Η ανάγκη να μας ακούν, που συνηθίζουμε να το θεωρούμε δεδομένο, αποδεικνύεται, λοιπόν, από τις πιο ισχυρές κινητήριες δυνάμεις στη ζωή μας. Το να μας ακούει κανείς είναι το μέσο δια του οποίου ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας ή όχι. Φυσικά και νοιαζόμαστε για τους ανθρώπους που μας ακούν. Ίσως και να τους αγαπάμε. Αλλά, για κάποια τουλάχιστον στιγμή, τους εκμεταλλευόμαστε.


Όταν ενεργοποιούμαστε από την ανάγκη για εκτίμηση, σχετιζόμαστε με τους άλλους ως «selfobjects», σύμφωνα με την έκφραση του ψυχαναλυτή Heinz Kohut, με κάποιον τον οποίο δεν αντιμετωπίζουμε ως ανεξάρτητο άτομο, με τη δική του ή δική της ταυτότητα, αλλά ως κάποιον που είναι εκεί για μας

Πιθανόν η ιδέα να χρησιμοποιούμε ακροατές ως «selfobjects» να σας θυμίζει εκείνους τους βαρετούς τύπους που μιλάνε πάντα για τον εαυτό τους και δε φαίνεται να ενδιαφέρονται γι’ αυτό που έχετε εσείς να πείτε. Κι όταν τελικά ακούνε, δεν το κάνουν πραγματικά. Περιμένουν απλώς να αλλάξουν το θέμα και να επανέλθουν στον εαυτό τους, στα προβλήματά τους, στα επιτεύγματά τους.

Αυτή η έλλειψη εκτίμησης μπορεί να είναι ιδιαίτερα επώδυνη, όταν παρατηρείται ανάμεσα σ’ εμάς και στους γονείς μας. Μας τρελαίνει το να μη μας επιτρέπουν να είμαστε αυθύπαρκτες προσωπικότητες, άτομα με ιδέες και φιλοδοξίες. Το να παρακολουθούμε τους γονείς μας να συζητάνε με άλλους μπροστά μας μπορεί να είναι ιδιαίτερα εξοργιστικό. Γιατί δε μας δίνουν λίγη σημασία;

Ο συγγραφέας Harold Brodkey, στο βιβλίο του με τίτλο Runaway Soul, δραματοποιεί αυτή την εκνευριστική εμπειρία μέσα από το διάλογο μιας νεαρής γυναίκας με τον φίλο της, ο οποίος μιλάει πρώτος:

«Σε ακούει ποτέ ο πατέρας σου ή μονάχα αναλώνεται σε μονολόγους;»

«Απλώς μονολογεί. Δε σε αφήνει να μιλάς;»

«Μόνο αν επιμείνω. Τότε εναλλάσσουμε μονολόγους».

«Αυτό είναι λοιπόν. Μιλάει σ’ εσένα περισσότερο από ό,τι μιλάει σ’ εμένα τώρα».

Φυσικά ο πατέρας της γυναίκας μιλάει στον φίλο της περισσότερο απ’ ό,τι στην ίδια. Ο φίλος της είναι καινούργιο ακροατήριο, νέο αίμα.

Οι άνθρωποι που μας πληγώνουν περισσότερο είναι κατά κύριο λόγο εκείνοι με τους οποίους νομίζουμε ότι έχουμε μια ξεχωριστή σχέση, που μας κάνουν να νιώθουμε ότι η προσοχή μας και η κατανόησή μας είναι ιδιαίτερα σημαντικές γι’ αυτούς — μέχρι να αντιληφθούμε πόσο εύκολα μετατοπίζουν το ενδιαφέρον τους σε κάποιον άλλο. Την ίδια στιγμή που μας εμπιστεύονται κάτι, θα πέσει το μάτι τους σε κάποιον άλλο, θα διακόψουν τη συζήτησή μας και θα μιλήσουν σ’ εκείνο το άτομο. Ανακαλύπτουμε ότι αυτό που θεωρούσαμε «αποκλειστικότητα» είναι κάτι που το έχουν μοιραστεί με δεκάδες άλλους ανθρώπους. Πάνε περίπατο λοιπόν οι μοναδικές μας ιδιότητες ως μυστικοσύμβουλοι! Το πιο επώδυνο σ’ αυτές τις επιπόλαιες «στενές φιλίες» δεν είναι το γεγονός ότι μας χρησιμοποιούν, αλλά το ότι μας στερούν την αίσθηση ότι τους είμαστε απαραίτητοι, ότι είμαστε ξεχωριστοί.

Αν και σε κανέναν από εμάς δεν αρέσει να βλέπει (ειδικά στον εαυτό μας) εκείνο το είδος του κραυγαλέου ναρκισσισμού, που απορρίπτει τα αισθήματα των άλλων, η αλήθεια είναι ότι τον περισσότερο καιρό είμαστε απορροφημένοι στον εαυτό μας. Το θέμα του ναρκισσισμού αποδεικνύεται κρίσιμο εξερευνώντας το ρόλο της ακρόασης στην ψυχολογική γέννηση της αυτοεκτίμησης. Το παρουσιάζω εδώ, μόνο για να σημειώσω ότι μία πλευρά της ανάγκης μας για άλλους ανθρώπους είναι απόλυτα εγωιστική. Όταν μας ακούν διατηρούμε τη ναρκισσιστική μας ισορροπία — ή, για να το πούμε πιο απλά, νιώθουμε ολοκληρωμένοι.

Απόσπασμα από το βιβλίο "Η χαμένη τέχνη της ακρόασης" του Michael P. Nichols

antikleidi.com