Η γυναίκα άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο χαμηλά φωτισμένο δωμάτιο. Εδώ κι έναν μήνα δυσκολευόταν να το καθαρίσει, ίσως και να μην το ήθελε. Χαμογέλασε με πικρία στην ανάμνηση της μέρας που ο γιατρός της ανακοίνωσε το χαρμόσυνο γεγονός, ακόμη θυμόταν τον σχεδόν επιτακτικό τρόπο με τον οποίο επέβαλε στην μεγαλύτερη αδελφή της το καθημερινό σφουγγάρισμα του συγκεκριμένου δωματίου.

Κάρφωσε τα μάτια της στην αριστερή γωνία, εκεί που βρισκόταν ακόμη το θαλασσί σε σχήμα βαρκούλας αντικείμενο που είχε ζητήσει να της κατασκευάσει κάποιος καρδιακός φίλος, ο οποίος ήταν εξαιρετικός σε κάτι τέτοια. Αργά με διστακτική εναλλαγή στον βηματισμό κινήθηκε προς τα εκεί. Με το χέρι της έδιωξε όπως όπως λίγη σκόνη που είχε απλωθεί στην επιφάνεια της κούνιας σε σχήμα βάρκας. Το σεντονάκι ήταν ξέστρωτο ενώ το μαξιλαράκι εξακολουθούσε να “ξερνάει” πούπουλα αφού το είχε στην κυριολεξία κατακρεουργήσει με το ψαλίδι ραπτικής.

Από κάπου ακουγόταν ένας ήχος γλυκός, γλυκός σαν άσμα αγγέλων. Μια απότομη μπόρα όμως σκέπασε την οποιαδήποτε μελωδία είχε ακούσει, υπαρκτή ή αποκύημα της φαντασίας της.

“Θεέ είχες χρέος απέναντί μου, είχες χρέος να με αφήσεις να δω να μεγαλώνει αυτό το παιδί! Γιατί με άφησες με άδεια αγκαλιά, γιατί στέγνωσες την ψυχή μου ανεπανόρθωτα; Πάλευα για όλα τα άλλα βλαστάρια, έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να τα βοηθήσω να αντικτρίσουν το φως τούτου του κόσμου, τούτου του άδικου κόσμου!

Μοιράστηκα την χαρά που ένιωσα με φίλους κι εχθρούς, την χαρά της δικής μου εγκυμοσύνης. Τι σχήμα οξύμωρο βρε Θεέ να είμαι μαία και να μην μπορώ τόσα χρόνια να κυοφορήσω!”

Το γέλιο της όμοιο με κρώξιμο πληγωμένου άγριου πτηνού έδωσε μια εκστατική ώθηση στον μονόλογό της. Με χέρια τεντωμένα σαν ίνες ιστού αράχαχνης άρχισε να λικνίζεται άτσαλα πέρα δώθε.

“Εδώ ακριβώς, εδώ μέσα σ’αυτή την κούνια το βρήκα νεκρό το αγόρι μου, είπαν πως είχε πρόβλημα καρδιάς, ποτέ μου δεν τους πίστεψα! Κι εσύ Θεε τι έκανες μου λες; Με απάθεια παρακολουθούσες τα δρώμενα σαν κομπάρσος απλήρωτος που αδιαφορεί για το αποτέλεσμα της ταινίας στην οποία συμμετέχει!”

“Δεν πιστεύω να μην την έχετε στο “ήσυχο δωμάτιο;” Ήταν εντολή, αυστηρότατη μάλιστα!” Ο νεαρός ψυχίατρος μπορούσε να γίνει αμείλικτος έτσι και οι βοηθοί του δεν εκτελούσαν άμεσα τα όσα εκείνος έκρινε ορθά.

“Φαντάζεται για πολλοστή φορά ότι βρίσκεται στο παιδικό δωμάτιο στο οποίο είχε βρει πεθαμένο το παιδί της , τότε το 1940. Και το ωραίο είναι πως δεν δέχεται να μπει πλέον σε άλλο δωμάτιο, επιμένει στο λευκό κελί”μονολόγησε ένας από αυτούς.

“Δεν χωράει αμφιβολία πως αν την βάλω σε άλλο θα πεθάνει μέσα στο πρώτο εικοσιτετράωρο. Μια φορά το διακινδύνευσε ο προηγούμενος συνάδελφος και πήγε να του μείνει στα χέρια”. Ο νεαρός γιατρός άναψε ένα τσιγάρο αν και γνώριζε πως αυτό το “αξεσουάρ” ήταν απαγορευμένο μέσα σ’αυτόν τον χώρο. Η αλήθεια ήταν πως δεν του άρεσε καθόλου αυτός ο εγκλεισμός της ογδοντάχρονης πλέον γυναίκας μέσα σ’αυτή την αρρωστημένη λευκότητα του δωματίου.

Ένας χρόνος μετά....
Ένα άσχημο χτύπημα της μοίρας ανάγκασε τον νεαρό ψυχίατρο να διακόψει για αρκετό καιρό την συνεργασία του με το ίδρυμα. Ο αντικαταστάτης του ενοχλημένος από την απόφαση που είχε παρθεί για την ηλικιωμένη την έβγαλε από το “ήσυχο δωμάτιο” παραχωρώντας της κάποιο από τα άλλα. Η γυναίκα βρέθηκε την επομένη μέρα νεκρή από εγκεφαλικό....

Γράφει η Χριστίνα Καρρά

Το όνομά μου είναι Χριστίνα και είμαι συγγραφέας και καθηγήτρια Γερμανικών.Είμαι έγγαμη με έναν γιο που σπουδάζει.Κάθε εβδομάδα θα τα λέμε μέσα από δω,θα ανακαλύπουμε ξανά πράγματα που τα θεωρούσαμε πολύ μακρινά μας πια,θα γελάσουμε,θα κάνουμε έναν εσωτερικό διάλογο με τον εαυτό μας και κυρίως....θα περάσουμε καλά!

https://www.forwoman.gr