... και μερικές προσωπικές ιστορίες που το επιβεβαιώνουν.

Faima Bakar

Ποια είναι η δουλειά των ονείρων μας; Πολλοί από εμάς έχουμε μια εξιδανικευμένη ιδέα για το πώς θα ήταν ο τέλειος χώρος εργασίας. Ευέλικτη εργασία, τετραήμερη εβδομάδα εργασίας, εκπληκτικός μισθός;

Αν και σίγουρα υπάρχουν τυχερά που κάνουν κάπως καλύτερες τις συνθήκες εργασίας, μπορούμε επίσης να ρωτήσουμε αν είναι όνειρό μας… να εργαστούμε;

Δεδομένης της επιλογής, οι περισσότεροι από εμάς θα θέλαμε να έχουμε περισσότερο χρόνο για να επιδιώξουμε τα πράγματα που μας προσφέρουν πραγματική χαρά και να μην ανησυχούμε για τις επαγγελματικές μας προσπάθειες, την απόδοσή μας, τις αμοιβές μας και τις καθημερινές δυσκολίες της απασχόλησης.

Πραγματικά, η δουλειά μας θα πρέπει να είναι συμπληρωματικό μέρος της ζωής μας – κάτι που έχει σκοπό, μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων, να κοινωνικοποιούμαστε – αλλά αυτό να μην υπερτερεί έναντι όλων των άλλων.

Αντίθετα, μεγάλο μέρος της ζωής μας κυριαρχείται από τη δουλειά – είναι συχνά το πρώτο πράγμα που ρωτάμε για όταν συναντάμε κάποιον που δεν τον γνωρίζουμε.

Τι θα γινόταν όμως αν σταματάγαμε να μιλάμε για «δουλειές των ονείρων» και αντ′ αυτού, να αναθεωρούσαμε τη στάση μας να επιδιώξουμε κάτι καλύτερο από το να δουλεύουμε;

Μπορεί να είναι δύσκολο να «επαναρρυθμίσουμε» τη σκέψη μας ως προς αυτό, οπότε αν είμαστε κάποιος που βιάζεται συνεχώς για την επόμενο βήμα στην καριέρα του, μπορεί να είναι χρήσιμο να ακούσουμε από εκείνους που κατάφεραν να επιτύχουν τους «ονειρεμένους ρόλους» τους, γιατί δεν αποδεικνύονται πάντα τόσο ονειρεμένοι.

Η Λονδρέζα Σάιμα*, 27 ετών, που εργάζεται στον κινηματογράφο, μπορεί να έχει σχέση με το παραπάνω. Αφού απέκτησε μια δουλειά στην εταιρεία των ονείρων της, σοκαρίστηκε όταν συνειδητοποίησε ότι (αυτή η δουλειά) ήταν «μούφα».

«Άρχισα να εργάζομαι για μια δημιουργική και με πολιτιστικό πρόσημο εταιρεία - σημαντική για τον βρετανικό κινηματογράφο και την κινηματογραφική βιομηχανία, κάτι που ήταν ένα όνειρο για μένα. Είναι γνωστή σε όλη την κινηματογραφική βιομηχανία για το ότι χρηματοδοτεί τα όνειρα των ανθρώπων να γίνουν κινηματογραφιστές. Αλλά για μένα ήταν μια φρικτή εμπειρία να βιώσω τον τρόπο με τον οποίο ένα δημιουργικό, πολιτιστικό ίδρυμα έχει τόσο μεγάλη εμμονή με την ιεραρχία και την κατάταξη σε κάθε ευκαιρία».

Η Σάιμα αναφέρει τη γραφειοκρατία και τις άκαμπτες δομές ανθρώπινου δυναμικού που έκαναν τη ζωή της δύσκολη (στην δουλειά).

«Δεδομένου ότι είναι ένας οργανισμός που χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση, υπάρχει πολλή γραφειοκρατία και τα πιο απλά καθήκοντα γίνονται τεράστια αγγαρεία», λέει.

Δυστυχώς, η Σάιμα, η οποία εξακολουθεί να εργάζεται για την εταιρεία, έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια να αλλάξει τα πράγματα. «Έχω βιώσει δυσάρεστες και επώδυνες διαδικασίες ως προς τον χειρισμό του ανθρώπινου δυναμικού που έχω εγκαταλείψει κάθε πρόκληση μετά από ένα χρόνο θλίψης και πανδημικών δυσκολιών», λέει.

Για άλλους, αυτό που κάποτε θεωρούνταν δουλειά των ονείρων τους απέτυχε να υλοποιηθεί, αλλά έχουν συμβιβαστεί μεταξύ των εργασιακών φιλοδοξιών και του αισθήματος επαγγελματικής ολοκλήρωσης.

Παρά το γεγονός ότι βρέθηκε να ακολουθεί μια καριέρα που φιλοδοξούσε να κάνει από τότε που ήταν νέα, η Σαμ, συντάκτρια στο επάγγελμα, έχει συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή από το να κυνηγά συνεχώς άχαρους ρόλους.

«Πάντα ήξερα ότι ήθελα να γίνω δημοσιογράφος σε περιοδικά», λέει στην HuffPost. «Και δούλεψα σκληρά κάνοντας την πρακτική μου χωρίς αμοιβή. Ήμουν πάντα προνοητική στο να κάνω όλα τα σωστά πράγματα για να φτάσω εκεί, οπότε όταν πήρα μια θέση σε ένα μεγάλο περιοδικό, ενθουσιάστηκα».

Αλλά η δουλειά, η οποία άλλαξε σε επισφαλείς βάρδιες, δεν ήταν ικανοποιητική για την Σαμ που αντιμετώπισε επίσης κι ένα δύσκολο αφεντικό.

«Με έναν νταή για αφεντικό, έπρεπε να κάνω μια αλλαγή, οπότε υπέγραψα συμβόλαιο μερικής απασχόλησης για να μου επιτρέψει να είμαι ελεύθερη επαγγελματίας παράλληλα», λέει. «Αν και θα ήθελα να είμαι ελεύθερη επαγγελματίας πλήρους απασχόλησης, δεν είναι πρακτικό με μια υποθήκη και την κατάσταση της ψυχικής μου υγείας, επομένως το γεγονός ότι η εργασία αυτή με βοηθά να τακτοποιήσω τις υποχρεώσεις μου, ενώ μπορώ να γράφω τα πράγματα που με ενδιαφέρουν πραγματικά, είναι μια μέση λύση».

Η τέλεια δουλειά, αν πρέπει να γίνει πιστευτό αυτό το κλισέ, είναι αυτή που «δεν αισθάνεσαι ότι δουλεύεις καθόλου». Αλλά ας είμαστε ρεαλιστές: κανείς δεν ονειρεύεται να εργάζεται. Αν αύριο τα χρήματα δεν μας ένοιαζαν, πόσοι από εμάς θα έμεναν στο παραδοσιακό εργατικό δυναμικό;

Σίγουρα, η δουλειά είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε αν θέλουμε να ζούμε σε μια φυσιολογική κοινωνία. Ίσως, όμως, θα έπρεπε να αφαιρέσουμε τους συνειρμούς εργασίας ως το ιδανικότερο και το καλύτερο.

https://www.huffingtonpost.gr/