«Ξέρεις ποιο είναι το λάθος σου; Αγάπησες ό,τι σου έδωσα και ξέχασες να αγαπήσεις εμένα!». Διασταυρώθηκαν τα γεμάτα θυμό βλέμματα, έτοιμα να κατασπαράξουν το ένα το άλλο. Οι λέξεις βούλιαξαν στα στόματα. Ο μόνος ήχος που έσπαγε τη σιωπή ήταν από την ταλάντευση της σκουριασμένης ζυγαριάς που έστεκε μπροστά τους έτοιμη για ζύγι. Τι πήραν και τι έδωσαν.

Υπάρχει άραγε τρόπος να ζυγίσεις την αγάπη; Αν θεωρείς ότι μπορείς, ποια μονάδα μέτρησης θα χρησιμοποιήσεις; Την οκά; Θα πεις «εγώ έδωσα τόση οκά αγάπης, ενώ εσύ τόση»; Ή τον όγκο; «Εμένα η αγάπη μου είναι τόσα κυβικά και η δική σου τόσα»; Θα μου πεις, υπάρχει και άλλος τρόπος να μετρηθεί, όπως σε πράξεις που την αποδεικνύουν. Σκέφτηκες όμως ότι η δική μου ερμηνεία πιθανόν να απέχει άρδην από τη δική σου, με συνέπεια ό,τι μεταφράζω εγώ σαν πράξη αγάπης, για σένα να μην είναι παρά κάτι δεδομένο κι αυτονόητο;

«Έψαξαν οι λέξεις έξοδο διαφυγής αλλά τα στόματα παρέμειναν ερμητικά κλειστά. Μόνο το μυαλό πάλευε με τις θύμησες. Στριμώχνονταν η μία πάνω στην άλλη και προσπαθούσαν να χωθούν στο ζύγι. Ο ένας να βάζει, ο άλλος να βγάζει. Σαν ζύγισμα σε μπακάλικο φάνταζαν οι τόσων ετών πράξεις αγάπης και κανείς από τους δύο δεν άφηνε τον άλλον να πληρώσει βερεσέ».

Σε κάθε μορφή σχέσης, ο άνθρωπος καλύπτει τις ανάγκες του. Ακόμα και η αγάπη που δίνουμε στον σύντροφό μας καλύπτει στην ουσία μια δική μας ανάγκη, την ανάγκη της προσφοράς. Αλλά όπου υπάρχει προσφορά, υπάρχει και ζήτηση. Φαντάζει όμως ιεροσυλία να αναλύσουμε την αγάπη βάση του νόμου προσφοράς και ζήτησης, λες και κάνουμε μάθημα μικροοικονομίας. Αν θέλουμε όμως να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με τον εαυτό μας πρέπει να παραδεχτούμε ότι σε μία σχέση όταν δίνουμε και δεν παίρνουμε αυτά που προσδοκούμε, δεν μπορούμε παρά να νιώσουμε αδικημένοι.

Ανιδιοτελής αγάπη στις ανθρώπινες σχέσεις σπάνια υπάρχει, με συνήθη εξαίρεση την αγάπη του γονιού προς το παιδί. Κάπου εδώ κρύβεται και η παγίδα, στην οποία πέφτει ο ανθρώπινος ψυχισμός. Θεωρούμε ότι μεγαλώνοντας οι άνθρωποι που θα γνωρίσουμε θα μας αγαπήσουν με τον ίδιο τρόπο που μας αγαπούν οι γονείς μας. Πως θα μας προσφέρουν την αγάπη τους χωρίς να προσδοκούν αντάλλαγμα από εμάς. Στη διαρκή αναζήτηση του συγκεκριμένου μητρογονικού κυρίως μοντέλου αγάπης στα πρόσωπα των ανθρώπων που συναναστρεφόμαστε -κάτι που είναι καθαρά ουτοπικό- ερχόμαστε αντιμέτωποι ίσως με τον χειρότερο εχθρό της ανθρώπινης ψυχής, την «απογοήτευση». Αρχίζουμε, λοιπόν, να χρεώνουμε στους ανθρώπους όλα αυτά που δεν πήραμε, ενώ άλλες φορές επιδιώκουμε να τα διεκδικήσουμε με τελείως λάθους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να γινόμαστε επαίτες αγάπης, να αυτομαστιγωνόμαστε, να πληγώνουμε τους ανθρώπους μας ανεπανόρθωτα.

Οι περισσότεροι από εμάς απλώς δεν έχουμε βρει τον τρόπο να αγαπήσουμε τον εαυτό μας. «Αν με εκπαιδεύσω και μάθω να με αγαπώ, να με φροντίζω, να με προσέχω, θα νιώθω ολοκληρωμένος και άρα δε θα νιώθω την ανάγκη είσπραξης επιβεβαίωσης, δε θα ζω στη δίνη του να είμαι αρεστός, δε θα φοβάμαι να μείνω μόνος», σκεφτόμαστε. Άλλωστε, αν δεν αγαπήσεις εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου, πώς περιμένεις να το κάνει ο άλλος για εσένα; Πώς θα προσφέρεις την αγάπη σου αν πρώτα δεν ανακαλύψεις τι έχει η ψυχή σου να καταθέσει; Όταν δώσεις απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα να είσαι σίγουρος ότι δε θα χρειαστεί να ξαναβάλεις μπροστά σου καμία ζυγαριά. Θα σκίσεις τα μπακαλόχαρτα που κρατάς κρυμμένα στην τσέπη και σημειώνεις τις πράξεις αγάπης, τι πήρες και τι έδωσες, λες και είσαι ο Ζήκος. Γιατί η αγάπη ούτε ζυγίζεται, ούτε μετριέται και δεν της αξίζει να είναι χωμένη στο ράφι κανενός μπακάλικου.

«Πετάρισαν για μια στιγμή τα βλέφαρα. Τα βλέμματά τους μαλάκωσαν και έφτασαν οι θύμησες στο μακρύ παρελθόν, στην πρώτη ματιά, στο πρώτο φιλί, στο πρώτο άγγιγμα. Τότε που δεν υπήρχε μπροστά τους καμία σκουριασμένη ζυγαριά να τους χωρίζει. Οι λέξεις βρήκαν επιτέλους την έξοδο. Δεν ξέχασα -όπως λες ν’ αγαπήσω εσένα. Απλώς δεν ήξερα τον τρόπο να αγαπήσω εσένα μέσα από μένα».

Θάλεια Διαμαντούλη

https://www.pillowfights.gr/