Μια νέα μελέτη διαπίστωσε ότι συγκεκριμένα βακτήρια που λείπουν από το εντερικό μικροβίωμα νεογνών με τροφικές αλλεργίες θα μπορούσαν να δώσουν τη λύση σε ένα πρόβλημα που ταλανίζει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο

Επιστήμονες από το Νοσοκομείο Παίδων και το Νοσοκομείο Brigham and Women’s της Βοστώνης δημοσίευσαν μια μελέτη στο Nature Medicine, στην οποία υποστηρίζουν ότι οι τροφικές αλλεργίες οφείλονται στην απουσία συγκεκριμένων επωφελών βακτηρίων από το έντερο. «Η έλλειψη αυτών των βακτηρίων είναι σαν διακόπτης για την ευαλωτότητα των παιδιών στις τροφικές αλλεργίες», τονίζει χαρακτηριστικά ο Talal Chatila, διευθυντής του Προγράμματος Τροφικών Αλλεργιών στο Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης και βασικός συγγραφέας της μελέτης.

Η μελέτη, που διεξήχθη αρχικά σε ποντίκια αλλά εξέτασε και το ανθρώπινο εντερικό μικροβίωμα, ανοίγει με τον τρόπο αυτό το δρόμο για θεραπείες που θα μπορούσαν να προστατεύσουν τα παιδιά από τις τροφικές αλλεργίες, ή ακόμα και να αναστρέψουν τη διαταραχή αυτή από τους ανθρώπους που ήδη την έχουν.

Για λόγους που παραμένουν ακόμα ασαφείς, ο αριθμός των Αμερικανών που υποφέρουν από τροφικές αλλεργίες αυξήθηκε κατακόρυφα την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τους 32 εκατομμύρια ανθρώπους, με τα παιδιά να διατηρούν ένα ποσοστό της τάξης του 8% σε αυτό τον αριθμό.

Μια θεωρία υποστηρίζει ότι κάποιοι παράγοντες του δυτικού τρόπου ζωής, όπως η αύξηση των γεννήσεων με καισαρική τομή, η μείωση του χρόνου θηλασμού, η αυξημένη χρήση αντιβιοτικών και ο μειωμένος αριθμός μελών στις σύγχρονες οικογένειες, διαταράσσουν τη φυσιολογική ισορροπία των εντερικού μικροβιώματος, στερώντας από τα παιδιά τα «καλά» βακτήρια που προετοιμάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα για να δεχθεί το φαγητό ως αβλαβές.

Η αναπληρώτρια καθηγήτρια και μία εκ των συγγραφέων της μελέτης, Rima Rachid, ξεκίνησε να εξετάζει τη θεωρία αυτή μελετώντας το εντερικό μικροβίωμα από μωρά με ή χωρίς τροφικές αλλεργίες. Η ομάδα της συγκέντρωσε δείγματα κοπράνων από 56 αλλεργικά νεογνά και 98 αντίστοιχα δείγματα ελέγχου και τα ανέλυσε για τυχόν διαφορές στο βακτηριακό περιεχόμενο, ανακαλύπτοντας ότι τα βακτήρια στα κόπρανα των μωρών με τις τροφικές αλλεργίες ήταν διαφορετικά από εκείνα της ομάδας ελέγχου.

Ποιες, όμως, από αυτές τις βακτηριακές διαφορές ήταν υπεύθυνες για τις τροφικές αλλεργίες; Για να το ανακαλύψουν, οι ερευνητές μεταμόσχευσαν τα βακτήρια των κοπράνων από τις δύο ομάδες νεογνών μέσα σε ένα ειδικό στέλεχος που προερχόταν από ποντίκια επιρρεπή στις αλλεργίες. Τάισαν τα τρωκτικά με μικρές δόσεις πρωτεϊνών για να κάνουν ευαίσθητο το ανοσοποιητικό τους σύστημα στο αλλεργιογόνο και συνέχισαν με μια ακόμα μεγαλύτερη δόση. Το αποτέλεσμα ήταν τα ποντίκια να εμφανίσουν αναφυλαξία, μια αντίδραση που μπορεί να αποβεί απειλητική για τη ζωή. «Τα βακτήρια των μωρών με τις τροφικές αλλεργίες δεν παρείχαν προστασία στα ποντίκια έναντι της διατροφικής αυτής διαταραχής, σε αντίθεση με τα βακτήρια που προέρχονταν από την υγιή ομάδα ελέγχου», σχολιάζει σχετικά ο Δρ. Chatila.

Για να διαπιστώσουν, λοιπόν, ποια είναι τα βακτήρια που ενδεχομένως να προσφέρουν αυτή την προστασία, η ομάδα πήρε ένα μείγμα από έξι διαφορετικά είδη της κατηγορίας βακτηρίων Clostridiales, τα οποία θεωρείται ότι προστατεύουν από τροφικές αλλεργίες. Όταν τα βακτήρια αυτά χορηγήθηκαν στα ποντίκια, τα τρωκτικά δεν παρουσίασαν κάποια αντίδραση στις πρωτεΐνες, σε αντίθεση με τα τρωκτικά τα οποία είχαν λάβει κάποια κοινά βακτήρια. Το ίδιο συνέβη και όταν οι επιστήμονες χορήγησαν το συγκεκριμένο είδος βακτηρίων σε ποντίκια που είχαν ήδη τροφικές αλλεργίες, παρατηρώντας πλήρη καταστολή των αλλεργικών αντιδράσεων.

Ο Δρ. Chatila ισχυρίζεται ότι η μελέτη αποδεικνύει την έλλειψη προστατευτικών εντερικών μικροβίων ως καθοριστικό παράγοντα για τις τροφικές αλλεργίες. Με τη μετάφραση των αποτελεσμάτων και στους ανθρώπους, οι Δρ. Chatila and Rachid πιστεύουν ότι η μελέτη αυτή θα οδηγήσει τελικά σε νέες θεραπείες για την πρόληψη των τροφικών αλλεργιών στα νεογνά που διατρέχουν σχετικό κίνδυνο, αλλά και για τη θεραπεία εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο που υποφέρουν από τροφικές αλλεργίες.