Ο Λ. Τολστόϊ ζούσε με πολύ ένταση το φόβο του θανάτου και αυτό έχει να κάνει με τα πρώϊμα τραυματικά βιώματά του. Πολύ μικρός είχε βγάλει «κραυγή τρόμου» όταν αντίκρυσε στο φέρετρο την αγαπημένη του μητέρα. Στη συνέχεια ο θάνατος του πατέρα του όταν ήταν μόλις εννέα ετών και οι απώλειες άλλων αγαπημένων προσώπων, όπως της νταντάς του, του θείου του, αλλά και δύο παιδιών του αργότερα, τον έκανε να στέκεται με φρίκη και αγωνία απέναντι στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου.


Η σκέψη του πάνω στο θάνατο βλέπουμε να παίρνει διαστάσεις υπαρξιακές και να συνάδει με την Υπαρξιακή θεώρηση του θανάτου, ως πλήρη εκμηδενισμό της ύπαρξης. Τη βαθειά αυτή αίσθηση του θανάτου ως προσωπικού γεγονότος, ο Λ. Τολστόϊ την ξεχωρίζει από το θάνατο στη γενική και αφηρημένη του μορφή. Τη διάκριση αυτή μεταξύ του θανάτου, στη γενική του μορφή που αφορά γενικά όλους τους ανθρώπους και στην ειδική που αφορά τον συγκεκριμένο άνθρωπο, κάνει ο Λ. Τολστόϊ στο βιβλίο του : «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλιτς».


Σε αυτό το εκπληκτικό διήγημα ο συγγραφέας αναφέρεται σε έναν δικαστικό υπάλληλο και περιγράφει την ήσυχη και συνηθισμένη ζωή του, με όλα τα συνήθη γεγονότα της επαγγελματικής και οικογενειακής καθημερινότητας, μέχρι τη στιγμή που μαθαίνει από το γιατρό του ότι είναι πολύ άρρωστος και σε μερικούς μήνες πεθαίνει. Και τότε όλα ανατρέπονται. «Ο Ιβάν Ιλιτς ήξερε καταβάθος πως πεθαίνει,γράφει ο Λ. Τολστόϊ, μα όχι μόνο δεν είχε συνηθισει στην ιδέα αυτή, μα δεν την καταλάβαινε, δε μπορούσε να την καταλάβει. Ο συλλογισμός που είχε μάθει μελετώντας τη λογική του Κιζεβέτερ : Ο Κάϊους είναι ένας άνθρωπος, οι άνθρωποι είναι θνητοί, άρα ο Κάϊους είναι θνητός, του φαινόταν σ'όλη του τη ζωή σωστό μόνο για τον Κάϊους και καθόλου για τον εαυτό του.

Οτι ο Κάϊους - ένας άνθρωπος γενικά - ήταν θνητός, ήταν πέρα για πέρα σωστό, μα ο Ιβάν Ιλιτς δεν ήταν καθόλου ο Κάϊους, ούτε ένας άνθρωπος γενικά, ήταν πάντα σ'όλη του τη ζωή μια ύπαρξη ξεχωριστή εντελώς ξεχωριστή από τις άλλες. Αυτός ήταν ο μικρός Βάνια με τη μαμά του και το μπαμπά του, με τα παιχνίδια του, με μια παραμάνα, με όλες τις χαρές, τις λύπες, τους ενθουσιασμούς του παιδιού, του εφήβου, του νέου... Αυτή τη μοσχοβολιά της πέτσινης μπάλας που τόσο αγαπούσε ο Βάνια, τη γνώριζε ο Κάϊους; ... Είχε τάχα φιλήσει ο Κάϊους το χέρι της μάνας του; ... Είχε ακούσει το φρού - φρού από το μεταξωτό της φόρεμα; ... Είχε ερωτευτεί σαν αυτόν; ... Πραγματικά ο Κάϊους είναι θνητός και πρέπει να πεθάνει, μα για μένα , το Βάνια, τον Ιβάν Ιλιτς μ'όλα μου τα αισθήματα και τις σκέψεις, ... αυτό θα ήταν τρομερό» ... Ο Λ.Τολστόϊ αναφέρει και την αντίδραση των άλλων στο άκουσμα του δυσάρεστου νέου: ... «Στην υπηρεσία ο θάνατος του Ιβάν Ιλιτς, το ίδιο το γεγονός του θανάτου ενός φίλου προκάλεσε σ'όλους αυτούς που το έμαθαν, όπως συμβαίνει συχνά, κι ένα αίσθημα χαράς - πέθανε αυτός κι όχι εγώ ... <Τι τυχερός που δεν είμαι εγώ στη θέση του>,είπε μέσα του ή ένιωσε ο καθένας».


Αυτό συμβαίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων. «Ο θάνατος του άλλου δεν με αφορά, αρκεί που δεν πεθαίνω εγώ» λένε όλοι. Μόνο που ο θάνατος είναι το απολύτως σιγουρο επερχόμενο γεγονoς για όλλους. Θυμάμαι έναν καθηγητή στο πανεπιστήμιο που έλεγε με τόνο δραματικό ότι, όταν ένας μάστορας βάζει ένα καρφί σε μια κούνια, ένας άλλος βάζει ένα καρφί σε μια κάσα. Στον Υπαρξισμό βρίσκουμε πολύ έντονο αυτό το στοιχείο του προσωπικού θανάτου, που γίνεται αγωνία μπροστά στο τρομερό αυτό γεγονός. Η συνειδητοποίηση του θανάτου κατά τον Heidegger, είναι και συνειδητοποίηση της μοναδικότητος του ατόμου. Ετσι η αγωνία του θανάτου για τον μεγάλο υπαρξιστή : «εξατομικεύει, μοναδικοποιεί το είναι του ανθρώπου σ' αυτό που είναι το πιό δικό του». Και το πιό δικό μας πράγμα είναι η στιγμή του θανάτου μας.


Ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος βιώνει το επερχόμενο τέλος του, εξαρτάται από το πως βιώνει στη ζωή του την υπόθεση του Θεού. Οταν κάποιος δεν συλλαμβανει το μεγαλείο της ζωής, δεν τον απασχολεί τόσο ο θάνατος. Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο δράμα του Λ. Τολστόϊ. Ο Λ. Τολστόϊ υπήρξε μεγάλο πνεύμα και δεν αναπαυόταν στη μετριότητα. Ηταν φύση θρησκευτικό άτομο και μελετούσε συνέχεια τη Γραφή για να βρεί απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα που τον απασχολούσαν. Αυτή τη ροπή του προς τη θρησκευτικότητα την ανακαλύπτει ο αναγνώστης σε όλο το έργο του μεγάλου λογοτέχνη, αλλά κυρίως στο διήγημά του : πάτερ - Σέργιος !! Οπως φαίνεται όμως και στον πάτερ - Σέργιο, ο Λ.Τολστόϊ δεν μπόρεσε να κάνει την υπέρβαση και να δοθεί στο Χριστό, όπως έκανε ο σύγχρονός του Φ.Ντοστογιέφσκι. Δεν μπόρεσε να λυτρωθεί από την έμμονη ιδέα περί θανάτου. Δεν μπορούσε να δωσει μιαν εξήγηση στο βασανιστικό ερώτημα: γιατί να πεθαίνει ο άνθρωπος; Νομίζω πως όλο το έργο του Λ.Τολστόϊ περιορίζεται σε μια πλευρά των ηρώων του Φ.Ντοστογιέφσκι, στους αυτοκαταστροφικούς ήρωες των αδιεξόδων μπροστά στα προβλήματα της ύπαρξης.


Ο φόβος του θανάτου έκανε τον Λ.Τολστόϊ να μην μπορεί να χαρεί τη ζωή. Αυτός ο φαινομενικά ευτυχής άνθρωπος, ο πλούσιος κόμης, ο αναγνωρισμένος και λατρεμένος έν ζωή, που είχε μιά μεγάλη και ευτυχισμένη οικογένεια, που έζησε όλες τις χαρές της ζωής και έφθασε ως το βαθύ γήρας, δεν μπόρεσε να γνωρίσει την πραγματική χαρά και ευτυχία. Μέσα στο νου του ήταν διαρκώς ο θάνατος, αλλά και η ιδέα της αυτοκτονίας. Η ιδέα του τέλους, του προκαλούσε τέτοια απελπισία, που σκεπτόταν πάντα έντονα την αυτοκτονία. Αυτή την ιδέα της αυτοκτονίας τη βρίσκουμε πολύ έντονα στους άθεους υπαρξιστές, ως το αποκορύφωμα του ατομισμού και του εγωϊσμού. Το άτομο θέλει συνειδητά ή ασυνείδητα να εξοντώσει τον ίδιο τον Δημιουργό του και μην βρίσκοντας άλλο τρόπο, σκοτώνει το δημιουργημά Του, τον ίδιο τον εαυτό του. Ο Λ.Τολστόϊ όμως δεν ήταν άθεος, έψαχνε απεγνωσμένα τη λύτρωση στην πίστη, αλλά δεν μπόρεσε να τη βρεί. Ο Λ.Τολστόϊ είναι για τη Ρωσία ότι για την Ελλάδα ο Ν.Καζατζάκης. Είναι oμως δύσκολο να κρίνει κανείς τέτοια μεγάλα πνεύματα, και ακόμη περισσότερο να εξαπολύει μύδρους και αφορισμούς εναντίον τους.

Ο Λ.Τολστόϊ έζησε τη ζωή του σε μιά διαρκή πάλη, πάλη με το θάνατο, πάλη με τον εαυτό του, τα πάθη του και το Θεό. Μη μπορώντας να βρεί Εκείνον, έδωσε τη ζωή του για έναν δίκαιο κόσμο, αγάπησε τους μουζίκους με όλη την ψυχή του και έγινε ένας απ'αυτούς. Ανθρωποι που αναζητούν με τόσο πάθος το Χριστό, όταν τον αντικρίσουν στην άλλη ζωή, θα τρέξουν να πέσουν στην αγκαλιά του, λέει ο π. Σωρόνιος Σαχάρωφ, διότι θα αναγνωρίσουν Αυτόν που έψαχναν με πόθο, και Εκείνος θα τους δεχτεί με χαρά σαν στοργικός Πατέρας!!!