Νοεμβρίου 17, 2018

Βιβλίο

Μάνη, 34 χρόνια πριν: μια βεντέτα ξανανοίγει, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι έχοντας χάσει τα πάντα ξενιτεύεται στην Αμερική. Δεκαεπτά χρόνια μετά επιστρέφει στην Ελλάδα λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και για να κλείσει τους παλιούς λογαριασμούς. Μαζί με το «ψυχικό» αυτό τον περιμένει και ο έρωτας, ένας έρωτας δυνατός, θυελλώδης, που όταν αποκαλυφθεί το αληθινό πρόσωπό του θα καταρρεύσουν και πάλι όλα. Ύστερα από άλλα δεκαπετά χρόνια, ο Οδυσσέας επιστρέφει και πάλι – για μια κηδεία αυτή τη φορά. Στο χωριό του στη Μάνη το παρελθόν είναι εκεί και τον περιμένει γεμάτο υποσχέσεις και εκπλήξεις…

Στο μυθιστόρημα της Χριστίνας Ζέμπη «Πέτρα και μέλι» η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη. Ο αναγνώστης καταλαμβάνεται από μια εσωτερική συγκίνηση, ένα φούσκωμα στο στήθος και τα δάκρυα είναι προ των πυλών.

Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη –είτε από την πλευρά του Αλέξη, εκπροσώπου της νέας γενιάς του χωριού, είτε από αυτήν του Οδυσσέα–, δημιουργεί αμεσότητα με τον αναγνώστη. Σαν ο τελευταίος να είναι ο τελικός αποδέκτης μιας συζήτησης που έχει ανοίξει εδώ και καιρό. Οι ήρωες νοσταλγούν, σκέφτονται, αναλύουν, αναρωτιούνται, ψάχνουν λύσεις, συγκρούονται με τον εαυτό τους. Στους εσωτερικούς μονολόγους αποκαλύπτεται η πραγματική φύση τους, οι αιτίες και τα πώς που τους οδήγησαν στις πράξεις. Στους διαλόγους οι αντιδράσεις τους και τα λόγια τους, τελείως διαφορετικά, έρχονται σε αντίθεση με τον εσωτερικό τους κόσμο. Τι προσπαθούν να αποδείξουν; Ή απλά αγνοούν; Την ιστορία της Μελένιας, από την άλλη, τη μαθαίνουμε από το στόμα τρίτων, είναι τραυματισμένη βαθιά, δεν αντέχει να την αφηγηθεί η ίδια. Ή μήπως πολύ περήφανη, γνήσια Μανιάτισσα;

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Ο αναγνώστης παίρνει μια γεύση από μανιάτικη βεντέτα, αλλά καταλαβαίνει ότι ο έρωτας έχει τον τελευταίο λόγο. Οι ήρωες έχουν βάλει τους στόχους τους και παρά τα όποια εμπόδια θα τους πετύχουν. Ίδιοι με τα μυρμήγκια που πάντα φτάνουν στη φωλιά τους.

Ελένη Κίτσου

Βιβλίο

Η τέχνη είναι μια πόρνη που ποτέ δεν θα σου χαρίσει τον οργασμό της. Μη σε τρομάζει ότι θα σου μιλήσω για τέχνη. Τέχνη μπορεί να είναι και ο τρόπος που ζεις. Και συ… Μπορεί να είσαι το δικό σου έργο τέχνης. Και κείνος. Σίγουρα. Τον εαυτό του έκανε εντέλει έργο τέχνης. Θες να παρατηρήσουμε μαζί; Αυτό το πλάσμα. Αυτά τα πλάσματα. Τα ξεθαρρεμένα στην απόλυτη ελευθερία.

Τα πλάσματα τα αθάνατα.

Απόσπασμα
Τι σόι άνθρωπος… Να ’ξερες πόσες φορές το μονολόγησα. Έτσι καθώς ακολουθούσα τη σκιά της ζωής του όλης. Τι σόι άνθρωπος… Να! Τότε που τον είδα να σημαδεύει με το μαχαίρι, ο ίδιος σου λέω, το χέρι του… Να κόβει το δάχτυλό του μπροστά στα μάτια της. Να της στραγγίζει το αίμα του όλο. Τι σόι άνθρωπος… Όταν έτρεχε με μια κούτα τσιγάρα στα χέρια, ανάμεσα από διασταυρούμενα πυρά πολέμου, για ένα «ψιτ, μικρέ», που ακούστηκε από ένα παράθυρο που ανοιγόκλεισε σβέλτα.

Όταν είδε το φίλο του να πεθαίνει μπροστά στα μάτια του. Όταν έλεγε «εγώ θα είμαι μια μεγαλοφυΐα!» κι ήτανε μια σταλιά. Όταν ταξίδευε για Ρώμη. Τότε που όλη η Ελλάδα μετανάστευε… Εννιακόσιες… Άκου νούμερο! Εννιακόσιες νύφες μιας και μόνης καραβιάς για Αυστραλία, για να συναντήσουν ένα γαμπρό που είχαν δει μόνο σε φωτογραφία…

Κι αυτός… Μετανάστης. Πολιτιστικός μετανάστης, γι’ αυτό που εκείνος όριζε ως «ψωμί». Στη Ρώμη του 1957 και στο Παρίσι του 1960. Δεν μπορείς να φανταστείς τι γινότανε στη Ρώμη του ’57 και στο Παρίσι του ’60! Τι σόι άνθρωπος…

Όταν την είδε τόσο μα τόσο όμορφη, με τα μαλλιά της ανακατεμένα από έρωτα και ένα δευτερόλεπτο μετά… Άσ’ τα! Θα τα διαβάσεις. Τι σόι άνθρωπος… Σ’ εκείνη τη μικρή αυλή… Εκεί! Όπως τα είχε στοιβαγμένα, έριξε βενζίνη και έβαλε φωτιά! Τα έκαψε, σου λέω, όλα. 

Τι σόι άνθρωπος είναι αυτός που κατόρθωσε να λογαριαστεί με θηρία! Που δεχόταν επάνω του, καταπάνω του, κατάσαρκα, όλα τα ηλεκτρικά βολτ της παγκόσμιας τέχνης. Και καταγράφηκε στη λίστα των πιο σημαντικών προσωπικοτήτων του 20ού αιώνα. Και κείνος… Άκου! «Κινδύνευα να αυτοκαταστραφώ», μου είπε. Τι σόι άνθρωπος… Εκεί στη Βενετία. Όταν μου μιλούσε για τότε… Την πιο μεγάλη του στιγμή. «Δεν πέθανα εγκαίρως, ο μαλάκας». Το είπε και το πίστευε.

Η συγγραφέας
Η Ρέα Βιτάλη γεννήθηκε το 1961. Έχει σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης και υπηρετεί εδώ και 20 χρόνια το χρονογράφημα. Το πρώτο της βιβλίο «Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο» αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το κοινό ενώ το «Δεν πέθανα εγκαίρως» είναι το δεύτερο βιβλίο της εγκαινιάζοντας την συνεργασία της με τις εκδόσεις Διόπτρα.Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για μια ψυχική νόσο αλλά για μια συναισθηματική κατάσταση που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι παροδική και συνδεδεμένη με την διάρκεια των εορτών.

Βιβλίο

Aκούγοντας για ώρα αμίλητοι τον Νικήτα Μπελή να μιλά για την προδομένη αγάπη του, ο γέρο-Τρύφωνας είπε μόνο Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη, παλικάρι μου. Ήξερε ο ξεκληρισμένος ξωμερίτης, που κακοί καιροί τον ξόριασαν στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας, πως όλα τα ξύλα δεν βγάζουν την ίδια φλόγα ούτε κι αφήνουν πίσω τους την ίδια στάχτη.

Στην ομότιτλη συλλογή των οκτώ διηγημάτων, οι ήρωες γνωρίζουν στην αρχή λίγη αναγνώριση, μια πρόσκαιρη ανάδειξη, μιαν ελάχιστη, όσο το φως μιας αστραπής, έκλαμψη ευτυχίας• κι ύστερα, άλλοι από τις τροπές της Ιστορίας, άλλοι από τις μετεμφυλιακές διώξεις και τα κολαστήρια της χούντας, κάποιοι από ανεκπλήρωτους και προδομένους έρωτες, μερικοί από κακοτυχία, αρρώστιες και θάνατο, όλοι τους κατακρημνίζονται, καταβυθίζονται στο σκοτάδι. Ένας αλαφροΐσκιωτος μόνο, ο Πετρής Χαρκόβας, αφήνει τη στάχτη πίσω του και αξιώνεται τη θέρμη μιας αδύναμης αλλά άσβεστης φλόγας - αυτόν όμως, από παιδί ακόμη, τον είχαν αγγίξει οι νεράιδες των νερών.

Στις οκτώ αυτές ιστορίες μια μακριά «κόκκινη κλωστή» κόβεται και δένεται ξανά: βγαίνει από τις τέφρες της Μεγάλης Καταστροφής, περνά από τον Μεσοπόλεμο, χάνεται στις σκοτεινές διαδρομές του Εμφυλίου και της Δικτατορίας και φτάνει ώς την ύστερη Μεταπολίτευση, όταν οι πρώτοι τριγμοί της επερχόμενης κατάρρευσης είχαν αρχίσει κιόλας να ακούγονται - από όσους, βέβαια, είχαν αυτιά για να τους ακούσουν.

Ο Γιάννης Ατζάκας γεννήθηκε το 1941 στον Θεολόγο της Θάσου. Αποφοίτησε το 1966 από τη Φιλο¬σοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1975 εργάστηκε στην ιδιωτική και τη δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Τα έργα του Διπλωμένα φτερά (Άγρα, 2007), Θολός βυθός (Άγρα, 2008) και Φως της Φονιάς (Άγρα, 2013) αποτελούν τριλογία. Δημοσίευσε επίσης την πολιτική νουβέλα

Κάτω από τις οπλές (Άγρα, 2010). Ο Θολός βυθός τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2009. Φωτογραφία εξωφύλλου: Στράτος Καλαφάτης.

Βιβλίο

.«Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που είχε ακούσει τα αγάλματα να τραγουδάνε, είχε χορέψει μαζί τους στο φως του φεγγαριού, τα είχε δει να δακρύζουν. Επειδή, βλέπετε, τις νύχτες τα αγάλματα ζωντανεύουν. Η Αγγελίνα, η ηρωίδα του βιβλίου μου, το ήξερε αυτό∙ εξαιτίας της δουλειάς των γονιών της μεγάλωσε μέσα στο μουσείο. Επιπλέον έχει γεννηθεί με ένα χέρι καλό και ένα «μισό» («καταραμένο» το λέει η ίδια) κι αυτό την έκανε να μοιάζει ακόμη περισσότερο με τα, ακρωτηριασμένα, αγάλματα που ήταν οι καλύτεροί της φίλοι. Όλα όμως θα αλλάξουν όταν ο Μουσολίνι κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα και τότε θα διαπιστώσει πως ακόμα και τα αγάλματα θα κινδυνεύσουν. 

»Είναι μια ιστορία για την ενηλικίωση, την αναζήτηση ταυτότητας και τη βιωμένη ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μια ιστορία που έχει φόντο την πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αγαλμάτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου».

Γνωρίζουμε ότι μέσα στις σελίδες του βιβλίου θα συναντήσουμε και την Άλκη Ζέη. Θέλετε να μας μιλήσετε για αυτή τη συνάντηση;
«Είχα τη μεγάλη χαρά και τιμή η κυρία Άλκη Ζέη να διαβάσει το «χειρόγραφό» μου, να της αρέσει και να γράψει ένα προλογικό σημείωμα για το βιβλίο. Για εμένα που ως παιδί κοιμόμουν με τα βιβλία της στο προσκεφάλι μου μπορείτε να καταλάβετε πόσο σημαντικό και όμορφο γεγονός είναι αυτό. Θεωρώ άλλωστε πως της χρωστάω πολλά. Η τόλμη της να εισαγάγει την πολιτική σε βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά και νέους με επηρέασε βαθιά και νομίζω πως συνέτεινε και συνολικότερα στη διαμόρφωση της άποψής μου για το τι σημαίνει ‘γράφω για παιδιά και για νέους’».

Ποιος είναι ο σκοπός του βιβλίου, το μήνυμα που θέλετε να περάσετε και σε ποιο αναγνωστικό κοινό απευθύνεται;
«Σκοπός μου δεν ήταν άλλος από το να φανταστώ, να διηγηθώ και να μοιραστώ την ιστορία του συγκεκριμένου κοριτσιού και μέσα από τα μάτια της, την ιστορία των απλών ανθρώπων που συμμετείχαν σ’ αυτή την, τεράστιας σημασίας, επιχείρηση της απόκρυψης των αρχαιοτήτων. Για το πώς το παρελθόν συνεχίζει να υπάρχει στο παρόν, ακόμη κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε. Για την αξία του να πιστεύεις σε ιδανικά που σε καθορίζουν ως άνθρωπο. Τη βρήκα γοητευτική, συναρπαστική και βαθιά ανθρώπινη ιστορία.
»Δεν γράφω ποτέ με σκοπό να περάσω κάποιο μήνυμα. Η τέχνη πάντα έχει τους δικούς της κώδικες, τον δικό της τρόπο για να αγγίξει καρδιά και νου. Άρα, υπό αυτό το πρίσμα, το μόνο που μένει να κάνεις είναι να υπηρετείς με αφοσίωση, σκληρή δουλειά και ειλικρίνεια την τέχνη σου (στην προκειμένη αυτή του λόγου) να καταθέσεις τα όσα εσένα σε «τρώνε» και να ελπίζεις πως κάπου μπορεί να αγγίξεις τους αναγνώστες σου. Αναγνώστες που μπορεί να είναι είτε παιδιά και νέοι είτε ενήλικοι».

Ποια φαντάζεστε πως θα ήταν η τύχη των αγαλμάτων αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά;
«Πριν λίγο καιρό φιλοξενήθηκα για κάποιες ημέρες στο Δίστομο. Μίλησα με ανθρώπους που μπορεί να ήταν στην ηλικία μου, όμως κάπου στα λόγια τους, στο βλέμμα τους υπήρχε η σκιά από το σημάδι του τεράστιου πόνου που άφησε πίσω της η σφαγή. Γενιές μετά κι οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί, με διαβεβαίωναν και πράγματι μπορούσα να το νιώσω. Δεν κλείνουν εύκολα οι πληγές από τη βαρβαρότητα...
»Αν λοιπόν τα πράγματα είχαν συμβεί διαφορετικά, και τα αγάλματα δεν είχαν κρυφτεί, το πιο πιθανόν θα μιλούσαμε πάλι για άλλου είδους μεν, βαρβαρότητες δε. Για πληγές στον πολιτισμό που δεν θα έκλειναν... Άλλωστε σε ιστορικά καταγεγραμμένες περιπτώσεις που οι αρχαιότητες δεν κρύφτηκαν, αυτό που συνέβηκε ήταν πράγματι βανδαλισμοί και λεηλασίες από τους κατακτητές.
»Θα αναφερθώ μονάχα σε ένα πρόσφατο παράδειγμα-πληγή μεγάλη για τον πολιτισμό: στην καταστροφή της Παλμύρας... Πώς να επουλωθεί αυτή η πληγή που άφησε πίσω της η βαρβαρότητα;»

Αν φανταστούμε ότι τα αγάλματα είχαν φωνή, τι θα μας έλεγαν σήμερα;
«Ξέρετε, προσωπικά είμαι πεπεισμένη πως τα αγάλματα έχουν «φωνή». Νομίζω πως πολλοί αρχαιολόγοι ή και όσοι άλλοι δουλεύουν κοντά στ’ αγάλματα θα μπορούσαν να εξομολογηθούν ανάλογες εμπειρίες.
»Πως δηλαδή τα αγάλματα ψιθυρίζουν ιστορίες τόσο παλιές όσο κι οι άνθρωποι, ιστορίες θλιμμένες και χαρούμενες, ιστορίες που μιλάνε για έρωτα, προδοσία, φιλίες, ελπίδα, πόνο, υποσχέσεις, αγώνα, ματαιώσεις, συμπόνια, δικαιοσύνη, αγάπη, όνειρα...
»Μας λένε πως το να είμαστε άνθρωποι είναι αυτό που μας κάνει... ξεχωριστούς. Κι ότι μόνο έτσι μάς αξίζει να πορευόμαστε: με ανθρωπιά».

Διαβάστε ένα απόσπασμα του βιβλίου

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Τα αγάλματα μακριά από τα ανθρώπινα βλέμματα ζωντανεύουν. Η Αγγελίνα το γνωρίζει αφού μεγάλωσε μέσα στο Μουσείο σχεδόν. Το ότι έχει ένα καλό κι ένα... μισό, «καταραμένο» χέρι την κάνει να μοιάζει ακόμα περισσότερο με τα αγάλματα, που με εξαίρεση τον Τίκο είναι οι καλύτεροι φίλοι της. Τι κι αν ο Τίκο δεν βλέπει σχεδόν χωρίς τα γυαλιά του; Μπορεί να βλέπει πράγματα που άλλοι αγνοούν.

Όταν η Ιταλία του Μουσολίνι κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα ο φόβος να επικρατήσει στην Ευρώπη το σκοτάδι του ναζισμού γίνεται εντονότερος. Κι όσοι σχετίζονται με το Μουσείο –από τους αρχαιολόγους, όπως η κυρία Σέμνη, μέχρι τους φύλακες και τον μαρμαροτεχνίτη πατέρα της Αγγελίνας, την καθαρίστρια Μικρασιάτισσα μητέρα της ή και τη μεγαλοαστή νονά της– έχουν την ίδια αγωνία, το ίδιο κοινό μυστικό που συνοψίζεται σε μια και μόνο φράση: «Να προλάβουμε...».

Τα δυο παιδιά σύντομα θα ανακαλύψουν τη σημασία εκείνου του μυστικού∙ πίσω από τις κλειστές πόρτες του Μουσείου, πραγματοποιείται μια μεγάλη επιχείρηση, δίνεται ένας ιδιαίτερα σημαντικός αγώνας για τη χώρα και τον πολιτισμό. Ένας αγώνας που τα δυο παιδιά θα μεταφέρουν με τον δικό τους τρόπο και στις γειτονιές τους.

Μια βαθιά ανθρώπινη κι αντιπολεμική ιστορία για την αναζήτηση ταυτότητας, την ενηλικίωση, τη φιλία και την ανάγκη συνέχισης και διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς∙ βασισμένη στην πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Αγγελική Δαρλάση γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και όνειρό της το παιδικό ήταν να γίνει συγγραφέας. Αφού σπούδασε Θεατρολογία (Τμήμα θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αθηνών), Παραστατικές Τέχνες (The Royal Central School of Speech and Drama) και δημιουργική γραφή (σε Αθήνα και Λονδίνο) κι αφού σκηνοθέτησε και δίδαξε αποφάσισε πως, επιτέλους, ήρθε ο καιρός να γίνει και... συγγραφέας.

Έκανε την αρχή με θεατρικά έργα αποσπώντας βραβεύσεις και διακρίσεις σε θεατρικούς διαγωνισμούς συγγραφής θεατρικών έργων. Λίγο μετά ήρθε και το πρώτο της μυθιστόρημα για παιδιά και νέους Ονειροφύλακες που τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο.

Ακολούθησαν κι άλλα βιβλία κι άλλα θεατρικά έργα που έφεραν μαζί τους διακρίσεις, βραβεύσεις και πολλή αγάπη από μικρούς και μεγάλους αναγνώστες (και θεατές). Έχει δουλέψει σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση. Έχει σκηνοθετήσει θεατρικές παραστάσεις, performances, συναυλίες. Έχει διδάξει Θέατρο, Θεατρική αγωγή και Δημιουργική γραφή.

Έχει μεταφράσει θέατρο και πεζογραφία. Καλεσμένη του The Greek play project συμμετέχει, εκπροσωπώντας την Ελλάδα, στο Τhink Τank θεατρικών συγγραφέων σε διεθνές πρόγραμμα της Ένωσης Ευρωπαϊκών Θεάτρων. Είναι από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας θεάματος Η Άλλη Πλευρά και της ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας Puzzlemusik. Διδάσκει δημιουργική γραφή (σε μικρούς και σε μεγάλους) και φυσικά... γράφει.

Βιβλίο

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Ζαν Μισέλ Γκενασιά
Στην πίσω αίθουσα ενός παρισινού μπιστρό, ο Μισέλ Μαρινί θα συναντήσει μια ομάδα δεινών σκακιστών και θα γίνει το νεαρότερο μέλος αυτής της Λέσχης, στην οποία συχνάζουν πολιτικοί πρόσφυγες από την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Είναι η εποχή του Πολέμου της Αλγερίας, της Κούβας, του Ψυχρού Πολέμου, του ροκ εν ρολ και του πάθους για το ποδοσφαιράκι. Είναι επίσης η εποχή που ο Νουρέγιεφ αυτομόλησε στη Δύση, ο Καμύ πέθανε και ο Τζακ Κέρουακ έγραψε το Στο δρόμο, το μανιφέστο ενός καινούριου κόσμου, ενός διαφορετικού τρόπου ζωής, μακριά από συμβάσεις και προκαταλήψεις.

Ο Μισέλ Μαρινί ενηλικιώνεται μέσα από τα βιβλία, το σινεμά και τη φωτογραφία όπως και οι υπόλοιποι συνομήλικοι του, ζει μέσα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια και συναναστρέφεται μια ιδιότυπη παρέα προσφύγων όπου οι προσωπικές τους αφηγήσεις και το μυστικό που τους δένει θα του αλλάξουν τη ζωή.


Ο Γκενασιά διαλέγει για ήρωα έναν ανήλικο, που έχει πατρίδα, θρησκεία και κυρίως άγνοια της ιστορίας και τον βάζει ανάμεσα σε άθρησκους και πληγωμένους από την ιστορία και κυρίως απάτριδες. Ο συγγραφέας δίνει πρόσωπο και λόγο σε θύματα και θύτες, σε αυτούς που λίγα χρόνια πριν ήταν κάπου κρυμμένοι πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα και τώρα βρίσκονται στο Παρίσι. Όλοι τους παρίες, χωρίς οικογένεια, με πτυχία που δεν αναγνωρίζονται, προδότες για το κομμουνιστικό κόμμα και αποστάτες για τους Δυτικούς. Συχνάζουν στο Balto, στην άτυπη σκακιστική λέσχη που λειτουργεί μέσα σε ένα τυπικό γαλλικό μπιστρό. Η λέσχη διέπεται από τους κανόνες της σιωπής αλλά κυρίως από τις αξίες και τις πεποιθήσεις των θαμώνων της, όπως σφυρηλατήθηκαν από την εποχή τους.

Ο Γκενασιά γράφει για τη μνήμη, τη φιλία και την προδοσία, το πολιτικό σκάκι του προηγούμενου αιώνα και για τα μεγάλα πάθη όπως το σινεμά και τα βιβλία. Είναι ένα πεζογράφημα αντάξιο του όγκου του, χορταστικό, πυκνό και καλογραμμένο. Ένα πραγματικό μυθιστόρημα από αυτά που γελάς και ρίχνεις και κάμποσα δάκρυα, που δεν θέλεις να το αφήσει

Βιβλίο

Στάθηκα για ώρες μπροστά σε μηνύματα γραμμένα σε τοίχους... Και αισθανόμουν μια παράλογη ανάγκη να επιστρέφω εκεί ξανά και ξανά, μέχρι που οι τοίχοι έγιναν οι μάνες της έμπνευσής μου. 

Μηνύματα βελουδένια, μαύρα, κόκκινα ή μαβιά, με μια εύθραυστη αθωότητα, που το καθένα είχε την αποστολή να συντρίψει τα όρια και τους περιορισμούς μέσα στους οποίους περνάμε τη ζωή μας.

Με τα άρθρα μου δημιούργησα ένα τόξο θετικής ενέργειας, γιατί βαθιά μέσα μου, πιστεύω ότι, παρόλο που διανύουμε μια δύσκολη εποχή, κάτι υπέροχο βρίσκεται στο δρόμο. Κι αν μπορέσουμε να βρούμε αίσθηση σιγουριάς μέσα στην άγρια αναστάτωση, αν απλώσουμε τον εαυτό μας πέρα από τους φόβους μας, αν χτίσουμε γέφυρες αγάπης κι αν μείνουμε πιστοί στα όνειρά μας, τότε αυτή η ενέργεια θα ταξιδέψει παντού...

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Είναι Φλεβάρης, αλλά ο ήλιος λάμπει... και δεν μπορώ να εγκαταλείψω τη συνήθεια να πιστεύω, να ελπίζω και να περιμένω τα καλύτερα...

Συγγραφέας: Γιώτα Σούσουλα

Βιβλίο

Έλα τώρα που ΔΕΝ το έχεις σκεφτεί ΟΥΤΕ μία φορά. 

Να τον ξεφορτωθείς και να ησυχάσεις.
Να γλιτώσεις, να ξεμπερδεύεις.
Εσύ. Που είσαι καλή, χρυσή, υπέροχη, που σε θέλαν καν και καν, αλλά που στραβώθηκες και πήρες… αυτόν.
Εσύ. Που είσαι η κολόνα της οικογένειας.
Παιδιά, δουλειά, οικιακά, τα κάνεις όλα και δε βγάζεις κιχ.
Κι αυτός. Που, αντί να σου πει ευχαριστώ και μπράβο, σε γράφει και αδιαφορεί, τα φορτώνει όλα στις πλάτες σου και «χαλαρώνει» με τις ώρες μπροστά στον υπολογιστή.
Κι όμως… Όλα τα αντέχεις και τα υπομένεις, γιατί τον αγαπάς.
Μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτεις τυχαία πως αυτός σε ΑΠΑΤΑ! Ναι! Έχει το θράσος και να σε ΑΠΑΤΑ!!! Να έχει ερωμένη!

Μέχρι εδώ ήταν. Το παίρνεις απόφαση.
Θα τον πετάξεις από το παράθυρο. Θα τον καθαρίσεις με τον καθαριστή για τα κολοκυθάκια. Θα τον ταΐσεις δηλητηριασμένο χορτοπιτάκι. Θα τον καρφώσεις με το μαχαίρι της κουζίνας, θα του κόψεις τα φρένα του

αυτοκινήτου, δε θα σταματήσεις να αυτοσχεδιάζεις μέχρι να τον αποτελειώσεις.
Όπως κάνει και η Ξένια με τον Παναγιώτη, που την έχει καταστήσει τάρανδο με την Τασούλα την κοντή.
Μη διστάζεις. Μπες στην ιστορία και κάνε τη ζωή σου καλύτερη.

Ένα βιβλίο με δολοφονικό χιούμορ που μόνο ένας θανατηφόρος γάμος μπορεί να εμπνεύσει!

Εγώ η ηλίθια, η χαζή, η ευκολόπιστη, το πρόβατο. Μέσα στα μούτρα μου τα σημάδια, κι εγώ... Έπρεπε να συμβεί μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, να το δω με τα ίδια μου τα μάτια για να πειστώ. Αλλά ξεστραβώθηκα τελικά. Ξεστραβώθηκα. Και τώρα ήρθε η ώρα να πάρω εκδίκηση. Να εκδικηθώ.

Να τον εκδικηθώ υπό πλήρη νηφαλιότητα, όπως έκαναν ένα σωρό διάσημες γυναίκες δολοφόνοι.

 

 

Βιβλίο

Το τσίρκο Λα Λούνα μετά από πολλά χρόνια επιστρέφει στην πόλη όπου έκανε τις πρώτες παραστάσεις του. Η ιστορία του, όμως, κρύβει ένα ακατανόητο μυστήριο, το στιγματίζει ένα ανεξιχνίαστο ατύχημα και η φήμη για κάποιον κρυμμένο θησαυρό…

Δύο όμορφοι νέοι ακροβάτες, η Ιρίνα και ο Κρις, ορφανοί κι οι δυο, έχουν αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους αφού έχουν μεγαλώσει σαν αδέρφια. Ωστόσο ο Κρις είναι βαθιά ερωτευμένος με την Ιρίνα η οποία... γνωρίζει κάτι και τον αποφεύγει...

 

Μια παράξενη Αιγύπτια μάγισσα, ένα παλιό βιβλίο με σημειώσεις, ένα μαγικό μενταγιόν που η ενεργοποίησή του προκαλεί σ᾽ αυτόν που το φοράει παράξενα οράματα, κρυφά πάθη και αδυναμίες… όλα μαζί πλέκουν το σκοτεινό υπόβαθρο μιας ιστορίας που καθηλώνει τον αναγνώστη με τις ανατροπές και τις συγκινήσεις που προκαλεί.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Ήρα Ραΐση γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και σπούδασε Νομικά, εμβαθύνοντας στην επιστήμη του Ποινικού Δικαίου.
Άτομο πολυταξιδεμένο και πολυπράγμον, θέλει να μοιραστεί τις εμπειρίες και τις γνώσεις της, αποτυπώνοντάς τες στις σελίδες ενός βιβλίου.

 

Βιβλίο

Η Πρωινή γαλήνη είναι η ιστορία ενός νέου ανθρώπου και του ονείρου να ξεπεράσει τον εαυτό του, να ανοίξει τους ορίζοντές του, να πετάξει ψηλά μήπως και βρει τον βαθύτερο εαυτό του.

Είναι ακόμα μια ιστορία έρωτα, ονείρων, απώλειας και περιπλάνησης στον χρόνο και τον χώρο, από τη Μακεδονία έως το Τέξας και από την Αθήνα έως την Άπω Ανατολή, γεμάτη σύννεφα και ωκεανούς, θλιμμένες γκέισες και μοναχικά, παθιασμένα κορίτσια.

Η Πρωινή γαλήνη είναι, τέλος, μια ιστορία ανεκπλήρωτων στόχων και ανολοκλήρωτων πόθων σε μια Ελλάδα που στροβιλίζεται στα απόνερα του Εμφυλίου και στη δίνη ενός ξεχασμένου, άγνωστου πολέμου στην άλλη άκρη του πλανήτη.

Ο Ηλίας Μαγκλίνης γεννήθηκε το 1970 στην Κινσάσα του Κονγκό. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και πολιτικές επιστήμες στην Αγγλία και τη Σκοτία. Από το 1994 έως το 2003 εργάστηκε ως συντάκτης στο περιοδικό Διαβάζω.

Σήμερα εργάζεται στην εφημερίδα Καθημερινή. Ασχολείται συστηματικά με τη μετάφραση. Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Σώμα με σώμα (2005), τη νουβέλα Η ανάκριση (2008), και έχει δημοσιεύσει διηγήματα σε περιοδικά και ανθολογίες.

Βιβλίο

Οκτώβριος
Μια βροχή, μια μαγική βροχή είναι έτοιμη να πέσει πάνω σε μια ξύλινη πόλη, να λειάνει τις γωνίες της και να μαλακώσει τις ψυχές της.

Δίπλα της, στο βουνό του Δία που την κοιτά αιώνια, ο Διάβολος συναντά έναν καλόγερο και τον προειδοποιεί: <<Ετούτη η βροχή, κάθε σταγόνα της, εμπεριέχει τον ίδιο τον Θεό κα μια ψυχή. Φτάνει να σας αγγίξει στο πρόσωπο για ν’ αλλάξει τις ζωές σας>>.
Ένας κωφός πιανίστας παίζει τη μουσική του, καθοδηγούμενος από βρόχινες σταγόνες στη γυμνή πλάτη του. Ένας φούρναρης μάχεται μια πόρνη, παλιό απωθημένο του. Ένας γέρο-Ινδός διδάσκει ένα παιδί. Ένα αυτιστικό κορίτσι συναντά τη ντίβα Μαρία Κάλλας. Μια μάγισσα <<κερνά>> μια συνάντηση σε μια νεαρή γυναίκα με το νεκρό άνδρα της. Ένας φωτογράφος απαθανατίζει μια εγκυμονούσα Μόνα Λίζα. Ένας σχιζοφρενής χορευτής αγκαλιάζει τη βροχή και χορεύει μαζί της ένα μαγικό τανγκό .

Η έκβαση και το τέλος αυτών κι άλλων ιστοριών καθορίζονται από το άγγιγμα μιας σταγόνας βροχής στα πρόσωπα των ανθρώπων.
Γιατί, ετούτη η βροχή, είναι μια αιωνιότητα σε μια στιγμή η μια στιγμή σε μια αιωνιότητα.
Δηλαδή, είμαστε εγώ, εσύ... Δηλαδή, είμαστε Εμείς...

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή