…Είχαν τρελαθεί στη σκέψη ότι θα περιδιάβαινε στα πορφυρά χαλιά του Παλατιού του Μπάκιγχαμ με khadi και φθαρμένα σανδάλια. Ο Βασιλιάς Γεώργιος εμφανίστηκε φορώντας την τυπική καθημερινή του ενδυμασία, πρωινό σακάκι και ριγέ παντελόνι, ενώ η Βασίλισσα Μαίρη φορούσε μια απαστράπτουσα τουαλέτα για τσάι. Όταν τον ρώτησαν αν ένιωσε φτωχικά ντυμένος μπροστά στον βασιλιά, ο Μπάπου είπε χαριτολογώντας: «Ο βασιλιάς φορούσε αρκετά και για τους δυο μας».

Ο Μπάπου δεν πίστευε ότι ήταν κακό να επιθυμεί κανείς την οικονομική επιτυχία – απλώς θεωρούσε λάθος το να μη βοηθάς κι άλλους να την αποκτήσουν. Δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα για τον ίδιο, αλλά ήταν ρεαλιστής και ήξερε ότι το έργο του είχε ανάγκη από χρηματοδότες. Έτσι, σκέφτηκε ένα σχέδιο. Όποτε έβγαινε έξω, ο κόσμος του ζητούσε αυτόγραφο. Στις προσευχές του πήγαιναν όλοι, κι έτσι συχνά υπήρχαν ινδουιστές, μουσουλμάνοι, χριστιανοί, εβραίοι και βουδιστές που τον θαύμαζαν και επιζητούσαν την υπογραφή του. Συνειδητοποίησε ότι αν χρέωνε το μικρό ποσό των πέντε ρουπιών (λιγότερο από μία σημερινή δεκάρα) για κάθε αυτόγραφο, θα μπορούσε να συγκεντρώσει τα χρήματα για τα κοινωνικά και εκπαιδευτικά του προγράμματα.

Την πρώτη φορά που πήγα σε ταξίδι με τον παππού, μου ανατέθηκε να μαζέψω τα βιβλία για αυτόγραφα και τα χρήματα, και να τα πάω για υπογραφή στον Μπάπου. Ενθουσιάστηκα! Ένιωθα πολύ σημαντικός να βρίσκομαι κοντά στον Μπάπου και να συμμετέχω στον σπουδαίο σκοπό του. Εκείνη την εποχή, πριν εμφανιστούν οι «σέλφι» και οι κάμερες των κινητών, τα αυτόγραφα των διασημοτήτων ήταν σπάνια, ορισμένα μάλιστα και πολύτιμα. Έτσι, μερικές μέρες μετά τη συλλογή, αποφάσισα ότι ήθελα κι εγώ ένα αυτόγραφο του παππού μου. Όμως δεν είχα χρήματα και δεν ήξερα αν ο Μπάπου θα έκανε μια εξαίρεση για μένα.

Σκέφτηκα ότι αφού τον είχα βοηθήσει τόσο πολύ, δεν ήταν κακό να δοκιμάσω. Μάζεψα κομμάτια χρωματιστού χαρτιού, τα έκοψα σε μέγεθος αυτόγραφου και τα σύρραψα μεταξύ τους. Εκείνο το βράδυ, μετά την προσευχή, έχωσα το μικρό μου βιβλιαράκι στη στοίβα που πήγα στον παππού μου. Στάθηκα δίπλα του την ώρα που υπέγραφε τα βιβλία, ελπίζοντας πως δεν θα καταλάβει τη ζαβολιά μου. Μάταια, όμως. Ο Παππούς ήταν πολύ σχολαστικός με κάθε δεκάρα που μάζευε. Ήθελε χρήματα για να πραγματοποιήσει το έργο του. Όταν έφτασε στο βιβλίο μου και δεν είδε χρήματα να το συνοδεύουν, κοντοστάθηκε. «Γιατί δεν υπάρχουν χρήματα γι’ αυτό το αυτόγραφο;», «Είναι το δικό μου βιβλιαράκι, Μπάπου, και δεν έχω καθόλου χρήματα».

Χαμογέλασε. «Πας να με ξεγελάσεις; Γιατί χρειάζεσαι εσύ αυτόγραφο;» «Γιατί όλοι έχουν», απάντησα. «Όπως βλέπεις, λοιπόν, όλοι πληρώνουν γι’ αυτό». «Μα, Μπάπου, είσαι ο παππούς μου!» ικέτεψα. «Χαίρομαι πολύ που είμαι ο παππούς σου, αλλά ο κανόνας είναι κανόνας. Αν όλοι πρέπει να πληρώσουν, πρέπει να πληρώσεις κι εσύ. Εξαίρεση δεν γίνεται για κανέναν». Πληγώθηκε ο εγωισμός μου. Ήθελα να είμαι ιδιαίτερος! Ξέσπασα: «Θα δεις, Μπάπου, θα σε κάνω να μουδώσεις αυτόγραφο δωρεάν. Θα προσπαθώ, όσο καιρό κι αν μου πάρει!» «Αλήθεια;» Τα μάτια του Μπάπου έλαμψαν και χαμογέλασε. «Ας δούμε, λοιπόν, ποιος θα κερδίσει αυτή την πρόκληση».

Το στοίχημα μπήκε. Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, εφάρμοσα κάθε στρατηγική που μπορούσα να σκεφτώ ώστε να τον κάνω να μου δώσει αυτόγραφο. Η αγαπημένη μου ήταν να ορμώ στο δωμάτιο όταν είχε συνάντηση με ανώτατους αξιωματικούς και ηγέτες κρατών και να του δίνω το βιβλιαράκι μου, ζητώντας να το υπογράψει. Μια μέρα, μπήκα σε μια συνάντηση, δηλώνοντας δυνατά ότι χρειαζόμουν την υπογραφή του εδώ και τώρα. Αντί να θυμώσει, με τράβηξε στην αγκαλιά του, έβαλε το χέρι του στο στόμα μου και συνέχισε την κουβέντα του. Ο σημαντικός πολιτικός με τον οποίο συνομιλούσε έμεινε άφωνος, αδυνατώντας να υποθέσει τι ήταν αυτό που αντίκρυζαν τα μάτια του.

Πίστευα ότι ο Παππούς θα ενδώσει για να μην έρθει σε δύσκολη θέση, αλλά έπρεπε να είχα γνώση και να μην τα έβαζα με τον άνθρωπο που όρθωσε το ανάστημά του σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο ανταγωνισμός μας συνεχίστηκε για αρκετές εβδομάδες. Ένας από τους επιφανείς καλεσμένους του Μπάπου εκνευρίστηκε τόσο πολύ από τις παρεμβολές μου, που αποφάσισε να υπερασπιστεί τον σκοπό μου. «Γιατί δεν του δίνετε επιτέλους το αυτόγραφό του ώστε να μας αφήσει στην ησυχία μας;» ρώτησε φουρκισμένος. Ο Μπάπου δεν του έκανε το χατίρι. «Αυτό είναι ένα στοίχημα ανάμεσα σε μένα και τον εγγονό μου», απά- ντησε ήρεμα. «Θα προτιμούσα να μην ανακατεύεστε».

Ο Μπάπου δεν έχασε ποτέ την ψυχραιμία του, ούτε με διέταξε ποτέ να βγω από το δωμάτιο. Είχε τεράστιο αυτοέλεγχο, παρά τις απόπειρές μου να τον προκαλώ. Μια φορά, για να με ηρεμήσει, έγραψε «Μπαπ» σε ένα κομμάτι χαρτί και είπε: «Ορίστε το αυτόγραφό σου». «Δεν μου κάνει!» αντέδρασα. «Είναι το μόνο που μπορώ να σου δώσω», είπε με την ίδια υπομονή που έδειχνε παντού και πάντα. Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω το μήνυμά του. Μετά από μερικές ακόμα μέρες συνειδητοποίησα ότι ποτέ δεν θα μου έδινε το αυτόγραφο τσάμπα, κι επιτέλους σταμάτησα να τον τσιγκλώ. Αντί όμως να νιώσω ηττημένος, αισθάνθηκα περήφανος.

Κατάλαβα ότι ο μικρός ανταγωνισμός μας δεν ήταν τελικά για μια μουτζούρα από μελάνι. Ο Μπάπου μου έδινε ένα μάθημα για την αξία. Αφού είχε αποφασίσει ότι η υπογραφή του άξιζε πέντε ρουπίες, έπρεπε να αξίζει τόσα για όλους. Αν την έδινε σε μένα δωρεάν, θα μείωνε τη δική του αξία. Επίσης, η πρόκληση αυτή μου έδειξε ότι παρόλο που δεν είχα πέντε ρουπίες, είχα μεγάλη αξία. Ο παππούς μου ήταν πρόθυμος να μου συμπεριφερθεί με τον ίδιο σεβασμό με τον οποίο συμπεριφερόταν στους ηγέτες κρατών. Δεν με υποτίμησε μπροστά τους, ούτε μου συμπεριφέρθηκε σαν να ήμουν μια ενοχλητική παρουσία. Οι ανάγκες μου ήταν εξίσου σημαντικές με τις ανάγκες των άλλων και άξιζαν την ίδια προσοχή.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Arun Gandhi «Μαχάτμα Γκάντι: Το Δώρο του Θυμού» – Εκδόσεις Διόπτρα

https://enallaktikidrasi.com