Ο μόνος τρόπος να συλλάβει κανείς μεγάλες έννοιες και έντονα συναισθήματα είναι να αφήσει τον νου να διχαστεί και την καρδιά να νιώσει.

Υπάρχει κάτι αδιαμφισβήτητο σε αυτή την παραδοχή.

Αφήνοντας το μυαλό να προβληματιστεί και βιώνοντας τα συναισθήματα, κάθε ένας από εμάς επιτρέπει στην αντίληψή του να κάνει ένα άλμα.
Εκεί, άλλωστε, βρίσκεται η απάντηση. Στην εγκατάλειψη της προστατευμένης περιοχής και την ανακάλυψη όσων τον αφορούν έξω από αυτή.

Ας πάρουμε για παράδειγμα μια από άπειρες αντανακλάσεις της καθημερινότητας όπου υπάρχει ένας καθρέφτης που παίζει το απατηλό παιχνίδι της επιθυμίας και ταυτόχρονα της στέρησης.
Η επιθυμία υποδηλώνει στέρηση γι’ αυτό που δεν έχουμε και αντίστοιχα η στέρηση αναδεικνύει την επιθυμία γι’ αυτό που μας λείπει.
Είναι μια σχέση ατελής με τρόπο, ωστόσο, τέλειο.

Ο άνθρωπος που παραδέχεται την απουσία, την έλλειψη, το κενό, τον άδειο χώρο ανάμεσα στο «θέλω» και το «έχω», εκεί δηλαδή όπου μια επιθυμία του δε σβήνει, νιώθει ηττημένος.
Στην πραγματικότητα, είναι κερδισμένος.
Έχει καταφέρει να παρατηρήσει τον εαυτό του, να μεταβεί στις μεθοριακές ζώνες του, να διαπιστώσει τα όριά του, τι του λείπει, τι θέλει και πόσο συχνά είναι το ίδιο και το αυτό.


Γι’ αυτό το λόγο -και για άλλους πολλούς- η παρατήρηση του εαυτού μας είναι μια πολύ σημαντική διεργασία.
Ας πάμε τώρα στον καθρέφτη όπου κοιτάζουμε κάποιον που θαυμάζουμε γι’ αυτό που είναι ή γι’ αυτό που κάνει. Τον τοποθετούμε απέναντι μας, σαν είδωλο του εαυτού μας, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι παραπάνω, είναι το «είδωλό μας».

Το μυαλό διχάζεται. «Γιατί αυτός (ή αυτή) και όχι εγώ». Αντί να αφήσουμε τον νου να φιλτράρει τα ερεθίσματα που παίρνουμε από τη συμπεριφορά, την εικόνα ή το έργο κάποιου, μπαίνουμε στη φθηνή διαδικασία της αποδόμησης αυτού που θαυμάζουμε.

Το να προσπαθούμε να μειώσουμε αυτό που κατά βάθος θα θέλαμε να γίνουμε ή να φτάσουμε, δε βοηθά στην προσωπική εξέλιξη. Αντίθετα, μας κρατά σε μια στασιμότητα. Στο μεσοδιάστημα. Στο τυφλό σημείο όπου είναι αδύνατο να δούμε την αλήθεια: Δεν μπορούμε να είμαστε αυτό που θαυμάζουμε.
Μπορούμε, όμως, να γίνουμε κάποιοι που άλλοι θα θαυμάσουν για έναν καλό λόγο.

Ο θαυμασμός είναι μια υγιής κατάσταση, όταν επιτυγχάνει να σε βάλει στη διαδικασία να δεις το δικό σου είδωλο στον καθρέφτη και να πεις «ωραία, πώς μπορώ να γίνω καλύτερος;». Καλύτερος εγώ για εμένα (με αφορμή συχνά αυτό που βλέπω και μου αρέσει σε κάποιον άλλο).

Επανέρχομαι, λοιπόν, στην αρχική διαπίστωση:
Ο μόνος τρόπος για να συλλάβει κανείς μεγάλες έννοιες και έντονα συναισθήματα είναι να αφήσει τον νου να διχαστεί και την καρδιά να νιώσει.

Με άλλα λόγια, οι προσωπικές (και ενίοτε συλλογικές) υπερβάσεις γίνονται σε καιρό εντάσεων και κρίσεων, όταν η λογική χάνει την ολική κυριαρχία της και αναμειγνύεται με υπερβολικά συναισθήματα φόβου, επιθυμίας, στέρησης.
Σε αυτό το κρίσιμο σημείο, αυτό που μετρά δεν είναι να τρέξεις μακριά από όσα συμβαίνουν ή όσα νιώθεις. Τη στιγμή που θα σταθείς μπροστά στη λεπτή διαχωριστική γραμμή που οριοθετεί την ασφάλεια των κεκτημένων και την άγνωστη περιοχή, εκεί όπου συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις πάντα τον πλήρη έλεγχο του εαυτού σου ή της ζωής σου, θα κλιθείς να διαλέξεις: την άγνοια ή τη σοφία.

Ο κόσμος δεν είναι ποτέ μόνο όσα γνωρίζουμε. Είναι πρωτίστως -και κυρίως- όσα μπορούμε να μάθουμε, ακόμη κι αν αυτά συχνά ζητούν να θυσιάσουμε λίγη ασφάλεια ή πολύ συναίσθημα.


ΙΩΑΝΝΑ ΓΚΑΝΕΤΣΑ

Thessaloniki Arts and Culture