Μια καρδιά που χτυπάει έντονα, ένας κόμπος λίγο χαμηλότερα που εμποδίζει την ανάσα ν ακολουθήσει τη φυσιολογική της πορεία, ένα μούδιασμα στα ακροδάχτυλα, μια αίσθηση ελαφριάς ζάλης κι ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο να αχνοφαίνεται στα χείλια. Όλ’ αυτά είναι τα συμπτώματα ενός ανθρώπου όταν αντικρίζει τον άνθρωπο που είναι ερωτευμένος κι αποτελούν μια νόρμα εδώ κι αιώνες. Τίποτα δεν έχει καταφέρει να τ’ αλλάξει κι ούτε θα καταφέρει, αφού ο έρωτας με τις αντιδράσεις του ανήκει στη φυσιολογία του ανθρώπου, είναι στη φύση του, δηλαδή να ερωτεύεται και ν’ αντιδράει το σώμα του μ’ αυτόν τον τρόπο. Παίρνει και το μυαλό σειρά, που χάνει τις ισορροπίες του, τρομάζει, αμφιβάλλει, φοβάται, χαίρεται κι όλα αυτά σε μια στιγμή. Όλα μαζί κι όλα ένα κουβάρι, που όσο και να ψάχνουμε δε θα βρούμε την άκρη του.

Πολλά λόγια έχουν χρειαστεί από όλους για να ερμηνεύσουμε τα σημάδια, τα λόγια και τις σκέψεις μας κι ακόμα αρκετές αναλύσεις από την επιστήμη αλλά και τη φιλοσοφία εδώ και χιλιάδες χρόνια χρειάστηκαν για να αποδοθεί η έννοια του έρωτα κι αν είναι φυσιολογικά αυτά που αισθανόμαστε στο πέρασμά του. Ο Πλάτωνας θεωρούσε τον έρωτα μια θεία τρέλα, μια ακατανίκητη επιθυμία να συμπορευθούμε με τους θεούς, μια ανάγκη να κατακτήσουμε την αιωνιότητα. Ο Έριχ Φρομ υποστήριζε ότι δεν υπάρχει καμιά δραστηριότητα, καμιά ενέργεια που να ξεκινά με τόσες ελπίδες και τόσες προσδοκίες που να αποτυγχάνει τόσο συχνά όσο ο έρωτας. Ο Φρόιντ, επίσης, εξήγησε τον έρωτα σαν ισχυρές δυνάμεις που προκύπτουν πριν από την ένταση του σώματος, ως την αρχή της ηδονής.

Δες, λοιπόν, κάτι παράξενα πράγματα που συμβαίνουν, αν κι είναι τόσο γοητευτικές όλες αυτές οι θεωρίες και πραγματικά αποτελούν χρήσιμες σταθερές στο χάος που δημιουργεί ο έρωτας. Ωστόσο δεν απαντάνε στο ερώτημα, τι χρειαζόμαστε για να ηρεμήσουμε, όταν ερωτευόμαστε. Κι εδώ είναι το παράδοξο: πως αυτό τελικά που ηρεμεί την ψυχή του ερωτευμένου είναι μια τόσο απλή λέξη που έρχεται σαν φάρμακο να ελέγξει τα όλα συμπτώματα και να ημερεύσει την κατάσταση.

Αν υπάρχει, λοιπόν μια λέξη που αποτυπώνει την κατάσταση και γεμίζει τις ψυχές των ερωτευμένων, είναι αυτό το απλό και λιτό σε επίπεδο γλώσσας αλλά σύνθετο σε επίπεδο νοήματος, «σε θέλω». Ο έρωτας θέλει αυτό το ρημάδι«σε θέλω» για να ηρεμήσει κι όλα τ’ άλλα είναι περιττά. Το «σε θέλω» είναι η λεκτική αποτύπωσή του κι αυτά που κρύβονται πίσω από τα λιγοστά γράμματα, είναι τα ίδια με αυτά που κρύβονται στον έρωτα. Κτητικότητα, πάθος, ανάγκη να γευτείς το σώμα του άλλου, νοιάξιμο, φροντίδα.

Σε θέλω, ακούγεται από τα χείλη του ερωτευμένου και ταυτόχρονα κι οι δύο νιώθουν όλη την ένταση της λέξης. Σε θέλω για μένα και μόνο, σε θέλω εδώ, σε θέλει το σώμα μου και το μυαλό μου, σε θέλω όπως είσαι, σε θέλω και φοβάμαι μέχρι ν’ ακούσω το δικό σου «σε θέλω» και τέλος, απλώς σε θέλω. Όλη η ένταση, όλη αυτή η μανία έρχεται κι ηρεμεί μετά το «σε θέλω», γιατί ό,τι έπρεπε να έχει ειπωθεί, ειπώθηκε και ό,τι έπρεπε να έχει ακουστεί, ακούστηκε. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να αποτυπώσει καλύτερα αυτήν τη θεία τρέλα και δεν μπορεί ταυτόχρονα να την ηρεμήσει. «Σε θέλω, όπως σε νοιάζομαι» κατά τον Χόρχε Μπουκάι κι οι ψυχές και των δύο γαληνεύουν.

Αν κρύβεται ένας εγωισμός κάτω από τη φράση αυτή; Ναι, άλλωστε δεν μπορεί να κρυφτεί σε καμία περίπτωση. Είναι ένας εγωισμός που ποδοπατιέται για να κυριαρχήσει η επιθυμία. Σε θέλω, λέμε κι αδειάζουμε για να γεμίσει ο άλλος με όλα αυτά που εκφράζονται μέσα από αυτές τις δύο λέξεις.

-Σε θέλω.

-Κι εγώ σε θέλω.

Ολόκληρο ν’ ακούγεται για να τρέξουν τα σώματα και οι ψυχές ν’ αγκαλιαστούν και ν’ αγγίξουν αυτό το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο, όπως λέει κι ο Ελύτης.

https://www.pillowfights.gr/