Αναρωτιέμαι πολλές φορές, μετά το θάνατο ενός ζευγαριού πού πάνε τα τρυφερά τους λόγια, αυτά που ψιθύριζαν μονάχα μεταξύ τους για χρόνια, αυτά που δεν κατέγραψε κανείς, ο κώδικάς τους ο ιδιωτικός, ο ερμητικός, τα λόγια που φτιάχτηκαν απ’ τα υγρά του έρωτα καθώς σταγόνες στέγνωναν στο στήθος και στην κοιλιά.

Οι λέξεις τους οι μικρές, οι χαϊδευτικές, τα παρατσούκλια του έρωτα που μοιάζουν με γουργουρητά περιστεριών, τα προσωνύμια εκείνα που μπεμπεκίζουν, που ακούγονται στ’ αυτιά των άλλων γελοία αλλά δεν είναι, λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν αλλά είναι παραφθορές άλλων, λόγια που τα φούρνισαν οι δικοί τους στεναγμοί και οι δαγκωματιές τους σε λαιμούς και τρυφερά αυτιά.

Πού πάνε όλα αυτά μετά το θάνατο; Δεν είναι λόγια προσευχής να τα φυλάξουν οι άγγελοι ούτε ποιήματα εμπνευσμένων ανδρών για να σκύψουν πάνω τους ύστερα από χρόνια οι σοφοί. Θρηνώ για τον χαμό τους τον αναπόφευκτο.

Καθώς έπεφτε ο πρωινός ήλιος στα παράθυρα, έφεξε και στα πρώτα θρανία των κοριτσιών. Τότε την είδαμε από πίσω να έχει ανασηκώσει τα μακριά ξανθά μαλλιά της και να τα έχει στερεώσει ψηλά μ’ ένα μολύβι. Είχε αποκαλυ­φθεί ο λαιμός, ο τράχηλος της ο μαρμάρινος, κάτι λεπτές τρίχες, καθώς δεν είχαν μαζευτεί απ’ τα χεράκια της, έμε­ναν μετέωρες, χρυσοί στήμονες στο ηλιόφως.

Τα μακριά της δάχτυλα άφησαν τα μαλλιά κι ακούμπησαν μπροστά στο θρανίο, μαζεύτηκαν υπάκουα και κρύφτηκαν σαν τον σκαντζόχοιρο. Ο λαιμός της έκανε ύστερα μια δυο ανεπαί­σθητες κινήσεις, για να ελευθερώσει μια χρυσή αλυσίδα που είχε λίγο σκαλώσει στον γιακά, κι ύστερα έμεινε ακί­νητος στηρίζοντας το θεϊκό κεφάλι, που χάζευε αμέριμνα στον χάρτη λιθάρια και κοτρώνες.

Μείναμε έτσι ακίνητοι να θαυμάζουμε ό,τι αιχμαλώτιζε πρωί πρωί ο φαέθων ήλιος. Ύστερα από τριάντα τόσα χρό­νια μπορώ τώρα να το γράψω: ήθελα τότε να χύσω στο πά­τωμα άλικο κρασί και με το δάχτυλο πάνω στα μάρμαρα να γράψω τ’ όνομα της…

Το αντρικό μοιρολόι δεν το ‘χει μελετήσει κανείς. Λαογρά­φοι, μουσικοί κι ανθρωπολόγοι σήκωσαν τους ώμους αδιά­φορα και προσπέρασαν. 0 αντρικός θρήνος πριν απ’ τον τάφο είναι ένας πολιτισμός ολόκληρος, αθέατος όμως, μόνο κουκούτσια και σπαράγματα μπορείς να βρεις ακούγοντας τα λόγια των γερόντων στο καφενείο.

Οι άντρες θρηνούν μέσα τους, βαθιά στις εγωιστικές τους κρύπτες, θρηνούν για την αιωνιότητα των στιγμών τους που τις πίστεψαν, θρηνούν για λέξεις θηλυκές που τους ξεγέλασαν, αθανασία, παντοτινότητα. 0 αντρικός θρήνος είναι αποχαιρετισμός και ελεγεία, βρισιά, ροχάλα και μίσος για την ανάσταση που αργεί. Είναι ένας θρήνος βαρετός χωρίς τσεμπέρια και δάχτυλα που σφίγγονται σπαρακτικά, βουβός, που τον δια­κόπτει καμιά φορά το χλιμίντρισμα απ’ το άλογο του πε­θαμένου που περιμένει μόνο του έξω απ’ τον στάβλο.

Ισίδωρος Ζουργός, “Ανεμώλια” εκδ. Πατάκη

https://www.thessalonikiartsandculture.gr/