τελικά την αγωνία για την ίδια τους την επιβίωση.

«Μερικές φορές η ποιότητα της γυναίκας, η λογική, η σύνεση, η αίσθηση αυτοσυντήρησης, μπορούσαν να διαπερνούν τον ανδρισμό του Κίνο και να τους σώζουν όλους».

Η ιστορία κινείται γύρω από ακραία δίπολα, που ουσιαστικά λειτουργούν σαν αιώνια, άρρηκτα δίδυμα. Τέτοια είναι ο άντρας και η γυναίκα, με τον άντρα να επιβάλλεται της γυναίκας, αλλά ταυτόχρονα να την προστατεύει με τον τρόπο του, το καλό και το κακό, το φως και το σκοτάδι ή ο φθόνος και η συμπόνια. Η ιστορία του μαργαριταριού του κόσμου σαν λαϊκός μύθος επιδέχεται πολλές ερμηνείες και όπως γράφει ο ίδιος Στάινμπεκ:

«αν τούτη η ιστορία είναι παραβολή, ίσως ο καθένας να αποκομίζει απ’αυτήν το δικό του νόημα και να βλέπει σ’αυτήν τη δική του ζωή»

Το βιβλίο με τον τίτλο «Το Μαργαριτάρι» του John Steinbeck κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου.

rapress.gr

Βιβλίο

Ο Τζον λε Καρέ, ένας από τους σπουδαιότερους μυθιστοριογράφους της εποχής μας, παρουσιάζει μια καθηλωτική ιστορία έρωτα και προδοσίας, ένα ρεαλιστικό, κυνικό και βαθιά ατμοσφαιρικό κατασκοπικό μυθιστόρημα που εξερευνά τα όρια της ηθικής και της δικαιοσύνης. Εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1983 και ακολούθησε ακόμη μία έκδοση το 1988 –και τις δύο φορές σε έκδοση μικρού βιβλίου.

Τώρα, μετά από σχεδόν 30 χρόνια απουσίας του μυθιστορήματος από τα ελληνικά βιβλιοπωλεία και με αφορμή την τηλεοπτική μεταφορά της «Μικρής Τυμπανίστριας» από το BBC, οι εκδόσεις «Bell» παρουσιάζουν αυτό το έργο απίστευτης δύναμης και δεξιοτεχνίας σε νέα έκδοση.

Η Τσάρλι, μια επίδοξη ηθοποιός από την Αγγλία, περνάει ανέμελη τις διακοπές της στη Μύκονο όταν συναντά έναν γοητευτικό, μυστηριώδη άντρα. Ο Τζόσεφ όμως είναι πράκτορας των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών και θέλει να χρησιμοποιήσει την Τσάρλι για να παγιδέψουν τον ηγέτη της παλαιστινιακής τρομοκρατικής ομάδας που είναι υπεύθυνη για μια σειρά από θανατηφόρες βομβιστικές επιθέσεις.

Έτσι, ξαφνικά, η νεαρή Αγγλίδα θα βρεθεί μπλεγμένη στην αδυσώπητη δίνη της τρομοκρατίας, να ερμηνεύει το ρόλο της ζωής της ως διπλός πράκτορας στο επικίνδυνο «θέατρο της πραγματικότητας».

 
«H Mικρή Τυμπανίστρια»
Μετάφραση: Νέστορας Χούνος
Εκδόσεις: Bell
Σελίδες: 664

Βιβλίο

τη "χρυσή αιωνιότητα" του Τζακ Κέρουακ
της Νατάσας Ζαχαροπούλου

«Η σούτρα της χρυσής αιωνιότητας», Τζακ Κέρουακ, μετάφραση Γιάννης Λειβαδιάς, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα, 2009
«Ο Jack Kerouac γράφει τη «Σούτρα της χρυσής αιωνιότητας» τον Μάιο του 1956, ενθαρρυμένος από τον Γκάρυ Σέντερ, η οποία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1960 από τις εκδόσεις Corinth», όπως διαβάζουμε στον πρόλογο της λιτής και δίγλωσσης έκδοσης (το αγγλικό πρωτότυπο και η ελληνική μετάφραση), των εκδόσεων Απόπειρα. Το συγκεκριμένο έργο του Κέρουακ μεταφράζεται για πρώτη φορά στα Ελληνικά, από τον ποιητή Γιάννη Λειβαδά.

Η λέξη «σούτρα» είναι σανσκριτική, σημαίνει «συρραφή, ακολουθία» και χρησιμοποιήθηκε σαν ονομασία της ακριβούς καταγραφής των διαλόγων του Βούδδα με τους μαθητές του. Υπάρχουν αρκετά τέτοια κείμενα-σούτρας, μερικά από τα οποία έχουν αποδοθεί στα ελληνικά και κυκλοφορούν ως εξής: «Η σούτρα της καρδιάς και της υπερβατικής σοφίας. Η διαμαντένια σούτρα» (μετ. Ευστάθιος Λιακόπουλος, εκ. Σωμανούς, Αθήνα, 1999), η σούτρα του έρωτα, το γνωστό Κάμα Σούτρα, αφιερωμένο στις αρχές της απόλαυσης, Η σούτρα του Λωτού (μετ. Πάνος Μπολανάκης, εκ. Κέδρος, Αθήνα 2006), που πρωτοεμφανίστηκε στην Κίνα τον 3ο αιώνα και θεωρείται ένα από τα λαμπρότερα κείμενα του Βουδδισμού Μαχαγιάνα, οι Yoga sutras του Patanjali, κ.λπ.

Φυσικά, η ίδια Αλήθεια που κηρύσσεται από τον Βούδα υπάρχει και στις παραδόσεις των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής, στα Αιγυπτιακά Μυστήρια, στην Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, στις ρήσεις του Κρίσνα όπως μας μεταφέρονται στη Μαχαμπαράτα, στον εσωτερικό Χριστιανισμό, αλλά σήμερα επιβεβαιώνεται πλέον και από τα αποτελέσματα των πειραμάτων πολλών κλάδων της σύγχρονης επιστήμης και ειδικότερα της Φυσικής, μετά την καθοριστική συμβολή του Αϊνστάϊν.

Από τον εμπεριστατωμένο και σύντομο πρόλογο του βιβλίου, γραμμένο από τον ασκημένο στον καίριο ποιητικό λόγο και ταλαντούχο ποιητή και μεταφραστή Γιάννη Λειβαδά, αντλούμε όσα στοιχεία μας χρειάζονται για να προσεγγίσουμε επαρκώς το κείμενο του Κέρουακ.
Η σούτρα του Κέρουακ αποτελείται από «εξήντα έξι αφορισμούς και διαλογισμούς και πεζά ποιήματα», όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή, με τη διαφορά ότι κανένα από τα μέρη, αν και σχεδόν όλα μοιάζουν αυτόνομα, δεν μπορεί να αποκοπεί από τα υπόλοιπα εφ’ όσον το καθένα είναι απαραίτητος κρίκος μιας αλυσίδας που σαν σύνολο υπηρετεί τον εννοιολογικό προσδιορισμό της «χρυσής αιωνιότητας».

Όσο ο αναγνώστης εισέρχεται λέξη τη λέξη όλο και βαθύτερα στη σούτρα αντιλαμβάνεται και συμμετέχει σ’ έναν μαγικό χορό ανάμεσα στις έννοιες και την ουσία τους, ο οποίος έχει την ίδια ανοδική ή και καθοδική σπειροειδή κίνηση όπως ακριβώς συμβαίνει με την κίνηση της Ενέργειας στο Σύμπαν.

Η σούτρα ακροβατεί μεταξύ πεζού λόγου με ποιητικά στοιχεία ή ενός ποιήματος με πεζολογικά στοιχεία κι ενός κειμένου όπου οι μεταφυσικές αναζητήσεις του Τζακ Κέρουακ καθώς επίσης και η εντρύφησή του στον Μαχαγιάνικο Βουδδισμό τού έχουν, κατά κάποιο τρόπο, «υπαγορεύσει». Τελικά όμως πέρα από την κατάταξη της σούτρας σε οποιοδήποτε είδος του λόγου, στην ουσία πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν κείμενο εσωτερικής πνευματικής αναζήτησης.

Εδώ πλέον ο κορυφαιος εκπρόσωπος της γενιάς των Μπιτ, εισάγει τη λογοτεχνία στη μεταφυσική. Όχι μόνο λόγω της εξωτερικής μορφής που ακολουθεί το αφοριστικό ύφος του είδους, αλλά λόγω της ουσίας του περιεχομένου. Καθώς μάλιστα έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε κείμενα που αφορούν την πνευματική αναζήτηση, όπου όμως δεν θεωρούμε απαραίτητο το λογοτεχνικό τους υπόβαθρο ή αρκούμαστε σε έναν ελαφρώς λογοτεχνίζοντα τρόπο γραφής, ο Κέρουακ με τη «σούτρα της χρυσής αιωνιότητας» βάζει ψηλά τον πήχυ όσον αφορά στις απαιτήσεις της αναγνωστικής μας εμβάθυνσης, αντίληψης και απόλαυσης.

Ο μεγάλος λογοτέχνης δεν μιμείται, δεν αντιγράφει και δεν αναπαράγει τα διαβάσματά του, αλλά δημιουργεί ένα κείμενο όπου η βαθειά κατανόηση των βουδδικών παραινέσεων και η έσχατη και ύψιστη αναζήτησή του, η γνώση του Εαυτού, γίνεται προσβάσιμη στον καθέναν από εμάς.

Το κείμενο διατρέχει η αλήθεια του βουδδισμού πως ο κόσμος μας είναι δημιουργημένος από τον Νου, είναι δηλαδή μια Νοητική Απεικόνιση, κι έτσι αυτό που υπάρχει συγχρόνως δεν υπάρχει, όχι με την έννοια της ανυπαρξίας αλλά με την έννοια της Κενότητας. Αυτό που Είναι-Είναι Τίποτα, το Καλό και το Κακό δεν υφίστανται επειδή «Αυτό-που-πάντα-Είναι» είναι Αγάπη και η Αλήθεια είναι το Τίποτα-η Κενότητα. Και αυτό που είμαστε, αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε ενώ βιώνουμε την ταραχή και τον φόβο «μοιάζει/ με τη χρυσή αιωνιότητα όταν παριστάνει πειραματικά/ την αίσθηση της κατάστασης της ταραχής-και-/του φόβου. Ένας άνθρωπος ήρεμος και χαρούμενος/ μοιάζει με τη χρυσή αιωνιότητα όταν παριστάνει/ πειραματικά αυτήν την εμπειρία.

Ένας άνθρωπος που/ βιώνει την Αισθανόμενη Ύπαρξή του μοιάζει με τη/ χρυσή αιωνιότητα όταν το παριστάνει κι εκείνη. Ένας/ άνθρωπος που δεν κάνει σκέψεις είναι σαν τη χρυσή/ αιωνιότητα που παριστάνει πως είναι ο εαυτός της. Γιατί/ η κενότητα των πάντων δεν έχει αρχή ούτε τέλος/ και είναι αυτήν τη στιγμή άπειρη». (αφορ. Νο 33)

«Κοίταξε το μικρό σου δάχτυλο, η κενότητά του
δεν διαφέρει από την κενότητα του απείρου» (Νο 58)
«Ψηλά στον παράδεισο δεν θα τις θυμάσαι όλες αυτές
τις πλάνες σου. Ούτε καν θα αναστενάξεις «Γιατί;»
Είτε ως ατομική σκόνη είτε ως τεράστιες πόλεις, ποια η
διαφορά σ’ όλο αυτό το πράγμα. Το δέντρο παραμένει
ένας ουζοπότης…» (Νο 60)
Ο Γιάννης Λειβαδιάς ασκημένος, όχι μονάχα στη μετάφραση, αλλά ειδικότερα στο έργο του Κέρουακ (Τριστέσσα, εκ. Ηριδανός, Αθήνα 2009, Μέξικο Σίτυ Μπλουζ, Ηριδανός, Αθήνα 2009, Ποιήματα, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2007, Πικ, εκ. Απόπειρα, Αθήνα 2008, Ο γυρισμός του ταξιδευτή, εκ. Απόπειρα, Αθήνα 2007, Γραφές της Αιωνιότητας, εκ. Απόπειρα, Αθήνα 2006), ποιητής και ο ίδιος, παράμετρος ιδιαιτέρως σημαντική για όποιον ερωτοτροπεί με την ιδέα και τη διάθεση να μεταφράσει ποίηση και όχι μόνο, μια που αφ’ ενός η καιριότητα και αφ’ ετέρου η διατήρηση του αυθεντικού και του αυτούσιου είναι ζητούμενα μιας καλής μετάφρασης, κάνει κι εδώ πολύ καλή δουλειά.

Η παράθεση του Αγγλικού κειμένου είναι στα συν της έκδοσης, αλλά και στα υπέρ της μεταφραστικής εργασίας του Γ.Λ. Η προσπάθειά του μάλιστα να μεταφέρει στον αναγνώστη τη συναισθηματική και νοητική «ουδετερότητα», που έτσι κι αλλιώς είναι το ζητούμενο για την αντίληψη της Αλήθειας στα Βουδιστικά κείμενα και όχι μόνο, επιλέγοντας τις κατάλληλες λέξεις, χωρίς καθόλου να μας στερήσει την εννοιολογική και αισθητηριακή απόλαυση και παραμένοντας σχεδόν απολύτως πιστός στο ύφος και την κυριολεξία του πρωτοτύπου, είναι αξιοσημείωτη και αξιέπαινη. Διότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν υποπίπτει στην ευκολία και την προχειρότητα, αλλά ούτε παρασύρεται στην εκζήτηση, προκειμένου να αποδοθούν στα Ελληνιά η λεπτότητα και η ιδιαιτερότητα των φιλοσοφικών εννοιών που λέγονται ή υποκρύπτονται.

Η "Σούτρα της χρυσής αιωνιότητας" είναι ένα βιβλίο απαραίτητο όχι μόνο για τον οδοιπόρο ενός πνευματικού μονοπατιού, αλλά για τον κάθε αναζητητή της Αλήθειας που είναι η Γνώση του Εαυτού. Είναι απαραίτητο για τον κάθε έναν που ενδιαφέρεται ν’ ανακαλύψει ότι το να γίνεσαι οπαδός ερμηνειών περί της Αλήθειας ή και των ερμηνευτών τους είναι στην πραγματικότητα δρόμος που σε απομακρύνει όλο και περισσότερο από το καθαυτό ζητούμενο που είναι η Αλήθεια. Και η Αλήθεια δεν μπορεί να είναι άλλο από Ελευθερία - η Αποδέσμευση μας δηλαδή από κάθε προσκόλληση - αλλά και Μοναχικότητα.

«Όταν κατανοήσεις τη γραφή πέτα την.

Αν δεν μπορείς να την κατανοήσεις αυτήν τη γραφή, πέτα την.
Εμμένω στην Ελευθερία σου.» (Νο 45)

Βιβλίο

«ΙΡΕΝΑ ΣΕΝΤΛΕΡ», ΖΙΛΜΠΕΡ ΣΙΝΟΥΕ, ΕΚΔ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Του «Φιλαναγνώστης» Αυγερινού

«ΙΡΕΝΑ ΣΕΝΤΛΕΡ» ένα βιβλίο - αναμέτρηση με την ιστορική συγκυρία του πιο βίαιου πολέμου που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Πρόκειται για το νέο ιστορικό μυθιστόρημα του πολυγραφότατου ΖΙΛΜΠΕΡ ΣΙΝΟΥΕ που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ με ένα vintage υπέροχο εξώφυλλο, σε μετάφραση Βασιλικής Κοκκίνου.

Ένα συγκλονιστικό ιστορικό-κοινωνικό μυθιστόρημα, όπως μας έχει συνηθίσει ο βραβευμένος συγγραφέας στην συγγραφική του πορεία. Ένα βιβλίο που μας μεταφέρει στην Πολωνία του 1942 στο γκέτο της Βαρσοβίας και στην δράση της Ιρένας Σέντλερ, μιας κοινωνικής λειτουργού πού παρά το νεαρό της ηλικίας της, καταφέρνει να σώσει και να αλλάξει την μοίρα 2.500 Εβραιόπουλων.

«…Θυμήσου τα παιδιά που πίσω από τα συρματοπλέγματα παγιδεύτηκαν. Θυμήσου τα παιδιά που δεν ονειρεύτηκαν. Θυμήσου τα παιδιά που για πάντα χάθηκαν, θυμήσου τα παιδιά του ολοκαυτώματος…» | Από το γράμμα που έστειλε ο 12χρονος Νικόλας Τόμας στην Ιρένα το 1999.

Ο πολυβραβευμένος, και αγαπημένος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, συγγραφέας αυτή τη φορά καταπιάνεται με την ζωή της Πολωνής Ιρένας Σέντλερ. Το έργο, αρχίζει το 1941 όταν η Ιρένα, με την ιδιότητά της ως υπάλληλος της Κοινωνικής πρόνοιας της Βαρσοβίας μπορεί και μπαίνει στο γκέτο των εβραίων και καταφέρνει με κίνδυνο της ίδιας της της ζωής και με κάθε τρόπο να φυγαδεύσει μικρά παιδιά και να τα δώσει σε ανάδοχες οικογένειες και σε μοναστήρια της καθολικής εκκλησίας, με απόλυτη οργάνωση και τάξη. Γίνεται μέλος της αντίστασης με το όνομα Γιολάντα στην οργάνωση Ζεγκότα από πού και λαμβάνει χρηματοδότηση προκειμένου να υποστηρίξει τις οικογένειες που φιλοξενούν πλέον τα παιδιά.

«…Από την αρχή σημειώνω τα πάντα σε ένα τετράδιο. Τα νέα ονόματα των παιδιών, τα ονόματα των γονέων τους και των ανθρώπων στους οποίους τα έχω εμπιστευτεί. Όλα…»

Η δράση της αποκαλύπτεται, φυλακίζεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Η Ζεγκότα αναλαμβάνει δράση και η Ιρένα λίγο πριν την εκτέλεση δραπετεύει.

[…«Τα παιδιά», είπε εκείνη. «Θέλω να τα σώσω»…]

Η αγάπη της για τα παιδιά, αυτά τα αθώα θύματα ενός σκληρού πολέμου, η δύναμη της ψυχής της, το θάρρος της, η αυταπάρνηση της, ο ιερός σκοπός της, την ακολουθούν σχεδόν σε όλη της την ζωή.

Ένα μυθιστόρημα για την ζωή μιας γυναίκας που άφησε το στίγμα της στην ιστορία του Β παγκοσμίου πολέμου μέσα από την πένα του συγγραφέα που με το έργο του αυτό, αποτίνει φόρο τιμής στο ηρωικό πρόσωπο της Ιρένα δίνοντας παράλληλα την εικόνα της φρίκης του πολέμου με την φτώχεια, τον πόνο την εξαθλίωση και την υποβάθμιση της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Ένα έργο συγκινητικό γραμμένο με τον γνωστό τρόπο γραφής του Σινουέ. Η μετάφραση της Βασιλικής Κοκκίνου κάνει το κείμενο σαν να γράφτηκε εξ αρχής στα ελληνικά, μια ιστορία που ρέει και θα κατακτήσει τους αναγνώστες.

Επειδή κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει, επειδή οι ήρωες πρέπει να τιμώνται, επειδή η Ιρένα Σέντλερ ήταν ηρωίδα χωρίς οπλισμό, επειδή ο Σινουέ κατέχει την τέχνη του ιστορικού μυθιστορήματος, αυτήν που δεν κουράζει τον αναγνώστη, θεωρούμε ότι το βιβλίο αυτό θα πρέπει να βρίσκεται σε κάθε βιβλιοθήκη.

«[…] Να είσαι δυνατή… Και να θυμάσαι ν αγαπάς. Ν αγαπάς ακόμα κι αυτούς που δεν το αξίζουν… Να θυμάσαι ν αγαπάς […]»

«Από το 1942, με κίνδυνο της ζωής της, η Ιρένα Σέντλερ, υπάλληλος της Κοινωνικής Πρόνοιας στη Βαρσοβία, κατάφερε να φυγαδεύσει περίπου δυόμισι χιλιάδες παιδιά από το εβραϊκό γκέτο, ενώ φυλάσσονταν νύχτα και μέρα από τους Ναζί. Ξεγελώντας τις Αρχές, κατάφερε να τα περάσει μέσα από υπόγεια ή υπονόμους, μέσα σε κούτες από χαρτόνι, σε βαλίτσες, σε σακίδια, σε μαξιλαροθήκες, κάτω από σκουπίδια. Το 1965 ανακηρύχθηκε «Δίκαιη των Εθνών».

Μέσα από τη γλαφυρή του πένα, ο Ζιλμπέρ Σινουέ φέρνει στο φως την άγνωστη για πολλούς αληθινή ιστορία μιας γυναίκας που αψήφησε τον φόβο και τον θάνατο και ανέδειξε το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής» | (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

thinkfree.gr

Βιβλίο

 Αβερτοσιά σημαίνει ελευθερία . Η Άρτεμη και η Θάλεια μεγαλώνουν μαζι στην Κεφαλονιά μετα τον σεισμό του 1953 αλλά η υποτακτική φύση της Θάλειας συγκρούεται με την επαναστατική σκέψη της ΄Αρτεμης και κάποια στιγμή οι δυο φίλες χωρίζουν .

Οι περιορισμοί της κλειστής κοινωνίας ,ένας μεγάλος έρωτας και ανομολόγητα μυστικά οδηγούν την ανήσυχη Άρτεμη σε φυγή . Η επιστροφή της ΄Άρτεμης στην Κεφαλονια μετα από δεκαετίες για την κηδεία του καθηγητή τους θα είναι καθοριστική. Μια ιστορία υποταγής ,επανάστασης και γυναικείας χειραφέτησης στην δεκαετία του ΄60…

 

Η Συγγραφέας: Η Τίνα Κουρκουμέλη γεννήθηκε στην Σκάλα Κεφαλονιάς και σπούδασε Νομική και Φιλολογία στην Αθήνα και στο Wurzburg

. Εργάσθηκε στο γερμανικό Δημόσιο και στην ιδιωτική εκπαίδευση ,μιλάει πέντε γλώσσες και γράφει στα ελληνικά και στα γερμανικά. Ζει μεταξυ Κολωνίας και Κεφαλονιάς και ασχολείται αποκλειστικά με την συγγραφή . Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Παλινδρόμηση» . Η «Αβέρτοσιά» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

Βιβλίο

Μια μηχανικός αυτοκινήτων, μια μεταφράστρια βιβλίων, και μια ακόμη, αιωνίως παραμένουσα στο Κουκούτσι, το νησί της καταγωγής τους, αόρατο, μικρό, κάπου στη στοίβα του Αιγαίου. Η Πηγή, η Πόπη και η Πέπη, ανεξαρτήτως προσωπικών πορειών, άτυχων γάμων, σπουδών, μη σπουδών, ταξιδιών ή ακινησίας, παιδιών ή σόλο ύπαρξης, ξαναβρίσκονται. Ανταμώνουν και πάλι όπως παλιά ως συμμαθήτριες, εξαιτίας του μυστηριώδους θανάτου του Στέλιου, άντρα της Πηγής, στον γενέθλιο τόπο.

Τα 3Π! Στο Κουκούτσι όπου η ιστορία και τα γεγονότα μεγάλου βεληνεκούς που ζουν η Ελλάδα και ο κόσμος φτάνουν μόνο σαν απόηχος. Πορείες, Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, προσφυγικές ροές, καρυδότσουφλα που ντανιάζουν μετανάστες στα κέντρα αφιλόξενης φιλοξενίας, περνούν ξυστά σαν ειδήσεις από το Κουκούτσι. Το πολύ να δώσουν προσοχή οι άνθρωποι, σ' αυτόν τον τόπο, στα νέα για τις περικοπές των συντάξεών τους. Κάτι δηλαδή που τους αφορά πρακτικά. Από κει και πέρα άλλη η Ελλάδα των αστικών κέντρων κι άλλοι οι ξεχασμένοι εδώ στο Κουκούτσι. Άλλα στραπάτσα κερνάει ο καπιταλισμός των μητροπόλεων κι άλλου είδους σεκλέτια έχουν στα μικρά μέρη, όπου τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει την αταραξία του χρόνου. Εδώ άλλα τους αφορούν, αυτά που καθημερινά αναμοχλεύονται γκαρίζοντας κακόφωνα σαν χαλασμένα καρμπιρατέρ ή κιβώτια ταχυτήτων, από αυτά των αυτοκινήτων που φέρνουν οι ντόπιοι στο συνεργείο της Πηγής. Η Πέπη, πάντως, δείχνει σχεδόν να αδιαφορεί για όλα, το φάρμακο, η άμυνά της είναι οι ταινίες. Σε ντιβιντί, είπαμε το νησί είναι τόσο μικρό, που δεν έχει ούτε σινεμά, ο νοικιασμένος Ρόμπερτ Μίτσαμ όμως έχει τον τρόπο του να τη φλερτάρει από τη μικρή οθόνη του σπιτιού της. Και να την κάνει να ξεχνά και τον μακαρίτη τον άντρα της αλλά και να βάζει προδιαγραφή για τον επόμενο, που την φλερτάρει. Έναν Μακεδόνα αστυνομικό που ήρθε με μετάθεση και την καλοκοιτά. Και ψάχνει τα περί του θανάτου του Στέλιου.

Στο Κουκούτσι οι ηρωίδες της Καρυστιάνη ζουν το σήμερα και το χθες, χωρίς την ποσόστωση των μίντια, πως δηλαδή φλέγον είναι το συμβαίνον. Αυτό που βράζει. Και πως το χθες απλώς πέρασε, έφυγε, πήγε. Ο θάνατος του Στέλιου, άντρα της Πηγής, που μπορεί να είναι αλλά και να μην είναι αυτοκτονία ή δολοφονία, ατύχημα ή εκ προμελέτης, μοιάζει να καθορίζει την κοινή ζωή των τριών Π, με πρώτη φυσικά τη γυναίκα του. Αλλά και τις υπόλοιπες, που προστρέχουν προς παρηγοριά. Γιατί οι τρεις τους είναι δεμένες με μια μεγάλη φιλία. Παιδική, που έγινε ενήλικη, δεμένες και νοιαστικές η μια για την άλλη, άδολα και γενναιόφρονα. Σε αντίθεση με τους άντρες του νησιού και ειδικά της πρώην αυτοκόλλητης παρέας του Στέλιου, που κάθε άλλο παρέα πλέον τη λες. Συνηθισμένες γυναίκες. Γεμάτες φοβίες για τον χρόνο που περνά και τις κερνά κυτταρίτιδα στους γλουτούς και παχάκια γύρω από τη μέση. Ειδικά της Πόπης, που επέστρεψε από την Αθήνα για πάντα πλέον στο νησάκι. Εκεί που ζωντανοί και πεθαμένοι, κανονικοί και λαλημένοι, ζώα, πουλιά, αέρας, βράχια, χωράφια και καφενεία, παπάδες, Βρετανίδες ψυχολόγοι που αποσύρθηκαν από τον τόπο τους προτιμώντας εθελοντικά να μονάσουν, αδύνατον να διαχωρίσουν το χθες από το σήμερα.

Όλα στις «Χίλιες ανάσες» μοιάζουν σαν πίνακας - ο ζωγράφος έριξε ανάκατα χρώματα και χρόνο. Χθες, σήμερα, μνήμη, παρόν και η κορνίζα που καλιμπράρει τον πίνακα, η ανάγλυφη που τον περικυκλώνει, σαν να μην μπορεί να κρεμαστεί από κανέναν τοίχο. Γι' αυτό και η ιστορία της Καρυστιάνη πάει πίσω μπρος. Από τον φόβο στην ελπίδα, από τα ορατά στα αόρατα, από τα εφηβικά φιλιά στις ενήλικες στείρες από σώμα και έρωτα νύχτες. Τότε που και οι τρεις ηρωίδες, κατάμονες, κάνουν απολογισμούς ύπαρξης. Μελαγχολούν, ξεμελαγχολούν, η ζωή, λέει κάπου στο βιβλίο, άλλες φορές τρίβεται πάνω σου απαλά σαν γάτα. Άλλες, πάλι, σαν ακονισμένο λεπίδι γδέρνει αλύπητα, πλειστάκις σε απολεπίζει ως βούρτσα περιποίησης. (ελεύθερη μετάφραση και από μνήμης το quote).

ΣΧΕΤΙΚΑ
Το κορίτσι που μετέτρεψε τη βιβλιοθήκη της σε παραμυθένιες φωτογραφίες
Το κορίτσι που μετέτρεψε τη βιβλιοθήκη της σε παραμυθένιες φωτογραφίες
Είναι πεντακάθαρη η γραφή της Καρυστιάνη σ' αυτό το μυθιστόρημα. Λυρικός τόνος, που όμως, όταν περνάει στον κοφτερό ρεαλισμό, γίνεται αδυσώπητος, μια γραφή συμπυκνωμένη όπως και οι εποχές στο νησί Κουκούτσι. Που για πότε τον βράχο που χαρίζει μελομένη θέα στο ηλιοβασίλεμα τον κάνουν παγίδα θανάτου δεν το καταλαβαίνεις.

Οι 3Π είναι συνηθισμένες γυναίκες. Καθημερινές. Που σε μια εποχή που οι ανάσες της τελειώνουν, αυτές παλεύουν να βρουν κάτι που θα καθαρίσει τα πνευμόνια τους. Γυναίκες που κάνουν απολογισμούς περί του κόστους της προσαρμοστικότητας σε λογής προδιαγραφές που βάζει ο τόπος. Αλλά και ο χρόνος, ο χρόνος μόνιμα παρών στις μυθιστορίες της Καρυστιάνη. Οι ελλειμματικοί υπολογισμοί όχι μόνο της εθνικής οικονομίας αλλά και των χρεοκοπημένων από όνειρα και στόχους Πηγής, Πέπης και Πόπης.

Το «Χίλιες Ανάσες» μπορεί κάποιος να το διαβάσει και σαν ηθογραφία. Γιατί όχι και σαν ένα βαρύ νουάρ, φορές αστυνομικό, φορές υπαρξιστικό. Άλλος, σαν μυθιστόρημα για την Ελλάδα της κρίσης. Άνετα μπορείς να κοτσάρεις και το κλισέ «που μπορεί να γίνει αφορμή για μια επανεκκίνηση, προσφέροντας μια μοναδική ευκαιρία». Το σίγουρο πάντως είναι πως η Καρυστιάνη έγραψε ένα βιβλίο που πάλλεται και χτυπά και αιματώνει σαν ζωντανή φλέβα. Οι «Χίλιες Ανάσες», ακόμα κι όταν τα 3Π βυθίζονται στη θλίψη, την ακηδία του πένθους ή την κατάθλιψη, διατηρούν ως προς τη γραφή το νεύρο αλλά και τα νεύρα τους, το χιούμορ και τη λυπησάρα τους. Πάντως απαρατήρητα ή επί τροχάδην είναι αδύνατον να το διαβάσει κανείς.

Βιβλίο

“Και ο Ιησούς μίλησε στα πλήθη με ετούτη την παραβολή: Η Βασιλεία των Ουρανών μοιάζει με θησαυρό κρυμμένο σε χωράφι. Και ο άνθρωπος που τον βρήκε τον έκρυψε και, από τη χαρά του, πηγαίνει και πωλεί όσα έχει και αγοράζει το χωράφι εκείνο” – Από το κεφάλαιο 13 του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου

Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή η αναφορά του αβά Λουσιέν Σεβ, στον επικήδειο λόγο του για την Εμιλί Μορέν, θα άνοιγε το Κουτί της Πανδώρας και θα οδηγούσε τους κατοίκους ενός μικρού χωριού της νότιας Γαλλίας, στον παραλογισμό και το έγκλημα. Στο βιβλίο του “Το Μυστικό” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, ο κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Frederic Lenoir, θίγει με έναν αλληγορικό τρόπο, το ζήτημα των αξιών και των επιλογών μας και πώς αυτές, επηρεάζουν τις σκέψεις και τις πράξεις μας, οδηγώντας μας στον προσωπικό παράδεισο ή την προσωπική μας κόλαση.

Στο φιλοσοφικό αυτό παραμύθι, ο Frederic Lenoir “αναγκάζει” τον αναγνώστη να κοιτάξει βαθιά μέσα στην ψυχή του και να “τοποθετηθεί” ανάλογα με τις αξίες του και το εσωτερικό του περιεχόμενο. Στην προσωπικότητα του Πιέρ, του βασικού ήρωα του έργου, ο Lenoir έχει συγκεντρώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον πραγματικό Άνθρωπο: απλότητα, ειλικρίνεια, αθωότητα, καλοσύνη, αγάπη, εντιμότητα, αρμονία με τη φύση και όλα τα πλάσματά της, σεβασμό στη ζωή.

Ο Πιέρ, μέσα από τις δικές του επιλογές, θα μας δείξει το μονοπάτι που ακολουθούν όλοι όσοι θέλουν “να κατακτήσουν τη Βασιλεία των δικών τους Ουρανών”. Ο δρόμος του Πιέρ δεν είναι ο εύκολος δρόμος γιατί είναι ένας δρόμος με πολλές προκλήσεις και, ταυτόχρονα, είναι εύκολος, γιατί Πιέρ και δρόμος είναι ένα και το αυτό. Οι επιλογές εδώ ακολουθούν το δρόμο της ελάχιστης αντίστασης και ως εκ τούτου, γίνονται αυθόρμητα.

Το μυστικό: Μια συγκινητική αλληγορία του φιλόσοφου Frederic Lenoir

Ο αναγνώστης θα νιώσει την ανάγκη “να προστατέψει” τον Πιέρ. Είναι η ίδια ανάγκη που αισθανόμαστε όταν βρισκόμαστε μπροστά στην αθώα μάτια των μικρών παιδιών. Θέλουμε να τα προστατέψουμε από κάθε κακό που συμβαίνει σε αυτό το δύσκολο κόσμο και που σχεδόν πάντα προκαλούμε εμείς οι άνθρωποι.

Καθώς θα παρακολουθεί τον ήρωα μας να γίνεται ένα με τη Γη και τα πλάσματα που την κατοικούν, ίσως νιώσει νοσταλγία, γιατί κάπου, μέσα στα βάθη της μνήμης του, υπάρχουν ακόμη σκόρπιες αναμνήσεις από την εποχή που έκανε κι αυτός το ίδιο, περπατώντας ή ξαπλώνοντας πάνω στο τρυφερό σώμα της μητέρας του, της Γης, νιώθοντας ελεύθερος!

Ο Πιέρ είχε ένα μυστικό που το κράτησε πολύ καλά κρυμμένο και το προστάτεψε με τη ζωή του την ίδια. Ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε στη ζωή του, ο δικός του θησαυρός και έδωσε τα πάντα για να το κρατήσει μακριά από τα βέβηλα μάτια μιας κοινωνίας σε “αποσύνθεση”.

Όπως ο Ιησούς, έτσι κι εκείνος μίλησε για το θησαυρό του, αλλά οι άνθρωποι δεν τον πίστεψαν, αφού όταν μιλούσε, δεν τον άκουγαν. Απλά, μετέφραζαν τα λόγια του έτσι ώστε, να συμφωνούν με αυτά που πρέσβευαν οι ίδιοι. Μετέφρασαν, λοιπόν, το θησαυρό του Πιέρ σε χρυσά νομίσματα, κοσμήματα και άλλα πολύτιμα υλικά αντικείμενα, γιατί αυτός ήταν ένας πραγματικός θησαυρός για τη δική τους αντίληψη και τις δικές τους αξίες.

Αν και με βαρύ τίμημα, το πολύτιμο μυστικό του Πιέρ, ο θησαυρός του, προστατεύτηκε και διαφυλάχτηκε. Τα μάτια των συγχωριανών του ήταν στραμμένα προς την αντίθετη κατεύθυνση και κοίταζαν διαφορετικά πράγματα. Μόνο τα μάτια του δασκάλου του χωριού μπόρεσαν να δουν τελικά τον πραγματικό θησαυρό του Πιέρ και τότε, δυο χοντρά δάκρυα κύλησαν στα σκαμμένα μάγουλά του. “Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος είναι…” μονολόγησε χαμηλόφωνα.

Μελίνα Καρατζά

Βιβλίο

Δύο αιώνες γερμανικής ιστορίας καλύπτει η «Όλγα», το καινούργιο μυθιστόρημα του Μπέρνχαρντ Σλινκ (Bernhard Schlink). Χωρίς να φορτώνει το βιβλίο με ιστορικές λεπτομέρειες, ο συγγραφέας του «Διαβάζοντας στη Χάννα» κατορθώνει να παρακολουθήσει την πορεία της ηρωίδας του από τα πρώτα της βήματα μέχρι το τέλος της, επιχειρώντας μια αναδρομή από το γαλλογερμανικό πόλεμο του 1871, την ίδρυση του γερμανικού Ράιχ, το ίδιο έτος, και τους παγκόσμιους πολέμους ως τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση, το γερμανικό Μάη του 1968 και τις ημέρες μας.

Τα τραύματα από το εθνικό παρελθόν, οι προκαταλήψεις, τα λάθη και ο ταξικός αποκλεισμός δυσκολεύουν τη ζωή των ηρώων και τους κάνουν ανίκανους να ερωτευτούν. Το ΑΠΕ-ΜΠΕ δημοσιεύει σήμερα απόσπασμα από το βιβλίο του Σλινκ, που πρόκειται να κυκλοφορήσει στο αμέσως προσεχές διάστημα από τις εκδόσεις Κριτική, σε μετάφραση Απόστολου Στραγαλινού.

Ακολουθεί απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Όλγα»

«Συνέχισε να διδάσκει στο χωριό της μέχρι την προβλεπόμενη από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών παράδοση της κυριαρχίας των εδαφών βόρεια του ποταμού Μέμελ στη γαλλική διοίκηση, προτού η Λιθουανία προσαρτήσει το 1923 ολόκληρη την περιοχή. Μετά δίδασκε σε ένα χωριό νότια του Μέμελ.

Η χαρά της εκείνο τον καιρό ήταν ο ‘Αικ, ένα ικανό, εφευρετικό και επιδέξιο παιδί. Τα χέρια του έπιαναν και μπορούσε να κατασκευάσει μια βάρκα ή ένα αυτοκινητάκι. Ταυτόχρονα όμως ήταν ένας ονειροπόλος που δεν χόρταινε να ακούει για μακρινές θάλασσες και χώρες στα πέρατα της Γης. Όταν ανακάλυψε τον Τζόναθαν Σουίφτ και τον Ντάνιελ Ντεφόε, η Όλγα άρχισε να του διηγείται ιστορίες από τα ταξίδια του Χέρμπερτ στη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική, στην Αργεντινή, στην Καρελία, στις χερσονήσους και στη Σιβηρία. Τη Σπιτσβέργη και το γεγονός ότι ο Χέρμπερτ ήταν ακόμη αγνοούμενος προτίμησε να τα αποσιωπήσει.

Στον ‘Αικ παρουσίαζε έναν ηρωικό Χέρμπερτ και όχι το αγόρι από την Πομερανία που υπερεκτίμησε τον εαυτό του καταλήγοντας χαμένος στους πάγους, έναν λάτρη της περιπέτειας με άσβεστη την επιθυμία της απεραντοσύνης και των μακρινών ταξιδιών που δεν το έβαζε ποτέ κάτω, άντεχε στις χειρότερες κακουχίες και αψηφούσε τους μεγαλύτερους κινδύνους. Ήταν σαν να επιδίωκε να τον φαντάζεται με τον τρόπο που εκείνος έβλεπε τον εαυτό του και ήθελε να τον βλέπουν οι άλλοι, παρότι στα μάτια του κόσμου δεν ήταν παρά ένας αποτυχημένος. Σαν να είχε ξεχάσει τις κατηγορίες που διατύπωνε εναντίον του εαυτού της. Μεταγενέστερα καταλήφθηκε από τον φόβο ότι ο ‘Αικ, όπως ο Χέρμπερτ, θα χάσει τον προσανατολισμό της ζωής του και στο τέλος θα καταστραφεί παίρνοντας στον λαιμό του κι άλλους. Όμως ο λόγος της δεν επιδρούσε πια πάνω του.

Χάρη στις ικανότητές του, ο ‘Αικ κατάφερε να φύγει από το χωριό και να πάει στην πόλη, μετά από το δημοτικό να φοιτήσει σε γυμνάσιο και από το Τιλσίτ να μετοικήσει στο Βερολίνο, όπου σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο. Η Όλγα τον θαύμαζε κάθε φορά που τον επισκεπτόταν: ψηλός, ξανθός, με ολοκάθαρο πρόσωπο και γαλανά μάτια, αθλητικός, καλλιεργημένος. Μετέπειτα κέρδισε βραβεία, έχτισε ένα πολυκατάστημα στη Χάλε, ένα ξενοδοχείο στο Μόναχο, την πρεσβεία στη Γένοβα και έζησε πολλά χρόνια στην Ιταλία. Η Όλγα τον επισκέφθηκε κι εκεί μια φορά. Ο ‘Αικ τη γύρισε σε όλα τα αξιοθέατα της Ρώμης και της γνώρισε μια νεαρή συνάδελφό του εβραϊκής καταγωγής, καλλιεργημένη και ευφυέστερη από αυτόν, κάτι που όπως φαινόταν δεν το είχε αντιληφθεί και ο ίδιος. Η Όλγα συμπάθησε τη γυναίκα. Μέσα της ευχήθηκε να αποδεχόταν ο ‘Αικ την ανωτερότητά της και να τους έβλεπε παντρεμένους. Μια μέρα όμως έπαψε να την αναφέρει στα γράμματά του.

Το καλοκαίρι του 1936 ο ‘Αικ επέστρεψε από την Ιταλία, προσχώρησε στο εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό εργατικό Κόμμα και από κει στα Ες Ες. ‘Αρχισε να φαντασιώνεται έναν γερμανικό ζωτικό χώρο που θα εκτεινόταν από την περιοχή του Μέμελ μέχρι τα Ουράλια, εδάφη με μελανόχωμα, στέπες, κυματιστούς αχανείς σιτοβολώνες, πλούσια κοπάδια βοδιών. Στη χώρα της φαντασίας του πρόβαλλαν μόνο γερμανικά προπύργια. Έξω από αυτά δεν υπήρχε τίποτα, κενό. Οι εργάτες και οι εργάτριες που είχε ανάγκη η χώρα του, όπως το αλέτρι χρειάζεται το βόδι και η άμαξα το άλογο, κατέφθαναν κάθε πρωί από παντού και κάθε βράδυ εξαφανίζονταν στο πουθενά. Η υπερήφανη διοίκηση του τόπου θα εξάλειφε τη σλαβική μιζέρια και θα αναδείκνυε τη γερμανική λαμπρότητα.

Η Όλγα αδυνατούσε να το πιστέψει. Είχε παρακολουθήσει στενά όλες του τις κλίσεις, τα αναγνώσματα, τους έρωτές του, είχε μιλήσει μαζί του για τα πάντα, είχε υποστηρίξει κάθε του βήμα. Και τώρα αυτό; Πώς μπορούσε ο ‘Αικ να απομακρυνθεί σε τέτοιον βαθμό από τα πιστεύω και τη στάση ζωής που πρέσβευε η ίδια; Ανέκαθεν ψήφιζε τους σοσιαλδημοκράτες, μολονότι ποτέ της δεν εντάχθηκε στο κόμμα. Ήταν υπέρ του δημοκρατικού πολιτεύματος γιατί οι δασκάλες είχαν αποκτήσει περισσότερη αξία από τα χρόνια του Κάιζερ, οι αρμοδιότητές τους είχαν διευρυνθεί και ο μισθός τους ήταν πλέον ικανοποιητικός. Συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο του Γενικού Συλλόγου Γερμανίδων Δασκάλων μέχρι την απόφαση διάλυσής του προκειμένου να προλάβει την ευθυγράμμισή του με τον εθνικοσοσιαλισμό, τον οποίο η Όλγα απέρριπτε από την αρχή.

Ξανά ο στόχος ήταν να μεγαλώσει ακόμα πιο πολύ η Γερμανία, περισσότερο απ’ όσο το ήθελε και το κατόρθωσε ο Μπίσμαρκ στα χρόνια του. Και για να επιτευχθεί τούτο, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έπρεπε να τον ακολουθήσει ένας Δεύτερος.

Προσπάθησε να τον πείσει να σταματήσει τις φαντασιοκοπίες. Γεωργία και κτηνοτροφία; Μα όταν ήταν παιδί δεν προτιμούσε να μαστορεύει και να διαβάζει, από το να βοηθάει στην αγροικία; Δεν του μαραίνονταν τα γεράνια, δεν έχασε τη γάτα όταν σπούδαζε; Δεν σπούδασε αρχιτεκτονική και όχι αγροτική οικονομία; Τι σχέση είχε το όνειρο του απέραντου ορίζοντα με το κενό που δέσποζε από την ώρα που ανάτελλε ο ήλιος ως τη δύση του; Μα δεν υπήρχαν άνθρωποι παντού; Η Γερμανία δεν ήταν άλλωστε γεμάτη από σιτοβολώνες και κοπάδια βοδιών; Όμως δεν κατάφερε να τον μεταπείσει. Την αντιμετώπιζε με τη στοργική περιφρόνηση που επιδεικνύεται προς όσους το προχωρημένο της ηλικίας δεν τους επιτρέπει να καταλαβαίνουν τα σημεία των καιρών.

Κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών η Όλγα ανέβασε πυρετό. Νομίζοντας πως πρόκειται για γρίπη, έμεινε στο κρεβάτι. Ένα πρωί ξύπνησε και συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει την ακοή της. Ο γιατρός δοκίμασε διάφορα γιατροσόφια. Ακόμα και μετά από καιρό η Όλγα αναρωτιόταν αν ο γιατρός είχε πιστέψει πραγματικά στη θεραπεία ή αν απλώς προσπάθησε με ήπιο τρόπο να την εξοικειώσει με την ιδέα ότι στα πενήντα τρία της ήταν πλέον κουφή.

Ακολούθησε η απόλυσή της. Η διεύθυνση εκπαίδευσης ήθελε έτσι κι αλλιώς να την ξεφορτωθεί, καθώς δεν ταίριαζε στη νέα εποχή. Δεν θα σταματούσε τη διδασκαλία αν δεν της το επέβαλλαν. Περιμένοντας όμως από καιρό ότι οι ναζί θα την έδιωχναν, το σχολείο της φαινόταν ολοένα και πιο ξένο. εξάλλου πρόσφερε τις υπηρεσίες της πάνω από τριάντα χρόνια και ίσως είχε έρθει ο καιρός να σταματήσει.

Η καλή φήμη της τοπικής Σχολής Κωφών του Μπρέσλαου την ώθησε να μετακομίσει εκεί. H επάρκεια της γλώσσας και του λεξιλογίου της τη βοήθησαν να αποκτήσει αξεπέραστη ικανότητα ανάγνωσης των χειλιών. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών σκόπευε να παραμείνει στην πόλη. Αρκετά είχε ζήσει στην ύπαιθρο. Τελικά όμως εγκαταστάθηκε σε ένα χωριό, γιατί εκεί το κόστος ζωής ήταν φθηνότερο. Μιας και ήταν ικανή και επιδέξια μοδίστρα που από τα χρόνια της Παιδαγωγικής Ακαδημίας έραβε όλα τα ρούχα μόνη της, γρήγορα βρήκε πελάτισσες στο Μπρέσλαου. Μερικές φορές δούλευε στα σπίτια τους, ενώ σε άλλες περιπτώσεις έπαιρνε τα ρούχα στο σπίτι της και τα παρέδιδε έτοιμα ύστερα από λίγες μέρες. Η απόσταση με το τρένο ήταν μία ώρα.

Ντυνόταν κομψά, μαγείρευε, φρόντιζε τον κήπο της, έκανε περιπάτους, ενώ πότε πότε την επισκέπτονταν παλιοί μαθητές και μαθήτριές της, οι φίλοι της από την περιοχή του Μέμελ μαζί με τα παιδιά τους, ο ‘Αικ. Η μουσική τής έλειπε κάθε μέρα. Στο σχολείο τραγουδούσε μαζί με τα παιδιά, στην εκκλησία διεύθυνε τη χορωδία και έπαιζε εκκλησιαστικό όργανο, ενώ λάτρευε να πηγαίνει στα κοντσέρτα που διοργανώνονταν περιστασιακά στο Τιλσίτ. Τώρα πια μόνο διάβαζε τις παρτιτούρες παίζοντας στον νου της τη μουσική, ωστόσο αυτό δεν ήταν παρά ένα θλιβερό υποκατάστατο. Αγαπούσε επίσης τους ήχους της φύσης, τα πουλιά, το θρόισμα του ανέμου, τον παφλασμό της θάλασσας. Της άρεσε τα καλοκαίρια να την ξυπνούν οι κότες και τους χειμώνες οι καμπάνες της εκκλησίας. Χαιρόταν που δεν μπορούσε να ακούσει τα μεγάφωνα. Ο κόσμος είχε γίνει πιο θορυβώδης με την άνοδο των ναζί. Είχαν εγκαταστήσει παντού μεγάφωνα για να μεταδίδουν ξανά και ξανά βροντερούς λόγους, εμβατήρια και δημόσιες ανακοινώσεις και να μην τους ξεφεύγει άνθρωπος. Τίποτα όμως δεν ηχεί τόσο άσχημα στο αυτί, που για να μην το ακούει κανείς να προτιμά να μην ακούει ούτε τα καλά».

Βιβλίο

Η ετήσια συνάντηση μαζί σας, πλησιάζει με ένα διαφορετικό ημερολόγιο για τους μικρούς ή μεγάλους πρωταγωνιστές της ζωής μας,τα παιδιά μας, τα οποία αξίζουν τον σεβασμό, την προσοχή και την αγάπη μας.

Στις σελίδες αυτού του ημερολογίου θα βρείτε συμβουλές για διάφορα θέματα που σας απασχολούν στην καθημερινότητα: η σχέση με τον σύντροφό σας, ο ύπνος των παιδιών, η διατροφή, το σχολείο, οι φιλίες, ο εκφοβισμός, τρόποι για την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης, η σεξουαλικότητα.

Επειδή αναμφίβολα γονιός δεν γεννιέσαι αλλά γίνεσαι, το ημερολόγιο του 2019 έρχεται να σας συντροφεύσει για άλλη μια χρονιά, όλη τη χρονιά και να σας στηρίξει στον γονικό αλλά και στον συντροφικό σας ρόλο.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή