Ο πιο δύσκολος ορισμός που προσπαθήσαμε ποτέ να δώσουμε είναι αυτός της αγάπης. Κι αυτή η αδυναμία μας να την ορίσουμε είναι που ταρακουνάει τον κόσμο, καθώς δείχνει πως χρειάζεται εξερεύνηση για να βρει ο καθένας τον δικό του ορισμό.

Είναι μια ικανότητα κι όχι συναίσθημα, όπως λανθασμένα πιστεύουν πολλοί, μας αναφέρει η συγγραφέας Μαρία Παναγοπούλου. Σαν ικανότητα λοιπόν, μαθαίνεται κι εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του ανθρώπου. Επίσης, αρκετοί ειδικοί και ψυχαναλυτές τονίζουν πως αγάπη δεν είναι απλώς πολλή συμπάθεια, καθώς περιλαμβάνει στοιχεία οικειότητας, πάθους κι αποκλειστικότητας και στα αρχικά της στάδια αποτελείται από απότομες εναλλαγές συναισθημάτων, έντονες φαντασιώσεις και διέγερση. Βλέπουμε πως η ύπαρξη πολλών στοιχείων δείχνει πως η αγάπη δεν έχει πάντα την ίδια μορφή κι έτσι για την καλύτερη αποκωδικοποίηση και κατανόησή της διακρίνεται σε δύο διαφορετικά είδη.

Το πρώτο είναι ο περιπαθής έρωτας, δηλαδή η ρομαντική πλευρά της αγάπης, η έντονη ερωτική αφοσίωση κι η φυσιοβιολογική διέγερση για τις ανάγκες του άλλου. Η ανταπόκριση του επιθυμητού συντρόφου προκαλεί συναισθήματα πληρότητας κι ευτυχίας, που οδηγούν σε σωματική διέγερση. Σε αυτό το είδος αγάπης κυριαρχεί η οικειότητα, δηλαδή τα συναισθήματα εγγύτητας και τρυφερότητας για το άλλο πρόσωπο. Συνδυαστικά κυριαρχεί και το πάθος, που χαρακτηρίζεται από έντονη έλξη και σωματική οικειότητα προς τον εκάστοτε σύντροφο.

Το δεύτερο είδος είναι η συντροφική αγάπη, όπου το άτομο βιώνει έντονη στοργή και τρυφερότητα προς τον στενά συνδεδεμένο σύντροφό του. Εδώ κυριαρχεί για ακόμα μια φορά η οικειότητα, για την οποία μιλήσαμε και παραπάνω, σε συνδυασμό με το στοιχείο της απόφασης ή δέσμευσης. Πιο συγκεκριμένα, χάρη σ’ αυτό το στοιχείο το άτομο σε πρώτη φάση συνειδητοποιεί πως είναι ερωτευμένο μ’ ένα άλλο πρόσωπο και στη συνέχεια πως επιθυμεί να διατηρήσει μακροπρόθεσμα αυτή τη σχέση. Αυτό το είδος αγάπης εμφανίζεται σε μακροχρόνιες σχέσεις, όπου η σωματική έλξη έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα χωρίς να έχει αγνοηθεί πλήρως.

Παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και το πολιτισμικό υπόβαθρο σχετικά με τη σημαντικότητα κάθε είδους. Για παράδειγμα, οι κάτοικοι των Η.Π.Α δίνουν μεγαλύτερη αξία στον περιπαθή έρωτα, ενώ οι κάτοικοι της Κίνας προτιμούν να συνάπτουν σχέσεις μακροχρόνιες και συντροφικές. Λόγω αυτής της διάκρισης, πολλοί αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στη ρομαντική και στη συντροφική αγάπη για να βρουν μια σταθερή σχέση, αγνοούν ωστόσο πως μια σταθερή σχέση δε σημαίνει κι ευτυχισμένη και πως μια ευτυχισμένη σχέση δε σημαίνει και σταθερή. Η αγάπη πάνω από όλα είναι πολύπλοκη κι ισορροπεί ανάμεσα στην ικανοποίηση, τη σωστή επικοινωνία και την καλύτερη επένδυση. Γι’ αυτό, είναι προτιμότερο τα ζευγάρια να κυνηγήσουν την ολοκληρωμένη αγάπη, που συνδυάζει όλα όσα αναφέραμε κι αποτελεί ένα ακόμα κρυφό είδος αγάπης. Συνδυάζει τις κατάλληλες ποσότητες οικειότητας, δέσμευσης και πάθους δίνοντας μια ελπίδα γι’ αγάπη που θα αντέξει στο πέρασμα του χρόνου.

Εδώ οφείλουμε να τονίσουμε, πως καλοί κι οι ορισμοί, τα είδη και τα γνωμικά, ωστόσο πάνω απ’ όλα αυτά υπάρχει η αγάπη για τον ίδιο μας τον εαυτό. Πρωτίστως, αυτή η αγάπη πρέπει να εξυμνείται, που είναι καθαρά υπόθεση του καθενός ξεχωριστά και περνάω από το «εγώ αγαπώ εμένα» στο «μπορώ κι αγαπώ έτσι κι εσένα».

Συνοψίζοντας, η αγάπη είναι ένα υπέροχο ταξίδι, που αποτελείται από μεγάλες εκπλήξεις, ίσως ανασφάλεια για το μέλλον και κάποια κούραση κι εξάντληση καμιά φορά. Είναι σίγουρο όμως πως αξίζει τον κόπο, γιατί μετά η ζωή δε θα είχε νόημα. Είναι ένα ταξίδι με αμέτρητες κενές θέσεις για όλους, γιατί τίποτα δεν μπορεί ν’ αναπληρώσει το κενό της αγάπης παρά μόνο η ίδια μας η ανάγκη να τη ζήσουμε και να τη μοιραστούμε.

Συντάκτης: Δήμητρα Φαρδογιάννη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου

https://www.pillowfights.gr/