Μιλάμε συχνά για «μαγνητική έλξη». Λέμε ότι αισθανόμαστε μαγνητική έλξη για κάποιον από τη στιγμή που τον είδαμε, και από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Αυτό που βιώνουμε σε μια τέτοια στιγμή είναι μία πλήρης ενεργοποίηση ενός αρχετύπου. Αισθανόμαστε μια διέγερση μέσα μας, μια δόνηση που συχνά διατρέχει τη σπονδυλική στήλη και εξαπλώνεται στο δέρμα. Αυτή είναι μία πλήρης εμπειρία αρχετυπικού μαγνητισμού.

Δεν μπορούμε σχεδόν να ελέγξουμε τον ενθουσιασμός μας για το άτομο με το οποίο έχουμε συνδεθεί, και ο μαγνητισμός είναι κυριολεκτικά απτός. Αν η έλξη είναι ρομαντική, αυτά τα δύο άτομα λέμε ότι είναι «αδελφές ψυχές» – ή θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι «αρχετυπικοί σύντροφοι».

Ο μαγνητισμός είναι ακαριαίος. Ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Και εκδηλώνεται μέσα από δύο διαφορετικές εμπειρίες: τη μαγνητική έλξη και τη μαγνητική σύνδεση. Η μαγνητική έλξη είναι ρομαντική, ενώ η μαγνητική σύνδεση αφορά το φυσικό δίκτυο της ζωής – φίλους, συγγενείς και τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο. Τόσο η μαγνητική έλξη όσο και η μαγνητική σύνδεση μπορεί να ποικίλλουν σε ένταση.

Έχουμε αναγκαστική σύνδεση με μερικά άτομα, σύνδεση «ψυχικής θρέψης» με άλλα και σύνδεση βαθιάς και στενής σχέσης με κάποια άλλα λιγότερα. Κανείς δεν μπορεί να μαγνητίσει τέτοιες συνδέσεις με όλους. Οι πάρα πολλές συνδέσεις οδηγούν στην εξουθένωση – κυριολεκτικά και συμβολικά εξαντλείται η ενέργειά μας.

Πώς επικοινωνούν μαζί μας τα αρχέτυπα;
Τα αρχέτυπα δεν είναι σαν τους αγγέλους ή τους εσωτερικούς οδηγούς. Δεν είναι οντότητες με τις οποίες έχουμε μια διαδραστική σχέση. Υπάρχει η διαδεδομένη αντίληψη ότι μπορούμε να επικοινωνήσουμε με αγγέλους και πνευματικούς οδηγούς μέσα από την προσευχή, και αυτοί με τη σειρά τους μπορούν να επέμβουν σε κρίσιμες περιπτώσεις παρέχοντας προσωπική καθοδήγηση.

Το βασικό στοιχείο εδώ είναι ότι πρόκειται για προσωπική καθοδήγηση. Τα αρχέτυπα δεν ανταποκρίνονται στην προσευχή, ούτε προσφέρουν προσωπική καθοδήγηση. Είναι απρόσωπα πρότυπα συνειδητότητας που σχηματίζουν την ουσία της ανθρώπινης φύσης. Όμως, ταυτόχρονα, είναι ένα ενεργό μέρος της συνειδητότητάς μας και αλληλεπιδρούν συνεχώς με τις «σπίθες» ενέργειας που παράγουμε.

Έτσι, αυτά τα κοσμικά ψυχικά πρότυπα ανανεώνουν τους παλιούς μύθους δίνοντάς τους πιο σύγχρονη ενδυμασία παρακολουθώντας έτσι την κοινωνική εξέλιξη. Για παράδειγμα, ο Πρίγκιπας του Παραμυθιού υπάρχει ακόμη στους θηλυκούς μύθους και τα όνειρα, αλλά η πανοπλία του σήμερα είναι πιο πιθανό να αποτελείται από ένα κοστούμι Αρμάνι και μια Μερσεντές, παρά από ένα ξίφος και μια ασπίδα. Οι μύθοι αντικατοπτρίζουν την ενδυμασία της εποχής. Όμως, αν αφαιρέσουμε αυτή την ενδυμασία, θα δούμε από κάτω την ίδια ιστορία ξανά και ξανά.

Ένας τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν μαζί μας τα αρχέτυπα είναι ότι ενεργοποιούν ή ζωντανεύουν τους μύθους και τις φαντασιώσεις μας. Για παράδειγμα, μερικοί φαντάζονται τον εαυτό τους στο ρόλο του Ηγέτη. Ο Αβραάμ Λίνκολν ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος. Από τα νεανικά του χρόνια ακόμη ήξερε ότι είχε γεννηθεί για να επιτελέσει κάποιον μεγάλο σκοπό, και αυτή η αίσθηση τον ωθούσε από τα παιδικά του χρόνια να συνεχίσει το σχολείο κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και τελικά να γίνει δικηγόρος.

Όμως, αυτή η δουλειά του φαινόταν ανεπαρκής κι έτσι αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για πολιτικό αξίωμα, αφού φανταζόταν τον εαυτό του να είναι πολιτικός Ηγέτης. Αυτή εσωτερική εικόνα ζωντάνευε ή ενεργοποιούνταν όταν ο Λίνκολν φανταζόταν τον εαυτό του στο Κογκρέσο. Όταν άρχισε να ασχολείται με την πολιτική, ήξερε ότι ήταν ευθυγραμμισμένος με τον προορισμό του, το σκοπό της ζωής του. Όμως, μόνο όταν ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος των Βορείων και Νοτίων, και αντιμετώπισε την πρόκληση της δικαίωσης της πατρίδας του, συνειδητοποίησε ότι εκπλήρωνε το σκοπό για τον οποίο είχε γεννηθεί.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Caroline Myss με τίτλο «Αρχέτυπα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.